Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Βροχή
«Αντίο λοιπόν. Ας ανοίξουμε την ομπρέλα μας και ας προσπεράσουμε βιαστικά το τέλος μίας εποχής.»

Μια νύχτα θα κάνουμε μία μεγάλη σκέψη αλλά δεν πρέπει να
την πούμε πουθενά (είναι η μόνη δικαιοσύνη), ύστερα θα βγούμε
στους δρόμους, θα βρέχει κ’ η βροχή έχει και εκείνη την ιδιωτική
της ζωή, ενώ εμείς δεν είχαμε,  θ’ αργοπορήσουμε μπροστά σε ένα
φαρμακείο, μιας και είμαστε θνητοί και αφού οι ουρανοί γνωρίζουν
την αθωότητα μας, τέλος, όπως θα ξημερώνει, θα χτυπήσουμε την
πόρτα του σπιτιού μας, αλλά κανείς δεν θα μας γνωρίζει - είναι
απίστευτο σαν τις μεγάλες μέρες που ζήσαμε. Αντίο λοιπόν.  Ας
ανοίξουμε την ομπρέλα μας και ας προσπεράσουμε βιαστικά
το τέλος μίας εποχής.
από τη Συλλογή Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ
ΕΝΟΤΗΤΑ: ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ - 1983

Τόλης Νικηφόρου — Ένα παιδί
«κρύβω μέσα μου ένα παιδί/απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή/στα μέτρα της καρδιάς του»

Βαλεντίν ΣερόφVIVACITY OF CHILDHOOD IN THE PORTRAIT “MIKA MOROZOV” (1901)
Mε το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι 
κοιτάζω εκστατικά 
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής 
ένα πολύχρωμο κόσμο 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες 
μέσα στο χειμώνα 
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια 
για το γατάκι του που πέθανε 
για το λουλούδι που μαράθηκε 
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή 
κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
με τρύπιο παλτό 
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα 
την γειτονιά και τους φίλους 
την άνοιξη που θάρθει 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
που δεν δέχεται 
πως μπορώ να γελάω 
όταν την ίδια στιγμή 
κάποιος κλαίει 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
απαρηγόρητο 
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή 
στα μέτρα της καρδιάς του 

Τόλης Νικηφόρου, από τη συλλογή «Τα αναρχικά», 1979

Τάσος Λειβαδίτης — Ξημέρωμα
«κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο»

O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ’ τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν
την ελπίδα στους ναυαγούς.

Ποίηση, Tόμος Tρίτος 1979-1987, Kέδρος, 1991