Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — Η Καλωσύνη στις λυκοποριές
Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές
Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.

“{…} ώρα να μπει στο κάθε πράγμα ο χτύπος της καρδιάς
Να συνεπάρει τα σπαρτά μια τραμουντάνα υγείας
Να πιεί ο χυμός της θύμησης το θελκτικό του μέλλον
Ν’ ανθοβολίσουν κερασιές μες στα σγουρά μαλλιά
Να καταργήσει ο λόγος το χρυσάφι”.

Οδυσσέας Ελύτης: Η καλωσύνη στις λυκοποριές

1943
I
Ποίηση ἄγουρο νεράντζι μου
Κάτω ἀπὸ τοὺς καταράχτες τοῦ ἥλιου
Ἰριδίζοντας
Ἕνα μεσημέρι σ᾿ ἄφησα
                             Ἡ καρδιά μου ἀκόμα γαλανή
Ἀπ᾿ τὸ τρέξιμο στὴν ἄμμο καὶ τὸν ἔρωτα
Ἔτρεμε
Ἀλλὰ τὰ πουλιὰ στὸ ρέμμα τ᾿ οὐρανοῦ
Ἔβλεπαν κιόλας ν᾿ ἀνεβαίνει ἕνα ἀκέφαλο ἄλογο
Χύνοντας ἀπ᾿ τὸν ἀδειανὸ λαιμό του μαῦρα φύκια
Κοῦροι ἀπὸ τὸν Προφητηλία ψηλά
Δαιμονισμένα χτυποῦσαν τὶς καμπάνες
Κι ἡ μνήμη σὰν πουνέντες ἔμπαζε
Βουητὸ καὶ θάλασσα
Στὴ μεγάλη ἀσβεστωμένη κάμαρα
Μὲ τὰ δυὸ καρυοφύλλια.
Ἐκεῖ τὸ ξύλινο τραπέζι μὲ τὰ κίτρινα λουλούδια
Τὸ ψωμὶ ἀνοιχτὸ σὰν εὐαγγέλιο
Ἡ φωνή, τὰ μαλλιὰ τῆς Ἑλένης.
Τ᾿ ἄφησα
                   στέκομουν ὀρθός
                                                     εἶχε σημάνει ἡ ὥρα
Ν᾿ ἀναβρύσει ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἀνθρώπου τὸ αἷμα
Τρεῖς φορές αὐτὸς νὰ τ᾿ ἀρνηθεῖ
Καὶ τρεῖς φορές ἐκεῖνο ν᾿ ἀληθέψει
Τρεῖς φορές νὰ τὸ δῶ καὶ νὰ πῶ
                                                                τρεῖς φορές
Τινάζοντας ψηλὰ
Σὰν ἀπ᾿ τὸν ἅδη τῆς φωνῆς ἑνὸς ἀπελπισμένου:
Ἔχτρα στὰ μάτια κύτταξέ με
Βγαίνω μὲ τὰ δικά σου τ᾿ ἄρματα
Ἡ Καλωσύνη ἐδῶ ποὺ βρέθηκε μές στὶς λυκοποριές
Πρέπει νἄχει μπαροῦτι στὸ σελλάχι της
Καὶ νὰ δαγκάνει κάμες.



II
Τώρα κρατήσου ἀπ᾿ τὰ σκοινιὰ τῆς θύελλας
Πές μου ποιὸς εἶμαι νὰ σοῦ πῶ ποιὸς εἶσαι
Εἶσαι καλός, εἶσαι ἄνθρωπος, ἔχεις μεγαλώσει
Μὲ πετεινούς, χρυσόμυιγες, γοβιούς, γεράνια
Σὲ μιὰν αὐλὴ μικρὴ ποὺ τὴν κουνοῦσε ἡ θάλασσα
Πέρα-δῶθε
Θυμᾶσαι
Μιὰν αὐλὴ ποὺ μεγάλωνε, χωροῦσε λόφους, κάμπους
Ποτάμια, κερασιές, καμπαναριά,
Βρακουλάδες ποὺ ἔρριχναν φωτιὰ τοῦ Τούρκου
Τὸν καιρὸ ποὺ ἡ μητέρα σου ἦταν
Σὰν μιὰ Παναγιὰ μικρή
Θυμᾶσαι
Ἡ ἁπλὴ ζωὴ πιὸ πλούσια
Κι ἀπὸ δάγκαμα σύκου πλάι σὲ φίλο, πιὸ σεμνή
Κι ἀπὸ λόγο πουλιοῦ σὲ δέντρων ἐκκλησίασμα
Νύχτα-μέρα κρατοῦσε τὸν κανόνα
Θυμᾶσαι
Μέρα-νύχτα πιὸ γλυκιὰ ἡ φωνή σου
Σὰν ἀχτίδα μές στὰ νέα λεμόνια ἔλαμπε
Κι ἡ καρδιά σου ἡ ἀθώα
μέσα στοῦ γλαυκοῦ βυθοῦ τὸν οὐρανό
Σὰν ἄστρο
Εἶσαι καλός, ἔχεις πηδήξει πάνω ἀπὸ φωτιές
Ἔχεις χαϊδέψει
Στὸ χνούδι τοῦ νεροῦ νησιὰ παιδόπουλα
Νέος στὰ χώματά τους ἔχεις δεῖ
Μιὰ κόρη ἀπὸ ἀλαφρόπετρα καὶ αὐγὴ
Νὰ χαράζει σὲ φλούδα δεσπολιᾶς τὸ πρῶτο γράμμα σου.
Χτύπα γι᾿ αὐτὰ τὰ τίμια καὶ τ᾿ ἀγαθά
Ἡ ζωὴ γι᾿ αὐτὰ δὲ θὰ χαθεῖ ποτέ της
Χτύπα ἀπὸ τὰ μάτια σου ν᾿ ἀντιλαμπίσει
Τὸ μαρμαρένιο σπίτι
Ποὔχει ψηλὰ στὴ στέγη
Τοῦ κατακλυσμοῦ τὸ πρῶτο περιστέρι
Γύρω-γύρω περβόλια μὲ νερά
Τῆς Ὑπομονῆς τὸ χάλκινο ἄγαλμα στὴν εἴσοδο
Καὶ βαθιὰ στὸ κελλάρι
Τὴ σοδειὰ τῆς φυλῆς
Θησαυρισμένη ὅπως τὸ λάδι
Σ᾿ ἕνα πιθάρι πατρογονικό, γαλήνιο.


ΙΙΙ
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας μέσα στὴ μαύρη πολιτεία
Δοῦλοι παζαρεύουν τὴ βροχή, τὰ δέντρα
Τὸν ἥλιο παραλυτικὸ μέσα στὸ καροτσάκι
Στοὺς στενοὺς βρώμικους δρόμους
Πυροβολοῦν μὲ τὸ μυαλό τους οἱ ἄνθρωποι
Ματώνοντας τὰ σύρματα
Κρυφὰ ἀπ᾿ τὰ τσομπανόσκυλα τοῦ φεγγαριοῦ
Τὰ πόδια σου γλυστροῦν
Στὰ βοῦρλα
Μὲς στὶς καλαμιὲς καὶ τὰ φαρμακερὰ νερά
Ἐκεῖ ποὺ μάχεται ὁ φονηάς τὸ χτύπο τῆς καρδιᾶς του
Κι ἡ σκέψη παγωμένη στέκεται στὸν ἀέρα
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
Ὅταν τὰ δέντρα μοιάζουν στῶν ἀρρώστων
Τὴ στερνὴ χαροπαλαιματιά
Κι ἕνας ἄγγελος μόνος του ὀνειρεύεται
Σὰν γκιώνης
Μὲς στὸν ἔρημο κάμπο
Ἡ ζωὴ ἀχνὰ μὴ στενάξει πιά
Ἡ ὥρα τρεῖς τῆς πίκρας
- Ἂχ ἡ ζωὴ νὰ μὴ στενάξει πιά
Τὰ χέρια σου
Τὰ βασανισμένα χέρια σου
Ποὺ δίνουν ξάφνου μιὰ τῆς σκοτεινιᾶς
Ἔξω ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου
Νὰ χλιμιντρήσει κορωμένος ὁ ἄνεμος
Ν᾿ ἀστράψει ὁ πόθος Λουμπαρδιάρης
Νὰ ροβολήσει ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ βουνά
Ψάλλοντας τὴν ἀγάπη
Ἕνα ἔθνος ὀξιές
Μὲ τὴν ὑγεία τῆς καταιγίδας στὶς σημαῖες του.


IV
Ἀκούγεται ἀπὸ τὴν περπατηξιά σου ἡ δόξα
Ὅπως ἀκούγεται ἀπ᾿ τὸ βρόντημα τοῦ μπρούντζου ὁ ἥλιος
Μελαψὸ παλληκάρι
Ποὺ ἀκουμπᾶς ἐπάνω στὴν Ἑλλάδα
Μὲ τὸ κουράγιο ποὺ ἀκουμπάει στὴ μπόρα τὸ ἔλατο
Καὶ σοῦ πᾶν οἱ αἰῶνες ὅπως τῆς πάει τῆς ἀντρειᾶς
Τὸ λουλούδι στὰ δόντια καὶ τὸ μπὰμ
Τῆς πιστολιᾶς
Πέρασαν μές στὴ μνήμη σου μῆνες ἀνέμων
Ἡ φωνή σου σκοτείνιασε σὰν δρυμός
Εἶδες κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια σου νὰ ξεκοιλιάζουνται ἄλογα
Δάση νὰ τρῶν φωτιὲς ἀνθρώπους ἄνθρωπο
Εἶδες μιὰ πέτρα τρυπημένη ἀπὸ κραυγὴ θανάτου
Νὰ σηκώνει τὴ σκιά της τέρας
Μιὰ γυναίκα μὲ ράμφος καὶ φτερά
Νὰ σπαράζει δείχνοντας ψηλά
Τὸ φεγγάρι στὸ στόμα τῆς φοβέρας
Τίποτα σύ! Μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ χρόνου
Ζώνεσαι γύρω σου τὸ διάστημα
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύομαι
Λές, ἡ ματιὰ τοῦ ἀρνιοῦ σκοτώνει τὰ τσακάλια,
Μέσα στὴ χώρα τώρα ποὺ ὀνειρεύεσαι
Μελαψὸ παλληκάρι
Λέω: Ἡ ἐλπίδα τὄφτασε τὸ μπόι τῆς κορασιᾶς
Εἶν᾿ ἕτοιμη ἡ καρδιὰ τοῦ ἀντρὸς νὰ μαχαιρώσει ἀτσάλι
Κύττα: σελλώνει ὁ ἄνεμος τὰ ὄνειρα
Σπίθες πετοῦν τὰ πέταλα στὸ πυρρὸ νέφος
Ἡ μέρα ὅπου καὶ νἆναι μὲ λούλουδα μηλιᾶς
Θὰ βγεῖ νὰ σεργιανίσει πάλι στὸ ἀρχιπέλαγος!


V
Σφίξε στὰ χέρια σου μιὰ νίκη ποὺ δὲν ἦρθε ἀκόμα
Στὰ δόντια σου τὸ ὑστερικὸ φάντασμα τῆς φωτιᾶς
Μὲ τὰ κλαριὰ ποὺ ἕνα κοράλλι ξέχασε
Ν᾿ ἀνάβουνε ἀπὸ τὴ γητειὰ τοῦ παραδείσου
Σκέψου τὸ αὐγὸ ποὺ οἱ μέρες σου οἱ αὐριανὲς κλωσσᾶνε
Τὸ ἄστρο ποὺ ἡ νύχτα ἐξόρισε ἀπὸ τὸ στῆθος σου
Γιὰ νὰ τὸ πεθάνει
Σφίξε στὰ σπάργανα τοῦ Γεναριοῦ ὅπου κρύβεται τὸ μίσος
Καὶ τὸ δικό σου ἀδικοσκοτωμένο πόθο
Τὴ μιλιὰ ποὺ δὲ βρῆκε τὸ γενναῖο της στόμα
Τὸ χτικιὸ τῆς ἀγάπης σου
                                                    Γιατὶ δὲν ἦρθε ἀκόμα
Ἡ ὥρα νὰ μπεῖ στὸ κάθε πράγμα ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς
Νὰ συνεπάρει τὰ σπαρτὰ μιὰ τραμουντάνα ὑγείας
Νὰ πιεῖ ὁ χυμὸς τῆς θύμησης τὸ θελκτικό του μέλλον
Ν᾿ ἀνθοβολήσουν κερασιὲς μὲς στὰ σγουρὰ μαλλιά
Νὰ καταργήσει ὁ λόγος τὸ χρυσάφι.


VI
Χτύπα τὴν πόρτα στὴν καρδιὰ τῆς τυχερῆς σου μέρας
Φώναξε δυνατὰ τὸν ἥλιο
Ἄντρα, θυμήσου τὴ γενιά σου
Πάρε τὸ ὕφος τοῦ βουνοῦ
Ποὺ καμαρώνει μέσα στὶς κοιλάδες
Τὴν κόψη τοῦ κυπαρισσιοῦ
Ὅταν ὁρίζει ἕνα κατακόκκινο ἄστρο Ἀντάρη
Ἐπαναστάτη
Σὲ νύχτες ποὺ ἔσυρε ὁ νοτιάς μέσ᾿ στὴ σκουριὰ τοῦ πένθους
Σὲ νύχτες ποὺ τὸ φῶς ἀλλαξοπίστησε
Ἄντρα, θυμήσου τὴ γενιά σου
Ἐθελοντή
Δούλεψε τὴ φωτιά
Ρίξε μιὰ τουφεκιά
Στὴ λόχμη τῶν πουλιῶν τοῦ ἀνάξιου παραδείσου.
Θησαυριστὲς τοῦ βούρκου
Τοῦ ἥλιου μεροκαματιάρηδες
Ποὺ μές στὰ χέρια σας ἡ τύχη κουρελιάστηκεν
Ἔννοια σας, δὲ θὰ πᾶν χαμένες οἱ ἀστραψιὲς
Τοῦ πάθους ποὺ ἀχτιδώνει τὰ μελλούμενα
Κιόλας πλανιέται στὸν ἀγέρα τῆς φωνῆς ἡ σάλπιγγα
Καιρὸς ν᾿ ἀνοίξουν τ᾿ οὐρανοῦ οἱ γαμήλιες εὐωδιές
Νὰ μπεῖ τοῦ τραγουδιοῦ ὁ λαλὲς στὰ περβολίσια νειᾶτα
Τοῦ κάθε ἀγῶνα ἡ τρικυμία νὰ σπαρθεῖ στὴ θάλασσα
Φτέρες νὰ στείλουν μήνυμα στὰ πρωινὰ πουλιά:
Καιρός, καιρὸς νὰ ξημερώσει πιά
Ἡ Ἀνατολὴ περήφανη σ᾿ ἀδερφικὴ ἀγκαλιά!


VII
Τριώνι τῆς θαλασσινῆς νυχτιᾶς· Ἄλετροπόδι
Ποὺ σὰ νεύεις μὲ χρυσοὺς σταυρούς
Τὰ πεισματάρικα παιδιὰ τῆς χίμαιρας·
Καὶ σὺ ἐκστατικό μου Ἐλίκι
Στὴν ἀσημένια ζώνη τῆς ματιᾶς μου
Ἀπόψε
Ἀγρυπνήσετε
Κι ὅταν φυσήξει ἀπ᾿ τὰ βουνὰ τῆς ἐρημιᾶς ἡ γιάμπολη
Σταλάζοντας πικρὰ στὴν ὑπνωμένη γῆς
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Σὲ βάτους ποὺ ἔφτυσαν φωτιὰ καὶ τώρα κρυώνουν
Σὲ δέντρα ποὺ ματώσαν, σ᾿ ἐρημοκκλησιές ποὺ ράισαν
Σὲ μοναξιὲς ἀπέραντες μαρμαρωμένου ἀνέμου
Σὲ φέγγη ποὺ ἀνατρίχιασαν ἕνα ἀθῶο κορμί
Σ᾿ ἀγκάθια ποὺ φαρμάκωσαν ἕνα φεγγάρι
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Στὶς σπαραγμένες σάρκες τοῦ γκρεμοῦ
Στά ρίγη ποὺ κρυστάλλωσαν τὶς ἀγωνίες τοῦ λόγγου
Γιὰ μιὰ στερνὴ φορά
Φωνάζω
Ἀκουρμαστεῖτε τὴ φωνὴ τοῦ λύκου
Ἄστρα, ὁ χρησμός σας δὲ θὰ πάει χαμένος
Παιδιά, ὁ χαμὸς ὁ χαλασμὸς ἡ πεῖνα
Κι ἡ ἀνάγκη τρεμοσβυοῦν στὸ ψυχορράγημα
Ὀρθώσετε τ᾿ ἀρματωμένα χέρια
Ξετελέψετε
Θάλασσα, χίμαιρα, ἔκσταση
Ἑτοιμάσετε τὴ χώρα σας
Τοῦ χάρου τὴ φωνὴ δὲν θὰ τὴν ἀνεχτοῦμε.
Ἡ μέρα εἶναι κοντὰ ποὺ θὰ ψοφήσει ὁ λύκος
Ποὺ ἡ ἀπονιὰ θὰ φάει τὶς σάρκες της
Ποὺ θὰ βουτήξει σὲ μιὰ δόξα μύρου τὸ βουνό
Καὶ ποὺ ἡ ψυχὴ θ᾿ ἀνάψει ἀπὸ τὶς μυστικές φλογίτσες σας
Ὅπως καὶ πρὶν Τριώνι, Ἀλετροπόδι, Ἐλίκι!





ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ
Με την ευκαιρία της πρόσφατης αναδρομικής μου έκθεσης στο Πανεπιστήμιο του Alcala de Henares, της Μαδρίτης, στο πλαίσιο της οποίας παρουσίασα και τα βιβλία που φιλοτέχνησα με χαρακτικά μου, αναρτώ εδώ με συγκίνηση το συνθετικό ποίημα Η ΚΑΛΩΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΛΥΚΟΠΟΡΙΕΣ του Οδυσσέα Ελύτη, καθώς και τέσσερα από τα ευρισκόμενα στο Αρχείο μου γράμματα του Νομπελίστα ποιητή μας, που αναφέρονται σε λεπτομέρειες της συνεργασίας μας για την έκδοση του εν λόγω ποιήματος. 

Οι δραματικές ανθρωπο-λυκοποριές στις οποίες και πάλι βρίσκεται η πατρίδα μας, καθιστούν το πατριωτικό αυτό ποίημα ιδιαίτερα επίκαιρο και ωφέλιμο, όπως ακριβώς το χαρακτήριζε το 1975 ο ίδιος ο δημιουργός του, σε σχέση με τη δύσκολη συγκυρία εκείνων των ημερών…
Δημήτρης Παπαγεωργίου (DIMITRI)
Μαδρίτη, 31 Μαϊου 2013

περισσότερα εδώ

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Η μορφή της μοίρας
... άφησε μη ρωτάς, περίμενε∙ το αίμα, το αίμα/ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Αι-Γιώργη τον καβαλάρη/για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το/δράκοντα.

Νικόλαος Γύζης - Μάνα και παιδί

Ιστορισμένα παραμύθια στην καρδιά μας

σαν ασημένια σκούνα μπρος στο τέμπλο
μιας άδειας εκκλησίας, Ιούλιο στο νησί.
Γ.Σ.

Η μορφή της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μιας σκοτεινή βραδιά του
Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που
τρίζουν
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην
αυλή.

Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας
μαυρομαντιλούσας
χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στή-
θος άσπρο σαν το γάλα
κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρ-
μένος
πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθού-
σαν
καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα
κι όταν ακόμη ανεμίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το
λάκκο των κυμμάτων∙
σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους
ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,
γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη
λόγχη,
γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος από τη
γυναίκα
που κοίταξε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε καθόλου
να μιλήσει,
γιατί σου στέρησαν το φως, το πέλαγο, το ψωμί.

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα
γραμμένα,
ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πρα-
μάτεια∙
ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω
από μας;

Άφησε μη ρωτάς∙ τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι
γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια
δεμένα,
άφησε μη ρωτάς, περίμενε∙ το αίμα, το αίμα
ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Αι-Γιώργη τον καβαλάρη
για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το
δράκοντα.

1η Οχτώβρη ‘41

Ανάλυση
Ένα χρόνο αφότου έχει ξεκινήσει στην Ελλάδα ο μεγάλος πόλεμος, ο Γιώργος Σεφέρης αποτυπώνει στο έντονα θεατρικό αυτό ποίημα τη φρίκη της φονικής λαίλαπας που έχει χτυπήσει τη χώρα. 
Ο παραλογισμός της αιματηρής αυτής σύρραξης προσεγγίζεται με τρόπο σχεδόν μοιρολατρικό, εφόσον είναι σαφές πως δεν μπορεί να δοθεί απάντηση στο εναγώνιο «γιατί» τόσων αθώων ανθρώπων που βλέπουν τη ζωή τους να ρημάζεται διαμιάς. 
Ο ποιητής, αν και κατέχει υψηλή διπλωματική θέση, ως Διευθυντής του τότε Τμήματος Εξωτερικού Τύπου, που του επιτρέπει να έχει πρόσβαση σε σημαντικές πηγές πληροφόρησης, στέκει το ίδιο ενεός απέναντι σ’ αυτή τη συμφορά, όπως και κάθε άλλος πολίτης. Του είναι αδύνατο να κατανοήσει το πώς οι άνθρωποι έφτασαν σ’ ένα τέτοιο σημείο βαρβαρότητας και απανθρωπιάς. 
Έτσι, μη έχοντας να δώσει κάποια εξήγηση, αρκείται στην καταγραφή μιας προσδοκίας -που λειτουργεί ίσως τη στιγμή που γράφεται περισσότερο ως απόπειρα παραμυθίας παρά ως ουσιαστική πεποίθηση- ότι κάποια στιγμή θα επέλθει η αναγκαία αντεκδίκηση ή καλύτερα η αναγκαία αντίδραση που θα θέσει οριστικό τέρμα στη φονική δράση των ανελέητων κατακτητών.

Η μορφή της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μιας σκοτεινή βραδιά του
Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που
τρίζουν
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην
αυλή.

Το ποίημα ξεκινά με αφηγηματικές αναφορές στη γέννηση ενός παιδιού μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη∙ το Φλεβάρη του 1940, όταν ο ελληνικός στρατός συνέτριβε ουσιαστικά τις ιταλικές δυνάμεις και σημείωνε εκπληκτικές νίκες κατά των πρώτων εκείνων εισβολέων∙ το Φλεβάρη του 1940 που ακόμη τίποτε δεν προμήνυε το μέγεθος της καταστροφής που θα επερχόταν στη χώρα από τη στιγμή που θα εμπλεκόταν στην αναμέτρηση κι η Γερμανία.
Το σκηνικό που συνθέτει ο ποιητής είναι ιδιαίτερα υποβλητικό. Μια ακαθόριστη γυναικεία μορφή, που ενσαρκώνει τη Μοίρα, παρίσταται στη γέννηση ενός παιδιού -ενός αθώου και πάναγνου παιδιού-, με τη σαφή πρόθεση να καθορίσει την πορεία της ζωής του∙ να αποφανθεί για το μέλλον του και την καλοτυχία ή ενδεχομένως την ατυχία που θα το συνοδεύει από εκείνη τη στιγμή και μετά. Ενώ, την ίδια στιγμή, τ’ αστέρια περιστρέφονται, λαμβάνοντας τη θέση που θα σηματοδοτεί το ακριβές χρονικό σημείο της γέννησης του παιδιού∙ κι ο άνεμος προσδίδει με την έντασή του μια δυσοίωνη αίσθηση.
Το όλο σκηνικό συμπληρώνεται ηχητικά με τα τριξίματα της σκάλας από τα βήματα των γεροντισσών που φέρνουν τα γιατροσόφια για τη λεχώνα, και οπτικά με τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς που βρίσκονται ολόγυμνα στην αυλή, παραδομένα κι αυτά στο χειμωνιάτικο κλίμα.
Τι είναι αυτό που ωθεί τον Σεφέρη, έναν ποιητή με τόσο σαφή γνώση των ιστορικών εξελίξεων της εποχής του να καταφύγει στην υπερκόσμια και άλογη μορφή της μοίρας προκειμένου να εξηγήσει ή να κατανοήσει τον παραλογισμό των γεγονότων εκείνων; 
Ίσως η δυσκολία να ερμηνεύσει μέσω της λογικής τόσο την έκταση που έλαβαν οι πολεμικές εκείνες αναμετρήσεις όσο και την ακραία απάνθρωπη βιαιότητά τους. Υπάρχει, άλλωστε, τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να γνωρίζεις ή να υποθέτεις εκ των προτέρων πως οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις οδηγούν σε μια πολεμική σύγκρουση και στο να βλέπεις γύρω σου τους ανθρώπους να ξεπερνούν κάθε μέτρο και να επιδίδονται σε ανελέητες σφαγές. Πρόκειται για μια βιαιότητα τόσο έξω από τη λογική και τη φύση του ποιητή, που, εύλογα, τον αναγκάζει να αναζητήσει την πηγή αυτού του μίσους κι αυτής της αγριότητας πέρα από τα στενά όρια των εθνικών και οικονομικών ανταγωνισμών. 
Ίσως, τελικά, ό,τι κινεί τα νήματα αυτού του φονικότατου πολέμου να είναι μια άλλη μορφής ανάγκη∙ μια ανάγκη που υπηρετεί τους σχεδιασμούς της ίδιας της Μοίρας.
Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας
μαυρομαντιλούσας
χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στή-
θος άσπρο σαν το γάλα
κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρ-
μένος
πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Η μορφή της μοίρας που στέκει πάνω απ’ την κούνια του παιδιού, φορώντας το μαύρο μαντίλι της, χαμογελά αμφίσημα, μιας και κανείς δεν μπορεί να ξεδιαλύνει αν το χαμόγελο αυτό φανερώνει κάποια ευνοϊκή διάθεση ή αντιθέτως έναν ψυχρό υπολογισμό. 
Με τα βλέφαρα χαμηλωμένα και το ολόλευκο στήθος της, στέκει εκεί και προδιαγράφει το μέλλον του νεογέννητου παιδιού, αδιάφορη για τον ερχομό του πατέρα του. Τίποτε, άλλωστε, δεν μπορεί να επηρεάσει το δικό της το έργο, ούτε καν η αγάπη του πατέρα, που δίχως άλλο θα έκανε το οτιδήποτε για να προστατεύσει το αθώο αυτό παιδί από τη σκληρότητα του κόσμου.
Ο πατέρας, ο θαλασσοδαρμένος καραβοκύρης, έρχεται στο σπίτι και πετά σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο από τα χειμωνιάτικα κύματα σκουφί του, χωρίς να γνωρίζει πως την ίδια στιγμή η μοίρα παίρνει αμετάκλητες αποφάσεις για το μέλλον του παιδιού του∙ αποφάσεις που σχετίζονται άμεσα μ’ εκείνον.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθού-
σαν
καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα
κι όταν ακόμη ανεμίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το
λάκκο των κυμμάτων∙
σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους
ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Σ’ αυτόν τον θαλασσοδαρμένο καραβοκύρη αναφέρεται ο ποιητής -απευθύνοντάς του μάλιστα σε β΄ πρόσωπο τα λόγια του-, επισημαίνοντας πως τα περιστατικά που σχετίζονταν με τη γέννηση του παιδιού του, όπως και τα πρόσωπα που συμμετείχαν σ’ αυτά τα γεγονότα είναι όσα κρατούσε στην ψυχή του και τον ακολουθούσαν όλο το αμέσως επόμενο διάστημα. 
Τη στιγμή που ετοίμαζε τα δίχτυα στην ακρογιαλιά, αλλά και τη στιγμή που έπλεε δευτερόπριμα (με τον καιρό στο ισχίο της πρύμης), κοιτάζοντας το λάκκο που σχημάτιζαν τα κύματα της θάλασσας∙ τον ίδιο το λάκκο που σχηματίζεται σ’ όλες τις θάλασσες και σ’ όλους τους κόλπους που έτυχε να τον οδηγήσουν τα ταξίδια του, εκείνος είχε στη σκέψη του τη γέννηση του παιδιού του και τα πρόσωπα της οικογένειάς του, για τα οποία και δούλευε πια όσο πιο σκληρά μπορούσε.
............
η συνέχεια εδώ: latistor

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Jorge Luis Borges - Ο Ερωτευμένος
The Lover (the admirer)

TANGO OF LOVE — Palette knife Oil Painting on Canvas by Leonid Afremov
Φεγγάρια, όργανα, σεντέφια, ρόδα, λάμπες
καθώς επίσης και του Ντύρερ οι γραμμές
οι εννιά αριθμοί, το μεταβλητό μηδέν,
όλα αυτά, πρέπει να προσποιηθώ ότι υπάρχουν.

Πρέπει να προσποιηθώ πως κάποτε υπήρξαν
η Ρώμη και η Περσέπολη κι ότι μια σκόνη
φτενή καταμέτρησε των επάλξεων τη μοίρα
που έσβησαν οι αδήριτοι αιώνες.

Πρέπει να επινοήσω την πυρά και τα όπλα
του έπους και τα απύθμενα πέλαγα
που ροκανίζουν τα θεμέλια της οικουμένης.

Πρέπει να υποκριθώ ότι υπάρχουν κι άλλοι. Ψέματα.
Μονάχα εσύ υπάρχεις. Η δυστυχία μου, εσύ
και η ευτυχία μου, απλή μαζί και ανεξάντλητη.

Ποιήματα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, 
Εισαγωγή, Ανθολόγηση, Μετάφραση, Σημειώσεις: Δημήτρης Καλοκύρης, 
εκδόσεις Πατάκη

The Lover (the admirer)

Moons, ivories, instruments, roses,
lamps and the line of Dürer,
the nine figures and the variable zero,
I shall pretend that these things exist.

I shall pretend that in the past they were
Persepolis and Rome and that fine
sand measured the fate of the crenel
that the centuries of iron undid.

I shall pretend the arms and the pyre
of the epic and the heavy seas
that gnaw from the pillars of the Earth.

I shall pretend there are others. It’s a lie.
It’s only you. You, my misfortune
and my fortune, inexhaustible and pure.

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Ὕμνοι — Μεγαλυνάρια


Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, 
μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, 
τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον 
καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. 
Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ 
καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, 
τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, 
τήν ὄντως Θεοτόκον 
Σέ μεγαλύνομεν.

Τήν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν 
καί καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν, 
τήν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας, 
τήν Δέσποιναν τοῦ κόσμου 
ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἀπό τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, 
ἀσθενεῖ τό σῶμα, ἀσθενεῖ μου καί ἡ ψυχή. 
Πρός Σέ καταφεύγω τήν Κεχαριτωμένην,
ἐλπίς ἀπηλπισμένων, 
Σύ μοι βοήθησον.

Δέσποινα καί Μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ, 
δέξαι παρακλήσεις ἀναξίων Σῶν ἱκετῶν, 
ἵνα μεσιτεύσης πρός τόν ἐκ Σοῦ τεχθέντα, 
ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου 
γενοῦ μεσίτρια.

Ψάλλομεν προθύμως Σοί τήν ὠδήν, 
νῦν τῆ πανυμνήτῳ Θεοτόκῳ χαρμονικῶς. 
Μετά τοῦ Προδρόμου καί Πάντων τῶν Ἁγίων 
δυσώπει, Θεοτόκε, 
τοῦ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς.

Ἄλαλα τά χείλη τῶν ἀσεβῶν, 
τῶν μή προσκυνούντων τήν Εἰκόνα Σου τήν σεπτήν, 
τήν ἱστορηθεῖσαν ὑπό τοῦ Ἀποστόλου 
Λουκᾶ ἱερωτάτου, 
τήν Ὁδηγήτριαν.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ Ι-VΙΙ. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας.

Landscape with the Fall of Icarus in the Musée des Beaux Arts
Ι
Μια μέρα τη ζωή που 'χασα την ξαναβρήκα στα μάτια ενός νέου μο-
σχαριού που με κοίταζε μ' αφοσίωση. Κατάλαβα πως δεν είχα γεν-
νηθεί στην τύχη. Βάλθηκα να σκαλίζω τις μέρες μου, να τις φέρνω
άνω κάτω, να ψάχνω. Ζητούσα να ψαύσω την ύλη των αισθημά-
των. Ν' αποκαταστήσω, από τις νύξεις που έβρισκα διάσπαρτες μέ-
σα στον κόσμο αυτόν, μιαν αθωότητα τόσο ισχυρή που να ξεπλένει
τα αίματα -το άδικο- και να εξαναγκάζει τους ανθρώπους να μου
αρέσουν.

Δύσκολο - αλλά πως να γίνει; Κάποτε νιώθω να 'μαι τόσοι πολλοί
που χάνομαι. Θέλω να πραγματοποιηθώ έστω και στο μάκρος μιας
ηλικίας που να ξεπερνά τη δική μου.

Αν η ψευτιά δεν υπάρχει τρόπος να καταβληθεί ούτε από το χρόνο,
τότε το παιχνίδι το έχασα.

II

Κατοίκησα μια χώρα που 'βγαινε από την άλλη, την πραγματική,
όπως τ' όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν
Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη
έμοιαζε· τόσο άπιαστη.

Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς σει-
σμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση στα πράγμα-
τα να τ' απαλλάξω από κάθε αξία. Μελετούσα τ' Ακοίμιστα και την
Ερημική ν' αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, μοναστηράκια,
κρήνες. Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοει-
δή που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μα 'ταν η ευωδία τόση που
φοβήθηκα. Κι έπιασα σιγά σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να
την καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
'Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει.

III
Λοιπόν τριγύριζα μέσα στη χώρα μου κι έβρισκα τόσο φυσική τη λι-
γοσύνη της, που 'λεγα πως, δε γίνεται, θα πρέπει να 'ναι από σκοπού
το ξύλινο τούτο τραπέζι με τις ντομάτες και τις ελιές μπρος στο πα-
ράθυρο. Για να μπορεί μια τέτοια αίσθηση βγαλμένη απ' το τετράγω-
νο του σανιδιού με τα λίγα ζωηρά κόκκινα και τα πολλά μαύρα να
βγαίνει κατευθείαν στην αγιογραφία. Και αυτή, αποδίδοντας τα ίσα,
να προεχτείνεται μ' ένα μακάριο φως πάνω απ' τη θάλασσα εωσότου
αποκαλυφθεί της λιγοσύνης το πραγματικό μεγαλείο.

Φοβούμαι να μιλάω μ' επιχειρήματα που μόνον η άνοιξη δικαιωμα-
τικά διαθέτει: όμως την παρθενία που πρεσβεύω έτσι την αντιλαμβά-
νομαι και μόνον έτσι τη φαντάζομαι να κρατάει τη μυστική της αρε-
τή: μεταβάλλοντας σε άχρηστα όλα τα μέσα που θα μπορούσαν να
επινοήσουν οι άνθρωποι για τη συντήρηση και την ανανέωσή της.

IV
Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ' έναν Botti-
celli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θά-
λασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περ-
πατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι
η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρα-
νός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό.

Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας.

V

Θέλω να 'μαι ειλικρινής όσο και το λευκό πουκάμισο που φορώ· και
ίσιος, παράλληλος με τις γραμμές πόχουν τα ξοχόσπιτα κι οι περι-
στεριώνες, που δεν είναι καθόλου ίσιες κι ίσως γι' αυτό στέκουνε το-
σο σίγουρα μες στην παλάμη του Θεού.

Τείνω μ' όλους μου τους πόρους προς ένα -πώς να το πω;- περι-
στρεφόμενο, εκθαμβωτικό ευ. Από το πως δαγκώνω μέσα στο φρούτο
έως το πως κοιτάζω απ' το παράθυρο αισθάνομαι να σχηματίζεται μια
ολόκληρη αλφαβήτα, που πασχίζω να βάλω σ' ενέργεια με την πρόθε-
ση ν' αρμόσω λέξεις ή φράσεις, και την απώτερη φιλοδοξία, ίαμβους
και τετράμετρα. Που σημαίνει: να συλλάβω και να πω έναν άλλο, δεύ-
τερο κόσμο, που φτάνει πάντα πρώτος μέσα μου. Μπορώ μάλιστα να
φέρω μάρτυρες ένα σωρό ασήμαντα πράγματα: βότσαλα που τα ρίγω-
σαν οι τρικυμίες, ρυάκια μ' ένα κάτι παρήγορο στο κατρακυλητό τους,
μυριστικά χορτάρια, λαγωνικά της αγιοσύνης μας. Μια ολάκερη φι-
λολογία, οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι, οι κατοπινοί χρονογράφοι
και υμνωδοί· μια τέχνη, ο Πολύγνωτος, ο Πανσέληνος: όλοι τους βρί-
σκονται μεταγλωττισμένοι και στενογραφημένοι μέσα εκεί από το
λείο, το χλοερό, το δριμύ και το εκστατικό, που η μόνη γνήσια και
αυθεντική τους παραπομπή ενυπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου.

Αυτή την ψυχή τη λέω αθωότητα. Κι αυτή τη χίμαιρα, δικαίωμά μου.

VI
Ω ναι, μια σκέψη για να 'ναι πραγματικά υγιής -άσχετο σε τι αναφέ-
ρεται- πρέπει ν' αντέχει στο ύπαιθρο. Και όχι μόνον. Πρέπει την
ίδια στιγμή στην ευαισθησία μας να 'ναι καλοκαίρι.

Λίγο, δυο - τρεις βαθμούς πιο χαμηλά, τετέλεσται: το γιασεμί σωπαί-
νει, ο ουρανός γίνεται θόρυβος.

VII
Χείλι πικρό που σ' έχω δεύτερη ψυχή μου, χαμογέλασε!


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Ὕμνοι — Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις ...

Παναγία Πυροβοληθείσα – Ιερά Μονή Βατοπεδίου
Χρυσοπλοκώτατε πύργε,
καὶ δωδεκάτειχε πόλις,
ἠλιοστάλακτε θρόνε,
καθέδρα τοῦ Βασιλέως,
ἀκατανόητον θαῦμα,
πῶς γαλουχες τὸν Δεσπότην;

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Alfred Tennyson — Η Δεσποσύνη του Σαλότ - The Lady of Shalott

Ο μύθος του βασιλιά Αρθούρου στους Προραφαηλίτες ζωγράφους
The Lady of Shalott William Maw Egley (1858) Sheffield City Art Galleries

Μέρος Ι

Στου ποταμού κάθε πλευρά
απλώνονται αγροί με σιτηρά,
που ντύνουνε τον κάμπο ως τον ορίζοντα
κι ο δρόμος μέσ’ απ’ τον αγρό τραβά
για το πολύπυργο το Καμελότ
κι ο κόσμος πάνω-κάτω τριγυρνά,
τα κρίνα που ανθίζουνε κοιτά
γύρω από μια νήσο, κάτω εκειδά,
τη νήσο του Σαλότ.

Ιτιές λευκαίνουν, λεύκες φρικιούν,
αύρες ανάλαφρες σκιάζουν και ριγούν
μέσ’ από τον αέναο τον ρουν
του ποταμού που τα νερά του αργοκυλούν
πλάι στο νησί κατά το Καμελότ.
Τέσσερις τοίχοι σκυθρωποί, τέσσερις πύργοι σκυθρωποί,
δεσπόζουν σε μια περιοχή λουλουδιαστή,
και το πνιγμένο στη σιωπή νησί
έχει αγκαλιά τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Στην ακροποταμιά, με πέπλο τις ιτιές,
σέρνουν τις φορτηγίδες που γλιστρούν βαριές
άλογα αργοκίνητα – κι οι φελούκες ταπεινές
με τις φτερούγες τις μεταξωτές
ξαφρίζουν το νερό, γοργοπετούν κατά το Καμελότ:
Μα ποιός την είδε χέρι να κινεί;
Ή στο παράθυρο στητή;
Ή μήπως είν’ γνωστή σ’ όλη την περιοχή,
η Δεσποσύνη του Σαλότ;

Μονάχα κάτι θεριστές οπού θερίζουνε σκυφτοί
μες στον αθέρα των σταχυών απ’ την αυγή,
ακούν ένα τραγούδι που χαρούμενα αντηχεί
από του ποταμού τη φιδωτή ροή
κατά το πυργωμένο Καμελότ:
Και με το φεγγαρόφωτο, αποκαμωμένος πια
να υψώνει θυμωνιές σε αιθέρια υψίπεδα,
ακούει ο θεριστής, και λέει ψιθυριστά:
«Είν’ η νεράιδα, η Δεσποσύνη του Σαλότ.»


Μέρος ΙΙ
Να την που υφαίνει νύχτα-μέρα με τον αργαλειό
με χαρωπά χρώματα δίχτυ μαγικό.
Μια μέρα ακούει μήνυμα ψιθυριστό,
κατάρα, λέει, την ακολουθεί αν μείνει εδώ
να βλέπει από ψηλά το Καμελότ.
Ποιά να ‘ναι η κατάρα, δε γνωρίζει,
κι έτσι το πλέξιμό της συνεχίζει.
Άλλο δεν έχει να φροντίζει
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κι απ’ τον καθρέφτη που σ’ αυτήν μπροστά
κρέμεται όλη τη χρονιά, με μία δρασκελιά
του κόσμου βγαίνουν τα φαντάσματα.
Βλέπει εκεί μπροστά τη δημοσιά
που φιδοσέρνεται κατά το Καμελότ:
Εκεί, του ποταμού οι δίνες στροβιλίζονται.
Εκεί οι κακότροποι χωριάτες συνωστίζονται,
κι εκεί οι άλικες φούστες των πωλητριών λικνίζονται,
όπως περνούν μπροστά από το Σαλότ.

Καμιά φορά ένα σμάρι δεσποινάρια όλο ξενιασιά,
ένας ηγούμενος μ’ ανάλαφρη περπατησιά,
καμιά φορά ένα βοσκόπουλο μ’ ολόσγουρα μαλλιά,
ή μακρυμάλλης γόνος ευγενών με ρούχα βυσσινιά,
τραβούν κατά το πυργωμένο Καμελότ.
Και μερικές φορές μέσ’ από τον καθρέφτη τον γλαυκό
οι ιππότες φτάνουν έφιπποι δυο-δυο:
Δεν έχει εκείν’ ιππότη αφοσιωμένο, αληθινό,
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μ’ ακόμη μες το δίχτυ της είναι σαγηνεμένη
τα καθρεφτίσματα τα μαγικά να υφαίνει,
γιατί συχνά στης νύχτας τη σιωπή συνέβη να διαβαίνει
μια νεκρική πομπή, με φώτα και λοφία στολισμένη
και να τραβά με μουσικές κατά το Καμελότ.
Ή πάλι, όταν το φεγγάρι ήταν ψηλά,
κι ήρθαν δυο νιοί και νιόπαντροι εραστές σιμά –
είπε «δεν τα μπορώ πια τα φαντάσματα»
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μέρος ΙΙΙ

Απ’ τη μαρκίζα του μπουντουάρ της σα σαϊτα,
ήρθε καβάλα εκείνος μέσ’ απ’ τα δεμάτια,
ο ήλιος εκθαμβωτικός ανάμεσ’ απ’ τα φύλλα,
ήρθε και φλόγισε την μπρούτζινη περικνημίδα
του θαρραλέου Σερ Λανσελότ,
ιππότη με τον κόκκινο σταυρό γονατιστού
για πάντα μπρος σε μια Κυρά με την ασπίδα του,
που άστραφτε καταμεσής του κίτρινου αγρού
πλάι στ’ απόμακρο Σαλότ.

Αστράψανε τα στολισμένα χαλινάρια,
όπως εκείνα τα γιομάτα άστρα κλωνάρια
που βλέπουμε κρεμάμενα στο χρυσαφένιο Γαλαξία.
Σήμαναν στα ηνία κουδουνάκια όλο ευθυμία
έτσι που κατηφόριζε προς Καμελότ.
Κι απ’ τον οικόσημα γεμάτον τελαμώνα
κρεμόταν ασημένια σάλπιγγα που έβγαζε κορώνα.
Κάλπαζε κι ηχούσε η πανοπλία σαν καμπάνα,
πλάι στ’ απόμακρο Σαλότ.

Η μέρα καταγάλανη, διόλου συννεφιασμένη,
η σέλα έλαμπε πετράδια φορτωμένη,
η περικεφαλαία με το φτερό πυρακτωμένη
σαν φλόγα στα ουράνια υψωμένη,
έτσι που κατηφόριζε προς Καμελότ.
Όπως συχνά μες στην πορφύρα της νυκτός
κάτω από δέσμη αστεριών λαμπρός
μετεωρίτης με αγανό, αφήνοντας ουρά από φως,
κινείται πάνω απ’ το γαλήνιο Σαλότ.

Το πλατύ καθάριο μέτωπό του στη λιακάδα γυάλιζε –
πάνω σε οπλές στιλπνές το άτι του βημάτιζε,
κάτ’ απ’ το κράνος του ένας χείμαρρος ξεχείλιζε:
οι κατάμαυροι βόστρυχοί του όπως κάλπαζε,
όπως κάλπαζε κατά το Καμελότ.
Από την όχθη κι απ’ τον ποταμό
αντανακλούσε μες στο κρυσταλλένιο κάτοπτρο,
«Τραλά λαρά», πλάι στον ποταμό
τραγούδαγ’ ο Σερ Λάνσελοτ.

Παράτησε το δίχτυ, παρατά τον αργαλειό,
έκανε τρία βήματα μες στο δωμάτιο,
είδε το που άνθιζε το νούφαρο,
είδε την περικεφαλαία με το φτερό,
κοίταξε κάτωθι το Καμελότ.
Το δίχτυ ανέμισε διάπλατα στον αγέρα –
ράγισε ο καθρέφτης πέρα ως πέρα –
βγάζει κραυγή «Έπεσε πάνω μου η κατάρα»
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μέρος ΙV

Του λεβάντε η μάνητα που σύριζε,
τα χλωμά κίτρινα δέντρα λύγιζε.
Το φαρδύ ρέμα στις όχθες του κλαυθμήριζε,
μολύβι ο ουρανός χείμαρρους άδειαζε
πάνω στο πυργωμένο Καμελότ.
Κατέβηκε, βρήκε μια βάρκα λικνιστή,
κάτω από μιαν ιτιά να ‘χει αφεθεί,
και στην πλώρη γύρω γράφει τούτη τη γραφή:
Η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κάτω στου ποταμού τη σκοτεινή έκταση
σαν κάποιο θαρραλέο μάντη σ’ έκσταση,
που βλέπει τη δική του οικτρή κατάσταση –
παγερή, ανέκφραστη
κοίταξε το Κάμελοτ.
Και στης μέρας το τελείωμα
έλυσε το σχοινί, και ξάπλωσε κατάχαμα.
Την πήρε το μεγάλο ρέμα πέρα μακριά,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κείτονταν, ντυμένη το λευκό χιονάτο φόρεμά της
που ανέμιζε ανάλαφρα δεξιά κι αριστερά της.
Πέφταν’ απαλά τα φύλλα πάνωθέ της.
Καταμεσής της τύρβης της νυχτιάτικης
έπλεε προς το Καμελότ.
Κι όπως έσχιζε η πλώρη τα νερά με ελιγμούς
ανάμεσα από λόφους με ιτιές κι αγρούς,
το τελευταίο να τραγουδά τραγούδι της ν’ ακούς,
τη Δεσποσύνη του Σαλότ.

Μια θρηνωδία άκουσε να άδεται σεπτά,
τη μια στεντόρεια, την άλλη σιγανά,
ωσότου πάγωσε το αίμα της σιγά-σιγά,
σκοτείνιασαν τα μάτια της τελειωτικά,
στραμμένα προς το Καμελότ.
Γιατί προτού τη φέρει η φουσκονεριά
σιμά στο πρώτο σπιτικό στην ακροποταμιά,
με το τραγούδι της στα χείλη ξεψυχά
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Κάτω απ’ τον πύργο και το μπαλκόνι,
ξυστά στον τοίχο που κήπους ζώνει,
μορφή που αχνολάμπει, εκείνη αργοκυλά,
με του θανάτου τη χλομάδα και κάστρα γύρω της ψηλά,
σιωπηλά κατά το Καμελότ.
Ήρθαν στην όχθη η αρχόντισσα κι ο κύριός της,
ο απλός χωριάτης κι ο ιππότης,
και στην πλώρη διάβασαν τ’ όνομα το δικό της,
η Δεσποσύνη του Σαλότ.

Ποιά είν’ αυτή; και τι συμβαίνει εδώ;
Κι ευθύς στο κοντινό παλάτι το κατάφωτο
χαλάει το γλέντι το βασιλικό –
και φοβισμένοι κάνουν το σταυρό,
οι ιππότες όλοι τους στο Καμελότ:
Μ’ ανοίγει λίγο δρόμο ο Λανσελότ,
και λέει, «ωραία θωριά –
ελεήμων ο Θεός της χάρισε ομορφιά,
της Δεσποσύνης του Σαλότ».

Πηγή: Alfred Tennyson (2003:37-49) 12 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις Διώνη, Αθήνα – σε μετάφραση Παντελή Ανδρικόπουλου
Enjoying "The Lady of Shalott" by Alfred Tennyson


Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot) του Τέννυσον στα έργα των Προραφαηλιτών ζωγράφων

Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ (The Lady of Shallot) είναι μία μπαλάντα της Βικτωριανής αγγλικής εποχής που συνέθεσε ο Άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον (1809-1892). Η ιστορία του ποιήματος, όπως και άλλα ποιήματα του Τέννυσον (π.χ. «ο Σερ Λάνσελοτ και η Βασίλισσα Γκουινέβερ», «Γκάλαχαντ» κ. ά.), βασίζεται στους αγγλικούς μεσαιωνικούς μύθους για το βασιλιά Αρθούρο που ήταν ιδιαίτερα αγαπητοί στους Άγγλους ρομαντικούς καλλιτέχνες του 19ου αιώνα.
Ο Τέννυσον έγραψε δύο παραλλαγές της μπαλάντας Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ ( The Lady of Shallot), το 1833 και το 1842.

Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ βασίζεται κυρίως στο μύθο του ανεκπλήρωτου έρωτα της Ελέιν (Elaine), αρχόντισσας του Astolat, με τον ιππότη Λάνσελοτ. Φαίνεται ότι ο Τέννυσον εμπνεύστηκε από την ιστορία της Elaine of Astolat του κύκλου των μύθων του Αρθούρου για να γράψει τη μπαλάντα του Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ.
Ο Τέννυσον έγραψε και το αφηγηματικό ποίημα με τον τίτλο Λάνσελοτ και Ελέιν, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική του συλλογή τα "Ειδύλλια του Βασιλιά". Η ιστορία του ποιήματος έχει πολλά κοινά σημεία με την ιστορία της μπαλάντας του Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ

Η Αρχόντισσα του Σαλλότ ζει απομονωμένη στο κάστρο της που βρίσκεται σ' ένα νησί (το όνομα του νησιού είναι Σαλλότ) στο ποταμό που ρέει έως το Κάμελοτ. Οι αγρότες που κατοικούν στο νησί, τη γνωρίζουν ελάχιστα, γιατί είναι καταδικασμένη από μία μυστηριώδη κατάρα να ζει κλεισμένη στο δωμάτιό της και δεν μπορεί να συναναστραφεί ανθώπους. Έγκλειστη, λοιπόν, στον πύργο της στερείται από τη δυνατότητα να ζήσει την πραγματική ζωή και περνά τον καιρό της υφαίνοντας διάφορες σκηνές της καθημερινότητες και τις εικόνες όσων περνούν έξω από τον πύργο τους για να πάνε στο Κάμελοτ.
Οι εικόνες των ανθρώπων που περνούν έξω από τον πύργο της καθρεφτίζονται μέσα στο μαγικό της καθρέφτη. Έτσι, δυστυχισμένη στην απομόνωση της μοναξιάς της βλέπει μόνο τις "εικόνες-σκιες" της ζωής των άλλων. Ζει, επομένως, με τις σκιες ενός κόσμου, που δεν μπορεί να γνωρίσει πραγματικά και να αγγίξει.
Όταν κάποια στιγμή δει την εικόνα του ιππότη Λάνσελοτ, ο μαγικός της καθρέφτης σπάζει. Αυτή, τότε, προφανώς ερωτευμένη μαζί του, αποφασίζει να βγει από τον πύργο και να πλεύσει με μία βάρκα στο ποτάμι για να φθάσει στο Κάμελοτ, κυνηγώντας την εικόνα μιας σκιας....
Προτού όμως προλάβει να φθάσει στο παλάτι του Κάμελοτ για να συναντήσει τον Λάνσελοτ, πεθαίνει στη βάρκα της...
Το ποίημα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους Προραφαηλίτες ζωγράφους της Βικτωριανής περιόδου, οι οποίοι συμμερίζονταν το ενδιαφέρον και την αγάπη του Τέννυσον για τον αγγλικό μεσαίωνα και τους μύθους του Αρθούρου. Για αυτό, έχουμε αρκετές απεικονίσεις σκηνών που απεικονίζουν την αρχόντισσα του Σαλλότ αλλά και την αρχόντισσα Ελέιν, την ηρωίδα μεσαιωνικών μύθων της εποχής του Αρθούρου, από την ιστορία της οποίας εμπνεύστηκε ο Τέννυσον τη μπαλάντα Η αρχόντισσα του Σαλλότ.
Η Elaine και η Lady of Shallot, οι οποίες πολλές φορές ταυτίζονται, ήταν αγαπημένες γυναικείες «εικόνες» που προβάλλονταν από το μεσαίωνα στη Βικτωριανή Εποχή της Αγγλίας.
Ο αγαπημένος μου ζωγράφος John William Waterhouse απεικόνισε τρία επεισόδια από τη μπαλάντα του Τέννυσον Η αρχόντισσα του Σαλλότ.
Ο πιο γνωστός πίνακάς του παρουσιάζει τη Lady of Shallot καθισμένη στο υφαντό της με τις μαγικές εικόνες να πλέει (με τη βάρκα) στο ποτάμι για το Κάμελοτ, λίγο πριν το τραγικό της τέλος. Η αρχόντισσα δεν είναι πια η σκοτεινή "μάγισσα" του πύργου, αλλά μία αδύναμη κοπέλα που ντυμένη με λευκό φόρεμα φαίνεται έχει εγκαταλειφθεί στη μοίρα της. Τα τρία κεριά χωρίς φλόγα στη βάρκα προφανώς συμβολίζουν το τέλος της ζωής της...

J.W. Waterhouse, Η Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
στη βάρκα. 1888. Tate Gallery. London.

Οι δύο παρακάτω πίνακες απεικονίζουν τη στιγμή που η Αρχόντισσα βλέπει την εικόνα του Λάνσελοτ να περνά έξω από τον πύργο της και να πηγαίνει προς το Κάμελοτ.... Ο καθρέφτης της σπάζει... και έτσι χάνει το μόνο τρόπο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο...τώρα πρέπει να βγει η ίδια από την απομόνωσή της και να σπάσει την κατάρα..

J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
(κοιτάζοντας τον Λάνσελοτ). Σπουδή. 1894. Falmath Art Gallery. Cornwal (Κορνουάλη).
J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ
(κοιτάζοντας τον Λάνσελοτ). 1895. Leeds Art Gallery.

Οι δύο παραπάνω πίνακες αντιστοιχούν
στους παρακάτω στίχους της μπαλάντας.

She left the web, she left the loom,
She made three paces thro' the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She look'd down to Camelot.
Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;
"The curse is come upon me," cried The Lady of Shalott.
excerpt - Tennyson, 1842

Η τρίτη σκηνή απεικονίζει την Αρχόντισσα του Σαλλότ
μπροστά στον αργαλειό της....
J. W. Waterhouse, H Αρχόντισσα (Δεσποσύνη) του Σαλλότ.
1916. Art Gallery of Ontario.

Η σκηνή του πίνακα αντιστοιχεί στους παρακάτω στίχους της μπαλάντας.

There she weaves by night and day
A magic web with colours gay.
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.
She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.

Φυσικά και άλλοι Προραφαηλίτες ζωγράφοι
απεικόνισαν την Αρχόντισσα του Σαλλότ.
W. Hunt, Η Αρχόντισσα του Σαλλότ. 1886-1906.
Wadsworth Atheneum. Hartford-Connecticut.

A. Hughes, Η Αρχόντισσα του Σαλλότ. 1872-73.
Iδιωτική Συλλογή.

John Atkinson Jagrimshaw, Ελέιν. 1874.
Ιδιωτική Συλλογή.

John Atkinson Jagrimshaw, Η αρχόντισσα του Σαλλότ. 1878.
Ιδιωτική Συλλογή.




Sophie Anderson, Ελέιν. 1870. Liverpool Museums.

Αγνώστου, Η Ελέιν στη βάρκα. Πριν το 1887.

Lancelot Speed, Η Ελέιν του Astolat. 1919.
Ιδιωτική Συλλογή.

Για τη μπαλάντα και την υπόθεσή της βλέπε:

  • www.sparknotes.com/poetry/tennyson/section2.rhtml
  • www.victorianweb.org/authors/tennyson/los1.html
  • charon.sfsu.edu/tennyson/poems/index.shtml (ποιήματα του Τέννυσον)
  • www.tate.org.uk/servlet/ViewWork?cgroupid=999999961&workid=15984&searchid=9755
  • www.johnwilliamwaterhouse.com/pictures/lady-shalott-1916
  • www.jwwaterhouse.com/view.cfm?recordid=27
  • fag.looksystems.net/Collection/1923.15
  • www.johnwilliamwaterhouse.com/pictures/lady-of-shalott-study-1894/
  • www.thewadsworth.org/nggallery/page-1574/page-3/
  • www.victorianweb.org/painting/hughes/paintings/7.html
  • www.liverpoolmuseums.org.uk/walker/collections/19c/anderson-elaine.aspx

Για τις πραγματικά πολυάριθμες απεικονίσεις της Αρχόντισσας του Σαλλότ ή της Ελέιν, βλέπε:
  • www.angelfire.com/me2/camelot/shalottArt6.html
  • www.victorianweb.org/authors/tennyson/loslist.html
  • www.victorianweb.org/painting/subjects/shalott1.html