Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Μίλτος Σαχτούρης — Ἡ δύσκολη Κυριακή
«κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά/ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο/ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά»


Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ.

από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ, 1945

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης — Συμβάν
«Σε χρωματουργίες από την πολυκαιρία στους τοίχους/μισόσβηστες,
η Oρθόδοξη Xριστιανική Eποποιΐα αρχινούσε/απ' το Nάρθηκα...»

Mερικοί φαντάροι μακριά απ' τα σπίτια τους, κάποιαν ώρα
      εύκαιρη,
είτε για κορίτσια ή ρετσίνα και προσφάι, κατηφόρισαν,
στη ρεματιά με τ' αρχοντικά λευκάδια κάτω από το χωριό,
ίσαμε τ' αντικρυνά καλύβια, σιμά στα κυπαρίσσια
      και τις φτελιές.

Φτωχός ο τόπος και τα καλωσορίσματα περισσότερα
      απ' τις μπουκιές.
Aν ψωμί δεν χόρταιναν, τα κορίτσια τάβλεπαν από μακριά.
Mπορεί και για το λόγο αυτό νάχαν τ' αμέριμνο χαμόγελο,
γεμάτοι προσδοκίες ξαφνικές πάνω στο κάθε τι π' αντίκρυζαν.

Στα λιβάδια από κάθε μεριά του νερού άνθιζε η άνοιξη,
συνοδεύοντας με χρώματα τις φωνές από βατράχια και πουλιά.
Πέρασαν το μικρό πέτρινο γεφύρι και στρίβοντας μέσα στη
      λόχμη·
"Δεν πάμε", λεν, "παιδιά, να δούμε ποια ψυχή εδωπέρα ζη".

Kανένας δεν ζούσε, μονάχα χρονολογίες και ονόματα πολλά
      διάβασαν
πάνω σε Σταυρούς. Kατά λάθος πήραν το ξωκκλήσι για σπίτι.
Ένιωθαν σάμπως διπλή τη ζωντάνια τους, προφέροντας
      φωναχτά όσα διάβαζαν
μέσα στη δροσερή ήσυχη αυλή, πριν έμπουνε στο ναΐδριο.

Aστοχώντας τις συνήθεις αμφιβολίες της εποχής
      για τα μεταφυσικά,
όλοι τους, καθώς ενθυμούμενοι τους δικούς των άναψαν κεριά,
γοητεμένοι από το μελένιο φως, βάλθηκαν να εξετάζουν,
θέλοντας να δουν το κάθε τι μέσα στο μάλλον
      σκοτεινό εσωτερικό.

Σε χρωματουργίες από την πολυκαιρία στους τοίχους
      μισόσβηστες,
η Oρθόδοξη Xριστιανική Eποποιΐα αρχινούσε
      απ' το Nάρθηκα,
πάν' απόναν σωρό ρόβη στη γωνιά και την ξεχασμένη
      μπούκλα του τσομπάνη,
παριστάνοντας αριστερά στον τοίχο, στον κυρίως ναό,
      έναν έφιππο.

Aπό το κόκκινο τ' άτι του ευθύς γνώρισαν
      τον Άγιο Δημήτριο.
Διαβάζοντας όμως "ΣKYΛOΓIANNHΣ", δίπλα
      στην πεσμένη μορφή,
που την υποτάσσει τρυπώντας την με το κοντάρι του
      ο Mυροβλήτης,
απόρεσαν, γιατ' ήξεραν πως με τον Λυαίο η νίκη του Aγίου
      σχετίζεται.

Tότε όμως ένας απ' τη Σαλονίκη, καθώς θυμήθηκε
      τα καλά παιδιάτα του,
όταν πέφτοντας σ' ένα κατώγι άπλωσε ο Άγιος το χέρι του
      και τον γλύτωσε,
είπε πως είναι αναρίθμητες οι νίκες του Πολιούχου
      στην πραγματικότητα,
και απ' τα συναξάρια όπως το θυμόταν εξιστόρησε
      το περιστατικό.

Όταν ο τσάρος των Bουλγάρων όλη τη Mακεδονία
      καταστρέφοντας,
έφτασε απ' το Λαγκαδά κι' απ' τον Γαλλικό ταυτόχρονα
      μπροστά στην πόλη,
αγναντεύοντας απόνα ύψωμα όλη την έκταση της πόλης
      με τα οικήματα,
και την ίδια νύχτα πατάχτηκε αυτοπροσώπως απ' τον Άγιο.

Tα λόγια του με την πυκνή παράθεση των συγκεκριμένων
      τοπωνυμιών
δίνοντας σάρκα και οστά σε όσα γνώριμα της πόλεως
      αναθυμόταν,
χόρταιναν τις αισθήσεις των συναδέλφων του παρουσιάζοντας,
όχι ένα κτίσμα, αλλά σάμπως μια γυναίκα ζωντανή,
      τη Θεσσαλονίκη.

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Περιπλανήσεις (I)
«Κύριε, αμάρτησα ενώπιον σου: ονειρεύτηκα πολύ. Έτσι ξέχασα να/ζήσω.»

Κύριε, αμάρτησα ενώπιον σου: ονειρεύτηκα πολύ. Έτσι ξέχασα να
ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο
αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε. Σαν τους θαυματοποιούς που όλη
τη μέρα χαρίζουν τ' όνειρο στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους
αγγέλους —
ο άλλος αδελφός μου πέθανε στο γηροκομείο κι όταν πήγαινα να
τον δω, μου ζητούσε λίγα χρήματα τόσο παρακλητικά
που ο θάλαμος ευωδίαζε Χριστούγεννα. Και συχνά διέσχιζα έναν
επικίνδυνο δρόμο για να προλάβω ένα φάντασμα
ή τις νύχτες έψαχνα απεγνωσμένα μέσα στο παρελθόν μήπως και
βρω μια λεπτομέρεια
που να με δικαιώνει. Άλλα εκείνο που μ' έκανε ν' απορώ είναι
που υστέρα από μια ολόκληρη εξέγερση εγώ είχα ακόμα το
κεφάλι πάνω στους ώμους μου.
Κι ίσως αυτό να 'γινε γιατί πάντα ένας κήπος απλωνόταν γύρω μου
χωρίς κανείς να τον βλέπει.

Και κάθε φορά που ξυπνάω δυσκολεύομαι να ξαναβρώ την
ηλικία μου
ανεμίζει στο παράθυρο η κουρτίνα σα ν' αποχαιρετάει κάποιον που
μόλις έφυγε —
  ώ νεότητα!

Συνήθως κάθομαι στη σάλα κοιτάζοντας τον τοίχο «Όμως αν το
δεις, θα χαθείς», μου 'λεγε η μητέρα κι έκλαιγε
 «κι όμως, μητέρα — μόνο αν χαθώ θα το δω», και τότε ένιωθα
πως είχα έρθει από πολύ μακριά και πήγαινα ακόμα μακρύτερα
κι ο αέρας μύριζε απαλά σα να 'χαμε συγχωρεθεί για όλα
ή άλλοτε περπατώντας τη νύχτα ολομόναχος άκουσα ένα πιάνο
να παίζει
κι οι θλιμμένες νότες του ήταν σα να 'ρχονταν. απ’ το βάθος ενός
ονείρου
ή μιας άλλης ζωής
που πήγαινα; τι γύρευα; Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ;

             Αλλά τι σημασία έχει;
αφού μόνο το ανεξήγητο είναι που δίνει κάποτε στα λόγια μας τη
μαγεία ενός χαμένου δειλινού,
ώρες νοσταλγίας, που μας κάνετε να ζήσουμε τρεις ζωές σ' ένα
μοναχικό απόγευμα
και συχνά στο διάδρομο συνάντησα πρόσωπα άγνωστα όπως όταν
έχεις χάσει το δρόμο
ή μας συμβαίνουν γεγονότα που μας φαίνονται τόσο γνώριμα,
πότε τα ξαναζήσαμε; που;
Ίσως γι' αυτό κλαίω σε ώρες ακατάλληλες.
Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ
αφήνεις έξω από την πόρτα μας
         ένα μικρό γιασεμί.

Από τη συλλογή 
  ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ  
1987

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Βροχή
«Αντίο λοιπόν. Ας ανοίξουμε την ομπρέλα μας και ας προσπεράσουμε βιαστικά το τέλος μίας εποχής.»

Μια νύχτα θα κάνουμε μία μεγάλη σκέψη αλλά δεν πρέπει να
την πούμε πουθενά (είναι η μόνη δικαιοσύνη), ύστερα θα βγούμε
στους δρόμους, θα βρέχει κ’ η βροχή έχει και εκείνη την ιδιωτική
της ζωή, ενώ εμείς δεν είχαμε,  θ’ αργοπορήσουμε μπροστά σε ένα
φαρμακείο, μιας και είμαστε θνητοί και αφού οι ουρανοί γνωρίζουν
την αθωότητα μας, τέλος, όπως θα ξημερώνει, θα χτυπήσουμε την
πόρτα του σπιτιού μας, αλλά κανείς δεν θα μας γνωρίζει - είναι
απίστευτο σαν τις μεγάλες μέρες που ζήσαμε. Αντίο λοιπόν.  Ας
ανοίξουμε την ομπρέλα μας και ας προσπεράσουμε βιαστικά
το τέλος μίας εποχής.
από τη Συλλογή Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ
ΕΝΟΤΗΤΑ: ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ - 1983

Τόλης Νικηφόρου — Ένα παιδί
«κρύβω μέσα μου ένα παιδί/απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή/στα μέτρα της καρδιάς του»

Βαλεντίν ΣερόφVIVACITY OF CHILDHOOD IN THE PORTRAIT “MIKA MOROZOV” (1901)
Mε το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι 
κοιτάζω εκστατικά 
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής 
ένα πολύχρωμο κόσμο 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες 
μέσα στο χειμώνα 
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια 
για το γατάκι του που πέθανε 
για το λουλούδι που μαράθηκε 
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή 
κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
με τρύπιο παλτό 
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα 
την γειτονιά και τους φίλους 
την άνοιξη που θάρθει 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
που δεν δέχεται 
πως μπορώ να γελάω 
όταν την ίδια στιγμή 
κάποιος κλαίει 

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 
απαρηγόρητο 
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή 
στα μέτρα της καρδιάς του 

Τόλης Νικηφόρου, από τη συλλογή «Τα αναρχικά», 1979

Τάσος Λειβαδίτης — Ξημέρωμα
«κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο»

O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ’ τ’ όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ’ τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν
την ελπίδα στους ναυαγούς.

Ποίηση, Tόμος Tρίτος 1979-1987, Kέδρος, 1991