Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος — Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη. «Είναι εύνοια να γεννιέται κανείς, Έστω κι ως ένας θάμνος στο χώμα σου… »


 «Είναι εύνοια να γεννιέται κανείς,
Έστω κι ως ένας θάμνος στο χώμα σου…
Και το όνομα Ελλάδα, δεν είναι λέξη, αλλά λόγος·
Όλες οι λέξεις που ονομάζουν το φως.
Κι είχε πήξει το φως , κ’ είχε γίνει το μάρμαρο.
Και εκλήθης εσύ να μπορέσεις το θαύμα.
Κ’ έκαμες πάλι το μάρμαρο φως.
Κ’ ήταν δείχτες οδών προς τα πάνω οι κολώνες σου.

Απαρχής του καιρού, νόμισμά σου το αίμα σου.
Και μ’ αυτό εξαγόραζες, όργος όργος,
κάθε τόσο το χώμα που ήταν δικό σου.
Αλλά εκεί που όλα έδειχναν ότι έγινες έρημος
«με ολίγο χορτάρι» ακουγόντουσαν ψίθυροι… Ακλουθούσαν τα κλεφτοφάναρα·
κ’ οι Ακαδημίες του Πλάτωνα λειτουργούσαν κανονικά.
Κι οι τύραννοι έσερναν στο κριτήριο τα παιδιά σου.
Τους παζάρευαν την ψυχή, αλλά δεν την πουλούσανε…
Και σηκώνανε τα μαστίγιά τους, τι βλέπαν πως ήταν το πνεύμα τους απαράδοτο.
Ωστόσο το μέγα φως δεν ξεχτίζονταν.
Ο καθένας τους είχε κι από ένα μικρό Μεσολόγγι στο στήθος του.


Και θα ‘λεγε μάλιστα κανένας πως φτιάχτηκαν και τα βουνά σου εξεπίτηδες έτσι απόκρημνα κ’ υψηλά, να τ’ ανεβαίνουν οι Έλληνες και ν’ αποθέτουνε στις κορφές την κιβωτό με το Έθνος.

Όλους τους αέρες του κόσμου
Τους αρμύρισαν με τα δάκρυά τους.
Σμίγαν τους στεναγμούς τους και σχημάτιζαν έπος.
Και φτιάχναν παντού νησάκια του έθνους, που ξεχώριζαν εύκολα, απ’ το ένα σημείο τους
που ήταν το φως.
… Όλα μαζί ήταν το έθνος.
Πώς πεθαίνει ένα έθνος; Πώς πεθαίνει ένα έθνος, όταν όλες οι θύελλες καταιγίζονται απάνω
του, δίχως να βρίσκουν το σώμα του;
Πώς πεθαίνει όταν όλα είναι το έθνος;
Αν χτυπούσεν η σάλπιγγα, σαλευόνταν η γης και σηκώνονταν όρθιοι, δεν θα βρίσκανε τόπο
να σταθούνε οι μάρτυρες. Δεν θα φτάναν τα δέντρα σου ν’ ακουμπήσουν τις πλάτες…
Και απ’ όποιο σημείο κι αν θεόταν τον όγκο τους, θ’ απορούσε κανείς: πως απόμεινε μήτρα,
πώς απόμεινε μάτι, πώς απόμεινε πόδι, πώς απόμεινε χέρι, να σηκώνει του Έθνους σου τη σημαία
ανάμεσα στις σημαίες των Ενωμένων Εθνών.
Ουκ εάλω η ρίζα! Ουκ εάλω το φως!
Ενυπάρχει στο φως η ψυχή σου,
στη ρίζα το σώμα σου.

Ουκ εάλω η Βασιλεύουσα ψυχή των Ελλήνων».

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

Κωστής Παλαμάς - Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου

 
Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου
κι ὅσο περνῶ μὲ κεῖνα
τόσο γλυκὰ τριγύρω μου
μοσκοβολᾶν τὰ κρίνα
τῶν πρωτινῶν ἀπρίληδων...
Τὰ παιδικίσια χρόνια
μοῦ κελαηδοῦν ἀηδόνια
σὲ νύχτες καὶ σ᾿ ἐρμιές.

Καλῶς τα τὰ χριστόψωμα
καλῶς τον Ἅι Βασίλη!
Παιδάκια μὲ τὰ κάλαντα
στὰ λυγερόηχα χείλη
σὰ μυστικὸ ξημέρωμα
τοῦ λιβανιοῦ οἱ ἀχνάδες.
Ἄναψαν οἱ λαμπάδες
κι ἀστράψαν οἱ ἐκκλησιές.

Καλῶς τα τὰ σπιτιάτικα
μεθυστικὰ γιορτάσια!
Στὰ μάτια τοῦ μισόκοπου
μαγιάτικα κεράσια
ροδίζουν καὶ σταλάζουνε
δροσιὰ καὶ γλύκα· ὦ! πόσο!
Πεινῶ καὶ πάω ν᾿ ἁπλώσω
τὰ χέρια πρὸς αὐτά.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Κώστας Καρυωτάκης: Ποιητές (Συλλογή: Νηπενθή)
Για τη μικρούλα Άννυ ....


ΠΟΙΗΤΕΣ

Πῶς σβήνετε, πικροὶ ξενιτεμένοι!
Ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν...
Βιολέτες κι ἀνεμῶνες, ξεχασμένες
στὰ ξένα ποὺ πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, ἀργυρὴ δροσοσταλίδα,
βαθιά σας τὴν ἐλπίδα τῆς πατρίδας...
Χτυπιοῦνται, πληγωμένες πεταλοῦδες,
στὸ χῶμα σας οἱ θύμησες κι οἱ πόθοι.
Τὸ φῶς, ποὺ κατεβαίνει, τῆς ἡμέρας,
κι ἁπλώνεται γλυκύτατο καὶ παίζει
μ᾿ ὅλα τριγύρω τ᾿ ἄλλα λουλουδάκια,
περνάει ἀπὸ κοντά σας καὶ δὲ βλέπει
τὸν πόνο σας ὡραῖο, γιὰ νὰ χαϊδέψει
τὰ πορφυρὰ θρηνητικὰ μαλλιά σας.
Εἰδυλλιακὲς οἱ νύχτες σᾶς σκεπάζουν,
κι ἢ καλωσύνη ἂν χύνεται τῶν ἄστρων,
ταπεινοὶ καθὼς εἶστε, δὲ σᾶς φτάνει.
Ὁλοῦθε πνέει, σὰ λίβας, τῶν ἀνθρώπων
ἡ τόση μοχθηρία καὶ σᾶς μαραίνει,
ἀνθάκια μου χλωμά, ποὺ σᾶς ἐπῆραν
σὲ κήπους μακρινοὺς νὰ σᾶς φυτέψουν.

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Κι έρχομαι μοναχά να σ’ αγκαλιάσω


Κι έρχομαι μοναχά να σ’ αγκαλιάσω και να κλάψω αδελφέ μου,
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του,
και μ’ ένα του φιλί, της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε,
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν, πέρα απ’ το φιλί τους.
Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο τσουκάλι,
που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά,
που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς
για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες
για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους,
για τον πεινασμένο ήλιο, για τον κόσμο ναι για όλο τον κόσμο
ένα φτωχό, καπνισμένο μαυρισμένο τσουκάλι,
που κάνει καλά τη δουλειά του.
Και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Γιάννης Ρίτσος — Καπνισμένο Τσουκάλι

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε τὸ ἴδιο βάρος
σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.

...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.


Γιάννης Ρίτσος - Καπνισμένο Τσουκάλι (απόσπασμα)

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Βασιλική Δεδούση — Εαρινό (Της ζωής το ξανάνιωμα)

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους
απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
και άρωμα γαζίας αιθέριας.
Η Μάνα Γη σε ευωχία χλοάζουσα
απλώνει μιαν αγκαλιά φιλόστοργη
και γλυκοανθισμένη.
William McTaggart Spring (1864)
Η ροδίτσα σαλεύει,
ανοίγει δειλά τα πρώτα της ματάκια
και κρατεί το κόκκινο χρώμα του λιόφωτου
για τα κάρπιμα άνθια της.
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο
που κράτησε ζωντανή την καρδιά του
αμέλγοντας υπόγεια νάματα.

Καταπράσινες περδικούλες σκαλωμένες στα βράχια,
κρατάνε το ίσο
σε μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο,
—ανάστροφες θύμησες οσφραντικές—,
τότε π’ ακούς τις ανεπαίσθητες εκρήξεις των χυμών,
της ζωής το ξανάνιωμα,
ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.

=============================================

30-4-2015

Εαρινόν

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους
απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
και άρωμα γαζίας αιθέριας.
Η Μάνα Γη σε ευωχία χλοάζουσα
απλώνει μιαν αγκαλιά φιλόστοργη

και γλυκοανθισμένη.
Η ροδίτσα σαλεύει,
ανοίγει δειλά τα πρώτα της ματάκια
και κρατεί το κόκκινο χρώμα του λιόφωτου
για τα κάρπιμα άνθια της.
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο
που κράτησε ζωντανή την καρδιά του
αμέλγοντας υπόγεια νάματα.
Καταπράσινες περδικούλες σκαλωμένες στα βράχια,
κρατάνε το ίσο
σε μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο,
—ανάστροφες θύμησες οσφραντικές—,
τότε π’ ακούς τις ανεπαίσθητες εκρήξεις των χυμών,
της ζωής το ξανάνιωμα,
ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.


...................................

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
Άρωμα αιθέριας γαζίας
—ανάστροφες θύμησες οσφραντικές—
Η ροδιά σαλεύει μεθυσμένη και ανοίγει τα πρώτα της ματάκια
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο που κράτησε
Ζωντανή την καρδιά του αμέλγοντας υπόγεια νάματα
Ζωντανεύουν καταπράσινοι οι μαντρότοιχοι
Μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο, τότε π’ ακούς τους χυμούς
Της ζωής το ξανάνιωμα ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.


Βασιλική Π. Δεδούση