Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Κι έρχομαι μοναχά να σ’ αγκαλιάσω


Κι έρχομαι μοναχά να σ’ αγκαλιάσω και να κλάψω αδελφέ μου,
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του,
και μ’ ένα του φιλί, της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε,
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν, πέρα απ’ το φιλί τους.
Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο τσουκάλι,
που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά,
που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς
για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες
για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους,
για τον πεινασμένο ήλιο, για τον κόσμο ναι για όλο τον κόσμο
ένα φτωχό, καπνισμένο μαυρισμένο τσουκάλι,
που κάνει καλά τη δουλειά του.
Και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2015

Γιάννης Ρίτσος — Καπνισμένο Τσουκάλι

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.

Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε τὸ ἴδιο βάρος
σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο.

...ἔχεις ἀκόμη νὰ κλάψεις πολὺ
ὥσπου νὰ μάθεις τὸν κόσμο νὰ γελάει.


Γιάννης Ρίτσος - Καπνισμένο Τσουκάλι (απόσπασμα)

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Βασιλική Δεδούση — Εαρινό (Της ζωής το ξανάνιωμα)

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους
απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
και άρωμα γαζίας αιθέριας.
Η Μάνα Γη σε ευωχία χλοάζουσα
απλώνει μιαν αγκαλιά φιλόστοργη
και γλυκοανθισμένη.
William McTaggart Spring (1864)
Η ροδίτσα σαλεύει,
ανοίγει δειλά τα πρώτα της ματάκια
και κρατεί το κόκκινο χρώμα του λιόφωτου
για τα κάρπιμα άνθια της.
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο
που κράτησε ζωντανή την καρδιά του
αμέλγοντας υπόγεια νάματα.

Καταπράσινες περδικούλες σκαλωμένες στα βράχια,
κρατάνε το ίσο
σε μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο,
—ανάστροφες θύμησες οσφραντικές—,
τότε π’ ακούς τις ανεπαίσθητες εκρήξεις των χυμών,
της ζωής το ξανάνιωμα,
ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.

=============================================

30-4-2015

Εαρινόν

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους
απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
και άρωμα γαζίας αιθέριας.
Η Μάνα Γη σε ευωχία χλοάζουσα
απλώνει μιαν αγκαλιά φιλόστοργη

και γλυκοανθισμένη.
Η ροδίτσα σαλεύει,
ανοίγει δειλά τα πρώτα της ματάκια
και κρατεί το κόκκινο χρώμα του λιόφωτου
για τα κάρπιμα άνθια της.
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο
που κράτησε ζωντανή την καρδιά του
αμέλγοντας υπόγεια νάματα.
Καταπράσινες περδικούλες σκαλωμένες στα βράχια,
κρατάνε το ίσο
σε μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο,
ανάστροφες θύμησες οσφραντικές—,
τότε π’ ακούς τις ανεπαίσθητες εκρήξεις των χυμών,
της ζωής το ξανάνιωμα,
ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.


...................................

Η Κόρη κερνάει από πορφυρούς κυάθους απόσταγμα απ΄ αγιόκλημα
Άρωμα αιθέριας γαζίας
ανάστροφες θύμησες οσφραντικές
Η ροδιά σαλεύει μεθυσμένη και ανοίγει τα πρώτα της ματάκια
Χεράκια πράσινα αγκαλιάζουν τον πλάτανο που κράτησε
Ζωντανή την καρδιά του αμέλγοντας υπόγεια νάματα
Ζωντανεύουν καταπράσινοι οι μαντρότοιχοι
Μεταμεσονύχτια αγρυπνιά μέσα σε κήπο, τότε π’ ακούς τους χυμούς
Της ζωής το ξανάνιωμα ν’ ανασταίνει τα ριζοβόλα πλάσματα.


Βασιλική Π. Δεδούση

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Ήρθαν ντυμένοι φίλοι (Άξιον Εστί)


Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε
το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν...
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Γέννηση της μέρας

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

Όταν η μέρα τεντωθεί από το κοτσάνι της κι ανοίξει όλα
τα χρώματα πάνω στη γη
Όταν από φωνή σε στόμα σπάσει ο σταλαγμίτης
Όταν ο ήλιος κολυμπήσει σαν ποτάμι σ' έναν κάμπο αθέριστο
Και τρέξει ένα πανί βοσκόπουλο των μελτεμιών μακριά
Πάντα η στολή σου είναι στολή νησιού είναι μύλος που γυρίζει ανάποδα τα χρόνια
Τα χρόνια που έζησες και που τα ξαναβρίσκω να πονούν
στο στήθος μου τη ζωγραφιά τους
Η μια βερικοκιά σκύβει στην άλλη και το χώμα πέφτει από
την αγκαλιά του ξυπνητού νερού
Η σφήκα στο κορμί του φλόμου ανοίγει τα φτερά της
Ύστερα ξαφνικά πετάει και χάνεται βουίζοντας
Κι από σταλαγματιά σε φύλλο κι από φύλλο σε άγαλμα όσο πάει
και πιο πολύ μεταμορφώνεται ο καιρός
Παίρνει τα πράγματα που σε θυμίζουν κι όσο πάει και πιο πολύ
τα συγγενεύει μες στον έρωτά μου
Ο ίδιος πόθος ξαναϋφαίνεται
Ο κορμός όλος φλέγεται του δέντρου του ήλιου της καλής καρδιάς
Έτσι σε βλέπω ακόμη στην αχτίδα της αιώνιας μέρας
Ν' ακούς το χτυποκάρδι της στεριάς
Η γέννηση δεν άλλαξε ούτε μια χαρά σου
Άφηνες μια μεγάλη νύφη αφρού ανεβαίνοντας
Τίναζες το κεφάλι σου σαπουνισμένο από την πρωινή ομορφιά
Η αιθρία πλάταινε τα μάτια σου
Δεν ήταν αίνιγμα που να μη σβήνει πια που να μη γίνεται καπνός
σε στόμα αιόλου
Άλλαζες με τα χέρια σου τις εποχές
Βάζοντας χιόνια και βροχές, λουλούδια, θάλασσες
Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε, μεγάλη
ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια

Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει ο γρύλος
Η καμπάνα του χωριού που ανοίγεται στον άνεμο
Η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού
Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν
Έλα λοιπόν απ' την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
Ν' ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ' αναστήσουν το αίσθημα
Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου
Ξέρεις, κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
Όλος ο κόσμος ακουμπάει στη θάλασσα και τη στεριά
Θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
Από την άλλην όψη της κακοτυχιάς
Θα παίξουμε τον ήλιο μας στα δάχτυλα
Στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
Θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμος.

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγο ψωμί, 
μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.
Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή!
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά. Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!

Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης τῆς γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;.... Νἀρθεῖς!