Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Οι τάφοι των προγόνων μας

Graveyard in Moonlight



Έπρεπε να φυλάμε τους νεκρούς μας και τη δύναμή τους μήπως
   καμμιάν ώρα
οι αντίπαλοί μας τους ξεθάψουν και τους πάρουν μαζί τους. Και,
   τότε,
χωρίς τη δική τους προστασία, διπλά θα κινδυνεύαμε. Πώς πια
   θα ζούσαμε
χωρίς τα σπίτια, τα έπιπλά μας, τα χωράφια μας, χωρίς,
   προπάντων,
τους τάφους των προγόνων μας, πολεμιστών ή σοφών; Ας
   θυμηθούμε
πώς οι Σπαρτιάτες κλέψανε τα οστά του Ορέστη απ’ την Τεγέα.
   Θά ’πρεπε
ποτέ οι εχθροί μας να μην ξέρουν πού τους έχουμε θαμμένους.
   Όμως,
πώς θα μπορούσαμε ποτέ να ξέρουμε ποιοί ’ναι οι εχθροί μας
ή πότε κι από πού θα εμφανιστούν; Όχι, λοιπόν, μεγαλόπρεπα
   μνήματα,
όχι φανταχτερά στολίδια – αυτά κινούν την προσοχή και το φθόνο.
   Οι νεκροί μας
δεν τά ’χουν διόλου ανάγκη, – ολιγαρκείς, σεμνοί κι αμίλητοι
   τώρα,
αδιαφορούν για το υδρομέλι, τ’ αναθήματα, τις μάταιες δόξες.
   Κάλλιο
μιά σκέτη πέτρα και μιά γλάστρα γεράνια, μυστικό σημάδι,
ή και καθόλου. Σαν πιο σίγουρο, ναν τους κρατούμε εντός μας,
   αν μπορούμε,
κι ακόμη πιο καλά μήτε κι εμείς να μη γνωρίζουμε πού κείνται.
Έτσι που γίνανε τα πράγματα στα χρόνια μας –ποιός ξέρει–
μπορεί κι οι ίδιοι εμείς ναν τους ξεθάβαμε, ναν τους πετούσαμε
   μια μέρα.

              

Λέρος 20.ΙΙΙ.68

Από την ποιητική συλλογή: «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» (1972).
Από το βιβλίο: Γιάννης Ρίτσος, «Ποιήματα», τ. Ι, Κέδρος, Αθήνα 1989, σελ. 39.


Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης — ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ XXIII
«Σίγουρα θα πρέπει να 'ταν μια σταγόνα καθαρού νερού
στην παιδική του ηλικία ο ήλιος.»

Удивительные картины Леонида Афремова
Леонид Афремов afremov.com
XXIII
Σίγουρα θα πρέπει να 'ταν μια σταγόνα καθαρού νερού στην παιδικήτου ηλικία ο ήλιος. Από κει ο τρόπος που λάμπει στα ματοτσίνορα·και το δροσό που κρατά στους τοίχους με τις αγιογραφίες, Ιούλιο μή-να, το καταμεσήμερο.
Αφήνω τη διαφάνεια. Που έτσι και το φέρει η τύχη ν' αγαπήσεις μιακοπέλα, βλέπεις μέσα της: όπως στα ποιήματα.
Εάν υπάρχει ένας τρόπος να πεθάνεις χωρίς ν' αφανίζεσαι - είναιαυτός: μία διαφάνεια όπου τα ύστατα συστατικά σου -δρόσος, φω-τιά- όντας ορατά για όλους, έτσι κι αλλιώς, θα υπάρχεις κι εσύ εσαεί.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία. Ένας ύμνος στην Αγάπη και την Άνοιξη

Garden Lovers

Κωνσταντίνος Μάντης: Γιάννης Ρίτσος «Εαρινή Συμφωνία» XVI-XVII (ανάλυση)
--------------

Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*
Η «Εαρινή συμφωνία» είναι η πρώτη εκτενής ποιητική συλλογή τού Γιάννη Ρίτσου με βασικό θεματικό μοτίβο την ερωτική αγάπη. Γράφτηκε το 1938 και, όπως δηλώνεται από τον τίτλο («Εαρινή συμφωνία»), ανήκει στην άνοιξη και τη μουσική.
Αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση της φιλολόγου Χρύσας Προκοπάκη («Yannis Ritsos», Paris1968, σ. 16) ότι όλοι σχεδόν οι τίτλοι των ποιημάτων τού Ρίτσου αυτής τής περιόδου είναι δανεισμένοι από τη μουσική («Το τραγούδι της αδελφής μου», «Το εμβατήριο του ωκεανού», «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» κ.ά.).Ο ποιητής, την άνοιξη του 1938, βρισκόταν ακόμη στο Σανατόριο της Πάρνηθας· κι εκεί, ερχόμενος μάλιστα σε καθημερινή επαφή με την ανοιξιάτικη φύση, προαισθάνθηκε τον ερχομό τής προδιαγεγραμμένης από τη Μοίρα γυναίκας…
Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής…
Κ’ ήρθες εσύ.

«…Το σώμα του φυματικού αναπαύεται σε μια “λευκή χιονισμένη κορυφή”. Το πνεύμα του απολαμβάνει το απόλυτο που έχει εισβάλει στη ζωή του: τον τέλειο έρωτα, την ιδανική γυναίκα, τη λύτρωση από τον πόνο. Αυτή είναι η ύλη της “Εαρινής συμφωνίας”, ποιήματος ενός ζεύγους θνητών», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Παντελής Πρεβελάκης («Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος», Αθήνα 1981, σ. 88).

Η άνοιξη, με την ουσιαστική αλλά και με την μεταφορική σημασία τής λέξης, εμφανίζεται ήδη από τους πρώτους στίχους τού έργου:

Έτσι σεμνός ανθρώπινος ακέριος
έτσι πασίχαρος κι αθώος
θα περάσω
κάτω απ’ τις ανθισμένες ακακίες
των χαδιών σου
και θα ραμφίσω
το πάμφωτο τζάμι του έαρος…

Το ίδιο και η αγάπη…. Η δυνατή, η απέραντη, η ολόφωτη αγάπη που υμνείται από τον Ρίτσο με μιαν ιδιαίτερη ευαισθησία, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία στροφή τού έργου. Ο ποιητής προαισθάνεται το πλησίασμα της μοιραίας γυναίκας, τον ερχομό τής μεγάλης αγάπης, και παρακαλεί να παραταθεί το μαγικό διάστημα της αναμονής, για να βιώσει αυτές τις «υπερπληρωμένες ώρες» όσο γίνεται περισσότερο…. Η ηδονή τής αναμονής στην πιο εξαίσια έκφρασή της:

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθειές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ’ άνθος της νύχτας…
Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μας
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ’ αυτή τη φωταψία;

Κι αυτή η Αγαπημένη συνδέεται άμεσα με την ομορφιά τής φύσης, κατά τη διάρκεια τής άνοιξης…

Βηματίζεις
μέσα στα σκονισμένα δώματά μου
μ’ ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα
που ευωδιάζει πράσινα φύλλα
φρεσκοπλυμένο ουρανό
και φτερά γλάρων
πάνω από θάλασσα πρωϊνή.
Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν
κάτι μικρές φυσαρμόνικες
από κείνες που παίζουν
τα πολύ εύθυμα παιδιά
στις εαρινές εξοχές.

Η αγάπη, που ο Ρίτσος υμνεί στην «Εαρινή συμφωνία» του, είναι παντοδύναμη, αφού καταφέρνει μ’ έναν τρόπο κυριολεκτικά μαγικό να εξαλείψει το μελαγχολικό ημίφως τού ανούσιου παρελθόντος, να αναδημιουργήσει τον χρόνο, να ζωντανέψει την δίχως νόημα ανθρώπινη ύπαρξη…

Ξεκρέμασε και πέταξε
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
τις μελαγχολικές κορνίζες.
Εσύ μου ’φερες
τον καινούργιο καιρό
το φως της αυγής
και το αίμα μου.

Όπως ο κάθε ερωτευμένος άντρας λαχταρά να συνδέσει τη γυναίκα που αγαπά με το δικό του παρελθόν, έτσι και ο ιδανικός εραστής τής «Εαρινής συμφωνίας» οδηγεί την αγαπημένη του στην γενέτειρά του, και την εγκαθιστά στο έρημο πια πατρικό του σπίτι…

Πιασμένοι απ’ το χέρι
θα κατεβούμε τη μαρμάρινη σκάλα
που έχει φθαρεί απ’ τα βήματα
των φθινοπωρινών σκιών.
Πάμε στους αγρούς
να φορέσουμε στα δάχτυλα
τις παπαρούνες και τον ήλιο
και την καινούργια χλόη.
Στα μάτια σου δε λιμνάζει
μήτ’ ένας κόκκος ίσκιου.
Να ο ήλιος που τρέχει
μέσα στα δάση.
Δεν έχουμε αργήσει.

Στις παιδικές αναμνήσεις τού ερωτευμένου άντρα, κυριαρχεί η μορφή τού Χριστού…

Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών…
Αγαπημένη
κόβοντας χαμομήλια
και βλέποντας τη θάλασσα
θα ξαναπούμε
την παιδική μας δέηση
μαζί με τα πουλιά και με τα φύλλα.
Κι από βαθιά κι από μακριά τα σήμαντρα
των παιδικών εκκλησιών
θα τραγουδούν το τραγούδι
της τρυφερής Ναζαρέτ
πάνω απ’ τους πράσινους κάμπους.

Το έργο απ’ αρχής μέχρι τέλους αποπνέει μιαν άφατη τρυφερότητα και – συγχρόνως – ένα ερωτικό πάθος παράφορο κι ορμητικό…

O λόγος τού Ρίτσου κυλάει σαν το καθάριο νερό μιας αστείρευτης πηγής· τα γράμματα, οι συλλαβές, οι λέξεις, οι στίχοι και οι στροφές μοιάζουν με νότες μαγικές που συνθέτουν μεθυστικές μελωδίες…

Αγαπημένη
όλη η ψυχή μου τρέμει
φύλλωμα ευγνωμοσύνης.
Γονατισμένος προσεύχομαι.
Θεέ μου Θεέ μου
η αγάπη μου ’χε λείψει
για να χαρώ και να νοήσω
το μεγαλείο σου.

Στην «Εαρινή συμφωνία», η ιδανική ερωτική αγάπη, συνδεόμενη άμεσα με το θρησκευτικό αίσθημα, με τον ίδιο τον Θεό, προσλαμβάνει αναμφισβήτητα τη μορφή της αγιότητας…

Τυλιγμένος εγώ το κορμί σου
γυμνός
δίχως άνθος φωνή και τραγούδι.
Κανένα φως άλλο
να μην ισκιώνει το φως
που ανατέλλει απ’ τη σάρκα σου.
Η αγάπη
πιο μεγάλη
απ’ τη σιωπή
γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
και γεμίζει το απέραντο χάσμα
με φτερά και λουλούδια.
Κλείνω τα μάτια.
Ζω κι αγαπώ.

Η ευδαιμονία των δύο εραστών τής «Εαρινής συμφωνίας» είναι ιερή και – ταυτόχρονα – αράγιστη κι αδιασάλευτη· το νεαρό ζευγάρι ζει «μές στην πλήρη στιγμή, μές στην αιωνιότητα». Hic et nunc! Εδώ και τώρα!

Ένας γόος ευτυχίας
ανεβαίνει απ’ τα σπλάχνα της γης
απ’ τα σπήλαια του δάσους
μές στην έκθαμβη νύχτα
διαπερνάει το χρόνο
και το διάστημα.
Μέσα του σφαδάζει
όλη η ζωή κι όλος ο θάνατος.

Με την απαράμιλλη ποιητική δεξιοτεχνία του, ο Ρίτσος εξαίρει το μεγαλείο τής αγάπης, αναλογιζόμενος συχνά και το μελαγχολικό εκείνο διάστημα της ζωής του, τότε που η αγάπη δεν είχε ακόμη κατακλύσει την άδεια ψυχή του…

Αγάπη Αγάπη
δε μου ’χες φέρει εμένα
μήτ’ ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω…

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε πού είσαι ω Αγάπη.
Μα εγώ δεν είχα τι ν’ αποκριθώ
κ’ έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.
Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν’ απολογηθώ…

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να ’ρθεις Αγάπη…
Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.
Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ’ αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.
Για σένα Αγάπη ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
είταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να ’βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

Ο ποιητής τής «Εαρινής συμφωνίας» είναι «ένα παιδί που κοιμήθηκε είκοσι οκτώ Απριλίους για να ξυπνήσει στα χέρια τής γυναίκας» που του είχε προορίσει η Μοίρα…

Πώς θα πληρώσεις τώρα
ένα θάνατο που ενταφιάστηκε
κάτω απ’ τη θωπεία σου;
ένα παιδί που κοιμήθηκε
εικοσιοκτώ Απριλίους
για να ξυπνήσει στα χέρια σου;

Κι όταν η Αγάπη φθάνει πια και κατακλύζει ολάκερη την ύπαρξή του, ο ποιητής παραληρώντας από άμετρη ευτυχία γράφει…

Σφίγγω το χέρι σου.
Τι μου λείπει
για να μισήσω τη ζωή;…
Ζεστή χρυσή μεσημβρία.
Σταθμός του Απείρου
- η καρδιά μας…
Απλώνουμε τα χέρια
στον ήλιο
και τραγουδάμε.
Το φως κελαϊδάει
στις φλέβες του χόρτου
και της πέτρας…
Πώς αγαπούμε
τα ερωτικά κορμιά μας…
Αγαπούμε
τον ουρανό και τη γη
τους ανθρώπους και τα ζώα
τα ερπετά και τα έντομα.
Είμαστε κ’ εμείς
όλα μαζί
κι ο ουρανός κ’ η γη.

Τώρα πια ο ποιητής ψάλλει το επικό μεγαλείο του απόλυτου έρωτα, την ακυβέρνητη ορμή του παράφορου και παντοδύναμου ερωτικού πάθους.

Το κορμί μας περήφανο
απ’ της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ’ την ορμή της αγάπης.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.
Άξιζε να υπάρξουμε
για να συναντηθούμε.

Ο ποιητής τής «Εαρινής συμφωνίας» νοσταλγεί τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια, δίπλα στην αγαπημένη του· γλυκό καταφύγιο, η ζεστή αγκαλιά της · κι εκεί ξαναβρίσκει τη χαμένη του μητέρα.

Αγάπη εσύ μου ξανάφερες
τ’ άσπρα πουλιά της μητέρας
κι αυτή την άγκυρα που δένει
στο σιγανό λιμάνι
τα πληγωμένα καΐκια.
Όλη μου η ομορφιά συνάζεται
για να στολίσει τα μαλλιά σου.
Κι ό,τι γλυκό και τρυφερό
που είταν δικό μου κ’ έμενε σαν ξένο
και μ’ είχε λησμονήσει
ξανάρχεται στα χέρια σου
να ζεσταθεί
να ξαναζήσει
και να σε φιλήσει.

Όμως, ο «αποχαιρετισμός πλησιάζει», αφού κάθε ανθρώπινο γεγονός εμπεριέχει τη φθορά και τελικά την καταστροφή του. Κι αυτός που απομακρύνεται είναι ο άντρας…

Όχι. Όχι.
Δε θέλω να φύγω.
Κράτησέ με.

Η θεϊκή ευδαιμονία των δύο ερωτευμένων δεν κράτησε παρά ελάχιστους μήνες· άνθισε με την άνοιξη, και μαράθηκε στο τέλος του φθινοπώρου…

Μας άγγιξε ψυχρό
το φθινοπωρινό λυκόφως…
Έρχεται η νύχτα.
Μια σιωπηλή αστραπή
ρυτιδώνει χαμηλά
τον ορίζοντα.
Παντού σαλεύουν
αποχαιρετισμών μαντήλια…

Η θνητή αγαπημένη βουλιάζει σιγά – σιγά στην εξαθλίωση, χωρίς να διαμαρτύρεται, χωρίς καν να μιλά, ενώ αντίθετα ο ποιητής φλέγεται από έναν πυρετό ζωντάνιας και δημιουργίας…

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ’ τη λύπη σου
φως κ’ αίμα
τραγούδι και σιωπή…
Ανοίχτε τα παράθυρα…
Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.

Ο Παντελής Πρεβελάκης (σσ. 88 – 89) αναφέρει πως «Ο έρωτας που ο Ρίτσος υμνεί στην Εαρινή συμφωνία δεν είναι φαινόμενο κοινωνικό, αλλά θεμελιακό ένστικτο. Είναι μια ειμαρμένη που οδηγεί στην αποθέωση (Δάντης – Βεατρίκη) ή στο θάνατο (Ρωμαίος – Ιουλιέτα). Υπό αυτές τις συνθήκες, το ποίημα είναι γέννημα μεθυστικής ευφορίας…».

Πιστεύω πως όλοι προσυπογράφουμε την άποψη του Π. Πρεβελάκη ότι «το ποίημα είναι γέννημα μεθυστικής ευφορίας». Προσωπικά θα πρόσθετα πως το ποίημα είναι ταυτόχρονα και πρόκληση μεθυστικής ευφορίας για όλους μας…

Δεν ξέρω πια να τραγουδώ.
Σου ανήκω.
Η ζωή μού ανήκει.

Στ’ αλήθεια, ποιος από μας δεν νοιώθει την ευφορία και την ανάταση της ψυχής του απ’ αυτό και μόνο το τρίστιχο της «Εαρινής συμφωνίας», στο οποίο ο Ρίτσος με ελάχιστες λέξεις συνοψίζει το βαθύτερο νόημα της ιδανικής ερωτικής αγάπης;

* Η κ. Γιόλα Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια

palmografos

Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVII. Καλοί μου άνθρωποι πώς μπορείτε να σκύβετε ακόμη; Πώς μπορείτε να μη χαμογελάτε;

Ciclo cerrado, ventana abierta.
Ξημερώνει.
Η αχλύ παραμερίζει.
Τα πράγματα
σκληρά λαμπερά κι αδιάψευστα.

Πόσους μήνες κοιμηθήκαμε.
Ξεχασμένοι ξεχαστήκαμε
σ' ένα θάμβος πυκνό
από νύχτα κι από ήλιο.

Δεν κλαίω
γιατί ο ύπνος μ' αρνήθηκε.
Πίσω απ' τον κήπο μας
υπάρχουν κι άλλοι κήποι.

Ο θάνατος υψώνει
σκαλί σκαλί τη σκάλα
που πάει στον ουρανό.

Φεύγει το θέρος
μα το τραγούδι μένει.

Όμως εσύ που δεν έχεις φωνή
πού θα σταθείς ν' απαγκιάσεις;
Πώς θα σμίξεις το φως με το χώμα;

Άνοιξε τα παράθυρα
να μπει το φως
η ατίθαση ριπή του ανέμου
το αψύ χνώτο
των μεγαλόπρεπων βουνών.

Κοίτα
χαμογελάει το ανεξάντλητο
μπροστά στα σταυρωμένα χέρια.
Λύσε τα χέρια.

Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη
πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Νά τος ο ήλιος
πάνω απ' τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ' τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.

Νιώθω στους ώμους
το βαθύ μυρμήγκιασμα
καθώς φυτρώνουν
όλο πιο νέα και πιο μεγάλα
τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ' τη λύπη σου
φως και αίμα
τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι
πώς μπορείτε
να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε
να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα

Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα
της απέραντης θάλασσας.

Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Symphony of the Spring (1938)

Alex Alemany

I  Θά 'μαι το γλυκό παιδί/που χαμογελά στα πράγματα/και στον εαυτό του
II  Είχα κλείσει τα μάτια / για ν' ατενίζω το φως. / Τυφλός.
III  Κοίταξε αγαπημένη/πώς σε κοιτάζουν/τα λυπημένα χέρια μου.
IV*  Βηματίζεις / μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου/μ' ἕνα πλατύ ἀνοιξιάτικο φόρεμα,
V  Μια νέα κοπέλα/άνοιξε το παράθυρο/και χαμογέλασε στη θάλασσα.
VI  Αγαπημένη/δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής/τη ζωή και το φτερούγισμα.
VII  Είχε προφτάσει πολλούς θανάτους/κι είχε μάθει να μην κλαίει/να μην προσμένει
VIII  Θεέ μου Θεέ μου/η αγάπη μου ΄χε λείψει/για να χαρώ και να νοήσω/το μεγαλείο σου.
IX  Η αγάπη/πιο μεγάλη απ' τη σιωπή/γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
X  Αγάπη, Αγάπη,/δε μούχες φέρει εμένα/μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.
XI  Όλη τη ζωή μου ασώτεψα/σκάβοντας την έρημο
XII  Πλάθοντας ἄνθη ἀνώφελα/λησμόνησα νὰ ζήσω.
XIII  Ζεστή χρυσή μεσημβρία./Σταθμός του Απείρου/— η καρδιά μας.
XIV  Μέσα στη φούχτα της αγάπης χωράει το σύμπαν.
XV  Άξιζε να υπάρξουμε/για να συναντηθούμε.
XVI  Ἕνα ἄστρο ἔπεσε./Εἶδες;/Σιωπή./Κλεῖσε τὰ μάτια.
XVII  Ντυμένος το φέγγος/της θωπείας σου περνώ τολμηρός/μέσ’ απ’ το δάσος της νύχτας.
XVIII  Αγαπημένη/έλα να μοιραστούμε/τα δώρα που μου ‘φερες.
XIX  Μέσ' απ' το βλέμμα σου/αγαπημένη/κοιτάω τον κόσμο
XX  Αγάπη, εσύ μου ξανάφερες/τ' άσπρα πουλιά της μητέρας
XXI  Πώς μπορεί η γη/να κρατήσει στα χέρια/της τόση ευτυχία;
XXII  Αγάπη, γιατί ήρθες;/Αν φύγεις, αγάπη;
XXIII  Ένα διάλειμμα λευκότητας/προσφερμένο στην προσευχή.
XXIV  Η δεσποτεία της νύχτας πάνω στα μέτωπά μας/και στους δρόμους.
XXV  Φοβούμαι σιμά σου/κι όμως αγαπώ το δέος μου
XXVI  Μας άγγιξε ψυχρό /το φθινοπωρινό λυκόφως
XXVII Καλοί μου άνθρωποι/πώς μπορείτε/να σκύβετε ακόμη; Πώς μπορείτε/να μη χαμογελάτε;

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVI
«Μας άγγιξε ψυχρό /το φθινοπωρινό λυκόφως.»

Silence of the fall painting by Leonid Afremov

Μας άγγιξε ψυχρό 
το φθινοπωρινό λυκόφως.

Χλωμό το φως αργεί
 — λησμονημένη προτομή του ποιητή
σ' εγκαταλελειμμένο πάρκο.

Πως ερημώθηκε ο τόπος.
Τα εξοχικά κέντρα κλεισμένα.
Απ' τα σπασμένα τζάμια τους
περνοδιαβαίνουν οι άνεμοι
σφυρίζοντας
στις άδειες φιάλες
και στα κατάκοπα πολύφωτα.

Μέσα στο δάσος 
οι έρημοι πάγκοι
συνομιλούν μυστικά
με τα πεσμένα φύλλα
και με τους ίσκιους.

Εδώ κι εκεί απομένουν
τα μαύρα σημάδια
κι οι στάχτες
απ' τις φωτιές που ανάβαν
χαρούμενα παιδιά
τα βράδια του θέρους.

Λίγο πιο κάτω 
η θάλασσα θαμπή
ξεδιπλώνει τα ρίγη
του ατελεύτητου δέους.

Νεκρά
τα φωτεινά κορμιά
των εφήβων
λιώνουν κάτω απ' τα φύκια.

Στην αμμουδιά περνούν
σκυφτές κάτω απ' το σούρουπο
μαυροντυμένες γριές
γυρεύονατς τα ίχνη
των πνιγμένων παιδιών τους
και τ' απορρίματα της θύελλας.
Που μοιράσαμε τον ήλιο;

Στο άνοιγμα αυτό του δάσους
φτάνουν τη νύχτα
τα φοβισμένα ελάφια
και κοιτάζουν με μάτια νωπά
την κίτρινη σελήνη του Νοεμβρίου.

Πόσα μάτια μας βλέπουν.
Δεν ωφελεί να κρυφτούμε.

Θα μας βρουν τα μάτια μας
που ξύπνησαν
μόλις αποκοιμήθηκε το δέρμα μας.

Έρχεται η νύχτα.
Μια σιωπηλή αστραπή
ρυτιδώνει χαμηλά
τον ορίζοντα.
Παντού σαλεύουν
αποχαιρετισμού μαντήλια.

Ακούμε το βήμα της ομίχλης
στους έρημους δρόμους.

Ο θάνατος κατασκοπεύει.
Κοιτάζει απ' το φεγγίτη
την κουρασμένη λάμπα μας
κρύβεται κάτω απ' την κλίνη μας
κι ετοιμάζει φλογέρες με τα κόκαλα
των πεθαμένων χελιδονιών

(Μη τάχατες όλες οι φλογέρες
δεν έχουν γίνει
με κόκαλα πουλιών;)

Γιατί αργούμε;
Μια σειρήνα θα σφυρίξει
τα μεσάνυχτα
κι η αποδημία που δίσταζε
θ' ακολουθήσει τους γερανούς.

Ο ήλιος με φωνάζει.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXV
«Φοβούμαι σιμά σου/κι όμως αγαπώ το δέος μου.»

Alex Alemany, Spanish painter
Κοίταξε πέρα
η χιονισμένη κορυφή
λαμπρή και σιωπηλή
μου νεύει
λευκό μαντήλι ειρήνευσης.

Η ομιλία της μοναξιάς
περνάει τα παγωμένα δάχτυλά της
στο μέτωπό μου
ζητώντας να σφετεριστεί
το ύστερο μύρο
του κήπου μας.

Εκεί πάνω μου τάζουν
την ασφάλεια του νεκρού
εκεί μου προσφέρουν
ωχρούς ανθούς
για τα ξεφυλλισμένα χέρια.

Όχι. Όχι.
Δε θέλω να φύγω.
Κράτησέ με.

Φοβούμαι σιμά σου
κι όμως αγαπώ το δέος μου.

Στον πλατύ ερημωμένο κάμπο
οι γυμνές λεύκες
υψώνουν τους κλώνους τους
σ' έναν άλλο ουρανό
— αναιμική προσευχή.

Ν' ακινητείς
για να κοιτάς την κίνηση;
Όχι.
Κράτησέ με.

Που 'ναι το χέρι σου;
Στο δέρμα σου ψαύω
την ψύχρα της εσπέρας
τα βήματα των εξορίστων.

Α, πάλι ο γέρος
περνάει σκυμμένος
κάτω απ' τη βροχή.

Μπροστά στους καθρέφτες μας
η σκιά χτενίζει
την πένθιμη κόμη της.

Αλήθεια
ποιος επήδησε ποτέ
την άβυσσο;
Ποιος έδεσε για πάντα
τις άκρες του ορίζοντα;

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXIV / «Η δεσποτεία της νύχτας πάνω στα μέτωπά μας/και στους δρόμους.»

Alex Alemany the elements and shapes of his works are treated
with “poetic licence” and the symbolism 

Η δεσποτεία της νύχτας
πάνω στα μέτωπά μας και στους δρόμους.

Του χεριού σου η λευκότητα
θαμπώνει και δύει
στη γαλανή διαφάνεια των σκιών
— κρίνος χλωμός που βυθίζεται 
σε βραδινά νερά.

Που 'ναι τα λόγια μας κι οι αυγινές μας υποσχέσεις 
με την εξαίσια ειλικρίνεια της βλάστησης;

Η αφή μας κουρασμένη
κοιμάται δίχως όνειρο
κι ούτε μια πρόφαση μάς μένει
ν' αναζητήσουμε τα μάτια μας πίσω απ' τον ίσκιο.

Ακούμε τη σιωπή να βηματίζει
λαθραία κι αδέξια
στο εξατμισμένο δώμα
ν' αγγίζει
τα σκονισμένα έπιπλα
που δε θέλουν πια να θυμούνται
να ερευνά τις ανοιχτές ντουλάπες
όπου πεθαίνουν σκοτεινά
τ' άνθινα ενδύματα
των εαρινών μας όρθρων.

Ο γλαυκός πέπλος
του Μαΐου 
μυρωμένος ακόμη απ' τα στήθη σου
— πάχνη λυπημένη διαρρέει
στην κρεμάστρα του διαδρόμου.

Άκου τις οπλές
των μαύρων αλόγων
έξω στο λιθόστρωτο της νύχτας.

Περνούν τους νεκρούς μας.

Μη σηκωθείς
να κοιτάξεις απ' το παράθυρο.
Προς τι μια κίνηση
αφού γνωρίζουμε;
Μονάχα για να ρυτιδώσεις
την ασάλευτη ώρα
και να σωπάσει επιτέλους η σιωπή;

Η σιωπή φωνάζει
πιο βαθιά
η σιωπή προδίδει τα λόγια μας.

Ράκη στίχων ανεμίζονται
στις ρωγμές των φιλιών μας
— μια σημαία
πάνω απ' το θάνατο.

Ο αποχαιρετισμός πλησιάζει.