Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Η ανθρώπινη ευτυχία
«Τώρα αγωνίζομαι πλάι στα εκατομμύρια αδέρφια μου
κ’ είμαι ευτυχισμένος.»

Demonstrators hold images of Cuban revolutionary hero Ernesto 'Che' Guevara
during a protest in La Paz, Bolivia, in 2013. (AP Photo / Juan Karita)
Σαν ήμουνα παιδί κοίταζα τ’ άστρα κ’ έκλαιγα
που δεν μπορούσα να φτάσω τον ουρανό.
Ύστερα αγάπησα τη δόξα.
Νύχτες έμενα άγρυπνος δαγκώνοντας τα χέρια μου
καθώς στεφτόμουνα ότι θάμενα για πάντα
ασήμαντος και ταπεινός.
Τώρα αγωνίζομαι πλάι στα εκατομμύρια αδέρφια μου
κ’ είμαι ευτυχισμένος.

Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ»
ΣΤΊΧΟΙ ΓΡΑΜΜΈΝΟΙ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ - 1952
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 154

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο
«Τώρα ζητάνε να πάψω να τραγουδάω.
Μα εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Εγώ τραγουδάω
όπως περπατάει ένα ποτάμι
όπως τινάζεται στον αέρα ένα βουνό.
Τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς
όπως πεινάει
όπως κρυώνει.»

The Little Drummer Boy
Γράφτηκε όταν κατασχέθηκε το βιβλίο
 Αδέλφια
απόψε δεν είμαι πια ποιητής.
Μου απαγορεύουν να ‘μαι ποιητής.
Απόψε είμαι ένας παράξενος, ύποπτος τύπος, που γυρίζει
στους δρόμους
της απέραντης πολιτείας
μέσα στη νύχτα
παίζοντας ένα μεγάλο ταμπούρλο
τρομάζοντας τους νυχτοφύλακες που αποκοιμήθηκαν
κάνοντας να γαβγίζουν τα σκυλιά
παίζοντας για δυο δεκάρες στα καπηλειά βαριά λαϊκά τραγούδια
δυνατά
όλο πιο δυνατά
κάνοντας να τραντάζεται μες στο σκοτάδι και να τρέμει
ολάκερη η πολιτεία.

Γιατί λοιπόν θέλετε να μιλήσει ένας ποιητής;
Αν ήμουν ανθρακωρύχος θάσκαβα οχτώ ώρες τη γη
ανεβάζοντας σαν ένα βρέφος ψηλά στον ήλιο
το κάρβουνο.
Αν ήμουν αχθοφόρος θα κουβάλαγα στην πλάτη μου το μπετόν
βοηθώντας να χτιστεί αυτός ο κόσμος που ζούμε.
Είμαι ποιητής
και αποστολή μου έχω να τραγουδάω τον λαό μου.
Το τραγούδι μου είναι ένα κούτσουρο χοντρό
που πάνω του βράζουν το τσουκάλι τους οι αγωγιάτες
είναι ένα κουρέλι μάλλινο
για να τυλίξει ο οδοκαθαριστής τα κρυοπαγημένα πόδια του
το τραγούδι μου κουβαλάει νερό στους διψασμένους εργάτες
   των δρόμων
μοιράζει γράμματα από το μέλλον στους ισοβίτες του Ιτζεδίν.


Δεν είμαι κι εγώ παρά ένα μικρό ψηφίο
μες στην παγκόσμια λέξη:
Λευτεριά.

Εμείς δεκαπέντε χρόνια τώρα πεινάμε
δεκαπέντε χρόνια κρυώνουμε
δεκαπέντε χρόνια μας σκοτώνουν και δεκαπέντε χρόνια ελπίζουμε.
Δεκαπέντε χρόνια τραγουδήσαμε και ζήσαμε.
Πούναι, λοιπόν, τα δικά σας τραγούδια;

Όποιος δεν τραγουδάει
πεθαίνει.

Χρόνια γεμάτα γεγονότα
γεμάτα σκοτωμένους, ανατιναγμένα τρένα, πανικό
γεμάτα πυρκαγιές, σημαίες, καταδότες και τραγούδια.
Χρόνια ταρακουνημένα απ’ τα μπρούτζινα χέρια του λαού.

Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθα κ’ εγώ να υπάρχω.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έμαθα να σφυράω και να προχωρώ.

Ήταν σκληρά τα χρόνια κ’ έπρεπε να μάθω να πεθαίνω
και να μισώ.

Και με το ίδιο στόμα, αγαπημένη μου, που σε φιλάω τρυφερά
Θα μπόραγα να δαγκώσω τον λαιμό εκείνου του φασίστα
πούριχνε μπόμπες στις πλατείες καθώς παίζαν ανύποπτα τα
   παιδιά.

Τώρα ζητάνε να πάψω να τραγουδάω.
Μα εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Εγώ τραγουδάω
όπως περπατάει ένα ποτάμι
όπως τινάζεται στον αέρα ένα βουνό.
Τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς
όπως πεινάει
όπως κρυώνει.

Τραγουδάω όπως ένας άλλος πεθαίνει.

Τραγουδάω εσάς αδέλφια μου
εσάς, που χτίζετε τις μεγαλουπόλεις,
που καμπυλώνετε σαν ουράνια τόξα τις γέφυρες
εσάς, που ρίχνετε το βάρος της καρδιάς σας πάνω στα κομπρεσέρ
τραγουδάω εσάς μικρά μου αγόρια,
που ξεπαγιάζετε πουλώντας σπίρτα στους δρόμους του χειμώνα
εσάς, που αγοράζετε τα χαλασμένα λαχανικά απ’ τις αγορές
εσάς, που φοράτε εφημερίδες κάτω απ’ τα τριμμένα σας σακάκια
εσάς που πουλάτε τις κουβέρτες σας για ν’ αγοράσετε το φέρετρο
   του παιδιού σας
τραγουδάω εσάς, που πεινάτε
εσάς, που δεν πεινάτε πια γιατί πεθάνατε απ’ την πείνα.
Τραγουδάω εσάς, που ξεκινάτε κάθε αυγή
κουβαλώντας κάτω απ’ το τρύπιο σας πουκάμισο ένα κομμάτι
   ψωμί
κι ολάκερη την ισότητα του κόσμου.

Σας τραγουδάω, αδέρφια μου
ανεβασμένος απόψε σε μια ντάνα σακιά κάτω στο λιμάνι
δείχνοντας τα σάπια δόντια μου
στα ξένα καράβια.

Θυμάμαι το ‘36
κάθε βράδυ μόλις κατάφερνε ο πατέρας να φέρει ένα καρβέλι
   ψωμί.
   Άχνιζαν στο τραπέζι λίγες βραστές πατάτες.
Μα καθώς άρχιζε να μας μιλάει για την Ισπανία που πολεμούσε
τ’ άδειο τραπέζι γέμιζε μονομιάς σημαίες, οδοφράγματα,
   τραγούδια
νιώθαμε να χορταίνουμε.
Η μάνα ακούμπαγε το μπάλωμα στα γόνατα
κι άκουγε σιωπηλή.

Μάνα, πού είσαι, μάνα
Έζησες όλες σου τις μέρες με δάκρυα
έζησες όλα τα βράδια σου με μια κούπα φασκόμηλα και μια φέτα
   ψωμί.
Ήμουν μεγάλος, άντρας πια, κ’ έκλαψα σαν μικρό παιδί
σαν έμαθα πως είχες κάποτε κρυφά ζητιανέψει
για μας, μάνα,
μάνα
ο άνεμος σάρωνε το στρατόπεδο
πεθαίναμε απ’ την πείνα και την παγωνιά
μα εγώ εύρισκα λίγο απάγκιο γιατί μούστελνες την έγνοια σου.

Τώρα έφυγες, μάνα, δίχως να σε δω.
Πέθανες την ώρα που έτρωγα με τα μάτια τον ορίζοντα
πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
να βρω κατά που πέφτει το σπίτι μας
να βρω μια μικρή σπίθα απ’ το μεγάλο τζάκι της στοργής σου.

Μα απόψε, συχώρα με, σε νιώθω, μάνα, και σένα πολύ μακριά.
Απόψε νιώθω σαν να μην είμαι πια δικό σου παιδί.
Είναι τα εκατομμύρια αδέρφια μου κι ο αγώνας μας
που σαν μια γόνιμη φαρδιά κοιλιά
με γέννησαν σ’ αυτό το σταυροδρόμι που φυσάει.

Και το τραγούδι μου γεννήθηκε μες απ’ τα αίματα
όπως γεννιέται μια σημαία.

Νύχτα.
Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες.
Ερημιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
κλαίνε ολομόναχοι
ζητιανεύουν
κοιμούνται κάτω απ’ τις εκκλησιές
πόσοι αγκαλιάζονται παράφορα μες στο σκοτάδι.
Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
καίγονται από μεγάλα όνειρα
κρυώνουν από λησμονιά
πόσους απόψε θάβουν στα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Πόσοι απόψε ξεκινάν περήφανοι
πόσοι γυρίζουν νικημένοι
πόσοι χωρίζονται για πάντα χωρίς να ξαναϊδωθούν ποτέ
πόσοι αγρυπνάνε πλάι σε νεκρούς ενώ απ’ τα’ ανοιχτό παράθυρο
   ακούγεται να βουίζει ο κόσμος
πόσοι φωνάζουν απελπισμένα, πόσοι σωπαίνουν πιο απελπισμένα
οι φάροι αναβοσβήνουνε μακριά
κυλάνε ουρλιάζοντας τα τρένα μες στη νύχτα
κυλάει ο χρόνος
οι πολιτείες κοιμούνται τυλιγμένες στην καταχνιά.
Πόσοι άνθρωποι απόψε σέρνονται στο σκοτάδι
μεταφέρουν πυρομαχικά
ανατινάζουν τις γέφυρες
βάζουν μεγάλες φωτιές
προδίνουν
πόσοι άνθρωποι απόψε αυτήν την ώρα
πεθαίνουν μες στη νύχτα σιωπηλά -
ζωή ζωή
σ’ ακούμε να σε ποδοπατάνε μες στη νύχτα
σ’ ακούμε μέσα στο σκοτάδι να φωνάζεις βοήθεια
α, ζωή, στη μια γωνιά σε ντουφεκίζουν
και στην άλλη σηκώνεσαι ξανά και τραγουδάς
μ’ ακόμα πιο δυνατή τη φωνή σου…

Τραγουδάω και ξανατραγουδάω εσάς αδέρφια
εσάς που ανατινάζατε τα γερμανικά τανκς με μια μπουκάλα μόνο
   γεμάτη απ’ το θυμό σας.
Τραγουδάω εσάς που περπατήσατε τα 8.000 μίλια της υποχώρησης
αφήνοντας πάνω στο χιόνι της Κίνας τους νεκρούς σας σαν μεγάλα
   σημάδια
για να σας δείχνουνε το δρόμο απ’ όπου θα ‘πρεπε να ξαναγυρίσετε.
Τραγουδάω εσάς που ξαναγυρίσατε.
Τραγουδάω εσάς που πολεμάγατε από πάτωμα σε πάτωμα
και χάνατε στο ισόγειο τόνα χέρι σας, μ’ από τα κεραμίδια
   πυροβολούσατε με τα’ άλλο
σώζοντας το Στάλινγκραντ και την ανθρώπινη ελπίδα.
Τραγουδάω εσάς, μικρά μου αγόρια, που με τα παιδικά σας
   σπίρτα
ανάψατε αυτή την πυρκαγιά που ζέστανε τον κόσμο.
Τραγουδάω εσάς που βασανιστήκατε
εσάς που σας ζητούσαν να πείτε ένα όνομα
κι εσείς απαντούσατε πάντοτε: Λευτεριά.

και βουτηγμένοι στο αίμα σας σηκώνατε το χέρι και δείχνατε
   στους άλλους να προχωρήσουν
κι αφού είχαν όλοι προσπεράσει πια κ’ είχατε μείνει καταμόναχοι
   πεσμένοι στο δρόμο
ακούγοντας τη βουή και τα ντουφέκια του πλήθους που
   προχωρούσε
σφίγγατε πάνω στο στήθος σας μια χούφτα χώμα απ’ την
   αγαπημένη πατρίδα
και πεθαίνατε. Τραγουδάω εσάς.

Τραγουδάω όλους εσάς που αντισταθήκατε
τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους
τραγουδάω την ελπίδα που δεν έχει χρώμα
τραγουδάω το αίμα που σ’ όλα τα γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο.
Με το λαρύγγι μου πεταγμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία
τραγουδάω την παγκόσμια αδερφοσύνη.

Μα απόψε, αδέρφια, δεν είμαι πια ποιητής.
Απόψε δε θέλω νάμαι ποιητής.
Απόψε είμαι ο τυμπανιστής μιας απέραντης στρατιάς
με δύο δισεκατομμύρια μαχητές ακροβολισμένους μες στη νύχτα.

Και προχωράμε.


Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ»
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 189 - 196

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Κριτική της ποίησης
«Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε/και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας/χαιρετίστε/το μέλλον».

Pieter AertsenMarket Scene, 1569
Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
Βγείτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβείτε
   στις αμαξοστοιχίες
να δείτε καθώς θ’ απαγγέλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίνετε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομμένο πρόσωπo
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν τόχει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετίστε
το μέλλον.
Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ»
ΣΤΊΧΟΙ ΓΡΑΜΜΈΝΟΙ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ - 1952
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 153 - 154

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Η μεγάλη μάχη
«Κάποτε, καθώς φεύγεις/πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη
θα σούτυχε ν’ ακούσεις ξαφνικά απόνα παράθυρο/ένα πιάνο να παίζει.»

War and Peace, Jason Edmiston
Κάποτε, καθώς φεύγεις
πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη
θα σούτυχε ν’ ακούσεις ξαφνικά απόνα παράθυρο
ένα πιάνο να παίζει.
Ίσως ένα κορίτσι με άσπρα δάχτυλα
ή ένας άντρας με δυνατά χέρια
να παίζουν αυτόν το λυπημένο σκοπό
που σου θυμίζει τα παιδικά σου χρόνια, τους χαμένους έρωτες
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε
την καρδιά σου που την ποδοπατήσαν.

Εσύ στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο
ακούγοντας κάτω απ’ τη βροχή -
μα πρέπει να βιαστείς, προχωράνε οι άλλοι
χάθηκαν κιόλας στη στροφή του δρόμου.
Κι όπως ξεκινάς με πλατύ βήμα
τα παιδικά σου χρόνια
οι χαμένοι έρωτες
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε
η καρδιά σου που την ποδοπατήσαν
ξεκινάνε κι αυτά πλάι σου -
να πολεμήσουν
μαζί σου.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Απλή κουβέντα
«Μας φτάνει να μιλήσουμε/απλά/όπως πεινάει κανείς απλά/όπως αγαπάει/όπως πεθαίνουμε/απλά.»


ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ 1941 – Χριστούγεννα με το θάνατο

Θάθελα να μιλήσω
απλά
όπως ξεκουμπώνει κανείς το πουκάμισό του
και δείχνει ένα παλιό σημάδι
όπως κρυώνει o αγκώνας σου
γυρίζεις
και βλέπεις ότι είναι τρύπιος
όπως κάθεται στην πέτρα ένας σύντροφος και μπαλώνει τη
φανέλα του.
Να μιλήσω αν μια μέρα ξαναγυρίσω
κουβαλώντας μια βρώμικη καραβάνα γεμάτη ξενιτειά
κουβαλώντας στις τσέπες μου δυο γροθιές σφιγμένες
να μιλήσω
απλά -
μονάχα μια στιγμή ν’ ακουμπήσω κάπου τα δεκανίκια μου.

Κάποτε ονειρευόμαστε να γίνουμε μεγάλοι ποιητές
μιλούσαμε για τον ήλιο.
Τώρα μας τρυπάει ή καρδιά
σαν μια πρόκα στην αρβύλα μας.
Εκεί πού άλλοτε λέγαμε: ουρανός, τώρα λέμε: κουράγιο.
Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.

Ο άνεμος πού φωνάζει έξω απ' τ' αντίσκηνο
το συρματόπλεγμα καρφωμένο στην κοιλιά της νύχτας
μια λάμπα σπασμένη
το πετρέλαιο στάζει
το μούτρο του Θωμά κάτω απ’ τις γάζες
θάναι κόκκινο και πρησμένο απ’ τις κοντακιές
μια μυρουδιά καπνού και ποδαρίλας
ο 'Ηλίας λέει: θ' αλλάξει ο καιρός
ο Δημήτρης σωπαίνει
κι ο Νικόλας
παλεύει να βουλώσει τις τρύπες της σκηνής
μ' ένα κομμάτι βραστή πατάτα.
Κάποιος βήχει. Κρυώνουμε.
Ακούγονται τα βήματα της σκοπιάς.

Απόψε λέμε να σου γράψουμε, μάνα
μήπως ακούσουμε τη βροχή
να περπατάει με τα λειωμένα σου τσόκαρα
μήπως δούμε το χαμόγελό σου
να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ’ τη δίψα μας.
Μας ταΐζουν σάπιες πατάτες: μην ανησυχείς
μας βρίζουν και μας χτυπάνε: να μας αγαπάς
ίσως να μη γυρίσουμε –εσύ ν’ ανάψεις τη λάμπα, μάνα,
θάρθουν άλλοι.

Τώρα θα μαζεύεις απ' το σκοινί τ' ασπρόρουχα της ξενιτειάς
θα ράβεις στις κάλτσες μας το μπάλωμα της έγνοιας σου
ξέρεις, τα γάντια, μάνα, που μας έπλεξες δε θα τα φορέσουμε
τα δώσαμε α έναν σύντροφο πούφευγε για στρατοδικείο
του δώσαμε ακόμα μια κονσέρβα κι' ένα κομμάτι απ’ την
   παλάμη μας
έδεσε στην άκρη το τσουβάλι μ’ ένα σπάγκο
έριξε το τσουβάλι στον ώμο
και τον είδαμε ν’ ανηφορίζει      
με τ' αχαμνά του σκέλια ψαλιδίζοντας κομμάτια
απ’ τον αντικρινό ουρανό.

Κάθε πρωί μάς μετράνε
κάθε βράδυ μετράμε τα πιάτα μας και περισσεύουν
περισσεύει ή πίκρα στα μάτια μας
την ώρα πού ή βροχή παίζει ζάρια με τούς χωροφύλακες
καθώς νυχτώνει και γουργουρίζουν οι σφυρίχτρες.

Τώρα λέμε να βάλουμε τα χέρια στις μασκάλες
να κοιτάξουμε αν είναι καν’ αστέρι στον ουρανό
να θυμηθούμε κείνο το πρόσωπο
ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας
μα δε μπορούμε να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό παρά να σταθούμε όρθιοι
και να πεθάνουμε.

Αγαπημένη
μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου πού κάποτε σαι κράτησαν
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν' αρνηθώ το ξεροκόμματο πού μοιράσαμε είκοσι
   άνθρωποι
πώς ν' αρνηθώ τη μητέρα μου πού καρτεράει μια κούπα
φασκόμηλο
πώς ν' αρνηθώ το παιδί μας πού του τάξαμε ένα χωνάκι
ουρανό
πώς ν’ αρνηθώ τον Νικόλα –
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν.

Αν γυρίσω δεν θάχουμε λάμπα, δε θάχουμε πού
ν’ ακουμπήσουμε τ’ όνειρό μας.
Θα καθόμαστε αμίλητοι.
Κι όταν θα θέλω να σε κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα.
Να μ' αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθίσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δε σ' αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια —θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Έν’  άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
και να κλάψω.

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακί ξεχασμένο από χρόνια.
Ψάχναμε να βρούμε τις κάλτσες που φορούσες σύντροφε
τα χέρια σου
την σταματημένη ζωή σου.
Η πίκρα έριχνε στα μάτια μας
μια χούφτα καρφιά.
Ύστερα πλύναμε τα μαγειρεία
ανάψαμε τη φωτιά
και μοιράσαμε ένα τσιγάρο στα δυο
κάτω απ' τα κουρελιασμένα σύννεφα.

Εδώ που ή ζωή μας ήταν ένα τσόφλι αβγού κάτω απ’ τα
   πόδια τους
με το θάνατο πιο κοντά
κι από ένα μπάλωμα στον τρύπιο αγκώνα σου
με τ’ όνομα του νεκρού συντρόφου
σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου
πώς να τραγουδήσεις;

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.
Μακρόνησος 1950

Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ» - «Τρία ποιήματα»1952
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 107- 109

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας Ι
«Εμείς σφιγγόμαστε ο ένας πλάι στον άλλο. Γιατί ξέραμε,
το ξέραμε, αγαπημένη μου, πως δεν ήταν ο άνεμος.»

Charles Burchfield's The East Wind from 1918
Νύχτωνε γρήγορα.
Ο αγέρας ερχόταν από μακριά μυρίζοντας βροχή
και πόλεμο.
Τα τρένα γεμάτα φαντάρους περνούσαν βιαστικά
μόλις προφταίναμε πίσω απ' τα τζάμια να τους δούμε.
Μεγάλα σιδερένια κράνη κλείναν τον ορίζοντα.
Γυάλιζε η άσφαλτος βρεγμένη. Πίσω απ' τα παράθυρα
καθαρίζοντας λίγα ξερά κουκκιά σωπαίναν οι γυναίκες.
Και το βήμα της περίπολος
έπαιρνε τη σιωπή απ' το δρόμο κι απ' τον κόσμο τη ζεστασιά.

Γύρισε λοιπόν τα μάτια σου να κοιτάξω τον ουρανό 
δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου. 
Πόσο χλωμή είσαι, αγαπημένη μου!

Σαν να χτυπούσε η πόρτα μας τη νύχτα. Η μητέρα σου
σέρνοντας τα χοντρά της τσόκαρα πήγαινε ν’ ανοίξει.
Κανείς. Κανείς, ξανάλεγε. Ο αγέρας θάναι.
Εμείς σφιγγόμαστε ο ένας πλάι στον άλλο. Γιατί ξέραμε, 
το ξέραμε, αγαπημένη μου, πως δεν ήταν ο άνεμος.

Χιλιάδες άνθρωποι πεθαίναν έξω από την πόρτα μας.

Κοίταξε πως ρήμαξε η γειτονιά μας, αγαπημένη μου. 
Ο άνεμος μπαινοβγαίνει μες στις χαραμάδες των σπιτιών
οι τοίχοι μουσκεύουνε, φουσκώνουν, ύστερα γκρεμίζονται.
Πού πήγαν τόσοι γείτονες μας, χωρίς να μας χαιρετήσουν 
αφήνοντας μισοασβεστωμένο το πεζούλι τους
το χαμόγελό τους μισοτελειωμένο.
Έτσι να στρίψει κανείς τη γωνιά και δεν τον ξαναβλέπουμε. 
Λέγαμε καλημέρα κι έπεφτε άξαφνα το βράδυ.

Πού πάνε λοιπόν τόσα παιδιά;
Κ’ εκείνος ο  ξανθός ομπρελάς που τραγουδούσε τα πρωϊνά 
ντουφεκίστηκε 
κι ο περιπτεράς που μας άπλωνε τα ρέστα χαμογελώντας
ντουφεκίστηκε
και το παιδί που μας ζύγιζε τα κάρβουνα –το θυμάσαι αλήθεια-
ντουφεκίστηκε.
Το καρότσι του αναποδογυρισμένο σε μια γωνιά.
Η αγαπημένη τους θα κοιτάει τώρα κατάματα τη νύχτα
θα χώνει σαν σκυλί το πρόσωπο και θα μυρίζει το πουκάμισό τους.
Κι ο ταχυδρόμος που άνοιγε με τη φωνή του τα παράθυρα
ντουφεκίστηκε.
Πάρε λοιπόν το κόκκινο στόμα σου από κοντά μου, Μαρία.
Κρυώνω.

Σ’ όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.

Αγαπημένη μου
σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια
θάθελα να πεθάνω μαζί σου, αν κάποτε πέθαινες
κι όμως, αγαπημένη μου, 
δε μπορούσα
δεν μπορούσα πια να σ’ αγαπώ όπως άλλοτε.

Κλείναμε πίσω μας την πόρτα και κρυώναμε
κλείναμε τα παράθυρα και κρυώναμε πιο πολύ 
και καθώς γύριζα να δω τα μάτια σου 
έβλεπα τα μάτια της γειτόνισσας που της σκότωσαν τέσσερα 
    παιδιά
και καθώς άπλωνα να βρω το χέρι σου
ήταν σαν νάκλεβα το ψωμί από το χέρι των πεινασμένων.

Μ’ αγκάλιαζες 
Μα εγώ πάνω απ’ τον ώμο σου κοίταζα το δρόμο.
Κι όταν θέλαμε να μιλήσουμε σωπαίναμε ξαφνικά. 
Αφουγκραζόμαστε από τ' ανοιχτό παράθυρο μακριά
το βήμα των μελλοθάνατων.

Πώς να ζεστάνει πια η κουβέρτα μας με τόση παγωνιά
πώς να μας προστατέψει η πόρτα μας απ’ όλη αυτήν τη νύχτα.
Ανάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Τι θ’ απογίνουμε αγαπημένη; 

Αγαπημένη μου, ακούς;
Όχι, δεν είναι ο άνεμος, φτάνει από πιο μακριά
Θάλεγες πως χιλιάδες βήματα κατηφορίζουνε στους δρόμους
Χιλιάδες αρβύλες που βροντάνε τα καρφιά τους πάνω στην
    άσφαλτο.
Πού πάνε; Πώς μπορούν και φεύγουν;

Πώς θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου,
πώς θάναβα μια λάμπα αφού δε θάτανε για να σε δω
πώς να κοιτάξω έναν τοίχο που δε θα περνοδιαβαίνει ο ίσκιος σου
πώς ν’ ακουμπήσω σ’ ένα τραπέζι που δε θ’ ακουμπάς τα χέρια σου
μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πώς να την αγγίξω;
Μα όσο πάει και μεγαλώνει αυτός ο θόρυβος. 
Δεν έχει τόπο να κοιμηθείς. Γωνιά δεν είναι 
να καθίσεις.
Όχι, δεν είναι ο άνεμος, φτάνει από πιο βαθιά.
Κόψε λοιπόν, αγαπημένη, το σεντόνι μας
σκίσε το φόρεμά σου και βούλωσε τις χαραμάδες.

Οι άνθρωποι ρίχνουν βιαστικά στον μπόγο τους όλο το σπιτικό τους, 
γιατί όλο το σπιτικό τους δεν είναι 
παρά λίγο ψωμί, ένα ενθύμιο κι αγάπη τους για την ζωή.
Ύστερα φιλιούνται και χάνονται μέσα στη νύχτα.

Ύστερα μένουμε εμείς. Πού μένουμε; Γιατί μένουμε; 
Πώς θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω
πώς να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρω.
Όχι, δε θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου.

Μα απόψε, σ’ όλες τις γωνιές μας περιμένουν οι άνθρωποι. 
Δώσε μου μια στιγμή το στόμα σου. Κι ετοίμασέ μου τον
    μπόγο μου, Μαρία.


Συλλογή: «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας Ι» 1952

Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 51-55