Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Γιώργης Παυλόπουλος — Το παιδί και οι ληστές

            Ήτανε ένα παιδί και κάτω απ' το κρεβάτι του
   πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές.
   Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους
   άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
   Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε στα βουνά
   να τον κάνουμε ληστή.
   Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια
   να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή.
   Κάθε νύχτα το παιδί τρελό από το φόβο του
   μέσ' από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους
   τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της.
   Κι εκείνη το 'παιρνε και το χάιδευε
   το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι:
   Ήτανε ένα παιδί και κάτω απ' το κρεβάτι του
   πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές.
   Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους
   άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
   Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε στα βουνά
   να τον κάνουμε ληστή.
   Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια
   να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή.
   Κάθε νύχτα το παιδί τρελό από το φόβο του
   μέσ' από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους
   τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της.
   Κι εκείνη το 'παιρνε και το χάιδευε
   το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι:
   Ήτανε ένα παιδί και κάτω απ' το κρεβάτι του
   πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές...
Τα αντικλείδια, 1988

https://www.youtube.com/watch?v=HDZfsaT4kD8

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Συνομιλίες
«Κύριε, η αμαρτία μου στάθηκε ότι θέλησα να εξιχνιάσω το αίνιγμά/σου, να εισδύσω στο μυστήριό σου,/κι έτσι παραπλανήθηκα ο τρελός - αφού εγώ είμαι το μεγάλο/μυστικό σου.»


orthodox christian artists: “Holy Friday (La vestale chretienne)”
by Theodore Jacques Ralli.
1
Κύριε, άσε με να έρθω κοντά σου. Ίσως με την τόση φτώχεια μου,
   τη μικρότητά μου, τις τόσες τύψεις μου, να σε παρηγορήσω λίγο
τα βράδια που σε ακούω να κλαις. Γιατί τόση τελειότητα είναι ήδη
   ένα μαρτύριο.

2
Κύριε μόνο με την σιωπή σε νοιώθουμε. Κάθε ομιλία σε πληγώνει.                                           
Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απ΄ όπου, μαζί με το αίμα
   σου,
στάζει και λίγη απεραντοσύνη.  

3
Κύριε, είσαι το καθημερινό ψωμί μας, η μεγάλη νοσταλγία μας να
   ξαναγυρίσουμε - πού;                                     
Είσαι η μήτρα που θα μας γεννήσει με το θάνατό μας. Αμήν.

4
Κύριε, είσαι κρυμμένος πίσω από τόσα αινίγματα, ίσκιους, σκοτεινές
   παραβολές - πώς να σε βρω;         
Όμως είναι στιγμές που σ' αναγνωρίζω: μια ξαφνική αφθονία στην
   καρδιά μου σε προδίνει.     

5
Κύριε, τι θα ‘κανα χωρίς εσένα; Είμαι η ακατοίκητη κάμαρα κ’
   είσαι ο μεγάλος Ξένος που ευδόκησες να την επισκεφτείς.
Κύριε, τι θα ‘κανες χωρίς εμένα; Είσαι η μεγάλη αιώνια άρπα κ’
   είμαι το εφήμερο χέρι που ξυπνάει τις μελωδίες σου.

6
Κύριε, συγκατοικούμε αιώνες μες την ίδια κάμαρα, αλλά δεν
   μπορώ να δω το πρόσωπό σου.
Όμως σ’ ακούω, κάποτε να περπατάς βαρύς μέσα στις λέξεις μου,
   άπληστος να ξεπεράσεις τα όρια αυτού του κόσμου.

7
Η γέννηση της ομιλίας

Κύριε, είσαι το μέγα άπειρο που ανασαίνουμε, ο απέραντος δρόμος
   που πηγαίνουμε.
Είσαι η απερίγραπτη σιωπή που την ακούμε μέσα μας και μιλάμε –
   για να μην πεθάνουμε από τρόμο.

8
Κύριε, ζούμε κ' οι δυο μας μες στο σκοτάδι, δε βλέπει ο ένας τον
   άλλον –όμως άπλωσε το χέρι σου, θα το βρω, άσε με να σου μιλήσω
   θα μ’ ακούσεις,
μόνο δώσε στα λόγια μου κάτι απ' αυτό το μέγα ανείπωτο που σε
   κάνει να σωπαίνεις.
9
Κύριε, σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης και τ' ουρανού, στο
   μεγαλείο των μητροπόλεων, στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο τη νύχτα
   ρεμβασμό μου.

10
Κύριε, η αμαρτία μου στάθηκε ότι θέλησα να εξιχνιάσω το αίνιγμά
   σου, να εισδύσω στο μυστήριό σου,
κι έτσι παραπλανήθηκα ο τρελός - αφού εγώ είμαι το μεγάλο
   μυστικό σου.

11
Κύριε, είσαι ο αιώνιος ταξιδιώτης πού έγειρες σε μια στιγμή πλάι στο
   φράχτη ν΄ αποκοιμηθείς
κ’ είμαι το εφήμερο όνειρο, που σου κρατάει συντροφιά μέσα στον
   ύπνο σου.

Κύριε, μην ξυπνήσουμε ακόμα - είναι νωρίς.

12
Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα ‘ρθουν να
   τελειώσουν.
Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κείνες τις λίγες
   ώρες που έζησες στη γη.

Από τη συλλογή «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ» - ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ 1983 
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 147 - 158

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Νίκος Καρούζος — «Ο Γιάννης μέσα στο έαρ»
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι/να πολεμήσω την Άνοιξη.
Ξένος είμαι στο σπίτι μου/ξένος στους δρόμους
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου.

ολόμαυρα μαλλιά 
που 
τόσο χύνονταν 
στις 
πλάτες 
(γλυκειά αίσθηση τα σπλάχνα μου) 
ωσότου χάθηκε στη γωνία του δρόμου 
η γυναίκα. 
Δεν είναι πια 
(ο θάνατος) 
δεν ήτανε πριν 
(η ανυπαρξία) 
και πόσο να 'μενε στα λίγα δευτερόλεπτα. 
Σπιθίζουν από δάκρυα τα μάτια μου 
μ’ ένα κάψιμο. 
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα 
κάποιο δέντρο είμαι 
κ’ έγινε ποτάμι η ρίζα μου 
τώρα που ξέρουμε πόσο μαύρη είν’ η θάλασσα 
και το ποτάμι πάει… 
Δυο φύλλα έρημα τα χείλη μου 
τη νύχτα 
ο άγγελος της μοναξιάς 
με τολμηρά ενδύματα. 
Πουλιά του Απριλίου χαρούμενα 
εποχή εχθρική 
ως το μυρωμένο βράδυ 
ως μέσα στα μεσάνυχτα. 
Βγάλε ψυχή μου τραγούδι 
να πολεμήσω την Άνοιξη. 
Ξένος είμαι στο σπίτι μου 
ξένος στους δρόμους 
με λένε Γιάννη δεν έχω τίποτα δικό μου. 

Από τη συλλογή «Ποιήματα» [1961] – συγκεντρωτική έκδοση 
«Η πρώτη εποχή», εκδ. Ερατώ, 1987

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ὁμοιότητες
«Κι ὁ κόσμος μοιάζει τῆς μητέρας μου: ἀγαπημένος
καί χαμένος γιά πάντα.»

Edvard Munch - The Dead Mother
    Ἡ ζωή δέν ἔχει ἔλεος σάν τά παιδιά, οὔτε φιλίες σάν τήν ποίη-
ση. Κι ὁ κόσμος μοιάζει τῆς μητέρας μου: ἀγαπημένος
   καί χαμένος γιά πάντα.

Από τη συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο» 1983
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 137

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Σούρουπο
«Αν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιαν άλλη ηλικία
απ’ την αληθινή και τώρα πια τα 'χω μπερδέψει... »

Spencer Frederick Gore 1878 - 1914
Sunset, Letchworth, with Man and Dog, 1912
Αν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιαν άλλη ηλικία
απ’ την αληθινή και τώρα πια τα 'χω μπερδέψει – δεν ξέρω αν
βρίσκομαι στο τέλος ή έστω στην αρχή, αν πρέπει να φύγω ή να ξανα-
γυρίσω, και ποιο δρόμο να πάρω και να πάω πού; - εξάλλου
σκοτείνιασε
   και τα σκυλιά γαβγίζουν, σταματώντας τους περαστικούς στα
σύνορα του ανείπωτου.

Από τη συλλογή «Ο τυφλός με τον λύχνο» 1983 
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 126

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης — Ὁ βράχος καί τό κῦμα

Στὸν συμβολισμὸ τοῦ ποιήματος, βράχος εἶναι
ὁ κατακτητὴς Τοῦρκος καὶ κῦμα ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμός.

«Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μὲς στὰ στήθη μου, ποὖσαν νεκρὰ καὶ κρύα,
μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.

Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι᾿ ἄρματα, κούφια βοὴ γι᾿ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μὲ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου, πού ῾πε τώρα,
βράχε, θὰ πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!
Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
καὶ σὄγλυφα καὶ σὄπλενα τὰ πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ᾿ ἐκύτταζες καὶ φώναζες τοῦ κόσμου
νὰ δεῖ τὴν καταφρόνεση, ποὺ πάθαινε ὁ ἀφρός μου.

Κι ἀντὶς ἐγὼ κρυφὰ κρυφά, ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἐφιλοῦσα
μέρα καὶ νύχτα σ᾿ ἔσκαφτα, τὴ σάρκα σου ἐδαγκοῦσα
καὶ τὴν πληγὴ ποὺ σ᾿ ἄνοιγα, τὸ λάκκο πού ῾θε κάμω
μὲ φύκη τὸν ἐπλάκωνα, τὸν ἔκρυβα στὴν ἄμμο.

Σκύψε νὰ ἰδῆς τὴ ρίζα σου στῆς θάλασσας τὰ βύθη,
τὰ θέμελά σου τά ῾φαγα, σ᾿ ἔκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ! Τοῦ δούλου τὸ ποδάρι
θὰ σὲ πατήση στὸ λαιμό... Ἐξύπνησα λιοντάρι!»

Ὁ βράχος ἐκοιμότουνε. Στην καταχνιὰ κρυμμένος,
ἀναίσθητος σοῦ φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Τοῦ φώτιζαν τὸ μέτωπο, σχισμένο ἀπὸ ρυτίδες,
τοῦ φεγγαριοῦ, ποὖταν χλωμό, μισόσβηστες ἀχτίδες.
Ὁλόγυρά του ὀνείρατα, κατάρες ἀνεμίζουν
καὶ στὸν ἀνεμοστρόβιλο φαντάσματα ἀρμενίζουν,
καθὼς ἀνεμοδέρνουνε καὶ φτεροθορυβοῦνε
τὴ δυσωδία τοῦ νεκροῦ τὰ ὄρνια ἂν μυριστοῦνε.

Τὸ μούγκρισμα τοῦ κύματος, τὴν ἄσπλαγχνη φοβέρα,
χίλιες φορὲς τὴν ἄκουσεν ὁ βράχος στὸν ἀθέρα
ν᾿ ἀντιβοᾶ τρομαχτικὰ χωρὶς κὰν νὰ ξυπνήσει,
καὶ σήμερα ἀνατρίχιασε, λὲς θὰ λιγοψυχήσει.
«Κῦμα, τὶ θέλεις ἀπὸ μὲ καὶ τὶ μὲ φοβερίζεις;
Ποιὸς εἶσαι σὺ κι ἐτόλμησες, ἀντὶ νὰ μὲ δροσίζεις,
ἀντὶ μὲ τὸ τραγούδι σου τὸν ὕπνο μου νὰ εὐφραίνεις,
καὶ μὲ τὰ κρύα σου νερὰ τὴ φτέρνα μου νὰ πλένεις,
ἐμπρός μου στέκεις φοβερό, μ᾿ ἀφροὺς στεφανωμένο;
Ὅποιος κι ἂν εἶσαι μάθε το, εὔκολα δὲν πεθαίνω!»

«Βράχε, μὲ λένε Ἐκδίκηση. Μ᾿ ἐπότισεν ὁ χρόνος
χολὴ καὶ καταφρόνεση. Μ᾿ ἀνάθρεψεν ὁ πόνος.
Ἤμουνα δάκρυ μιὰ φορὰ καὶ τώρα κοίταξέ με,
ἔγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Ἐδῶ μέσα στὰ σπλάγχνα μου, βλέπεις, δὲν ἔχω φύκη,
σέρνω ἕνα σύγνεφο ψυχές, ἐρμιὰ καὶ καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σὲ ζητοῦν τοῦ ἄδη μου τ᾿ ἀχνάρια...
Μ᾿ ἔκαμες ξυλοκρέβατο... Μὲ φόρτωσες κουφάρια...
Σὲ ξένους μ᾿ ἔριξες γιαλούς... Τὸ ψυχομάχημά μου
τὸ περιγέλασαν πολλοὶ καὶ τὰ πατήματά μου
τὰ φαρμακέψανε κρυφὰ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, νὰ διαβῶ, ἐπέρασε ἡ γαλήνη,
καταποτήρας εἶμαι ἐγώ, ὁ ἄσπονδος ἐχθρός σου,
γίγαντας στέκω ἐμπρός σου!»

Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τὸ κῦμα στὴν ὁρμή του
ἐκαταπόντησε μεμιᾶς τὸ κούφιο τὸ κορμί του.
Χάνεται μὲς τὴν ἄβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σὰ νἆταν ἀπὸ χιόνι.
Ἐπάνωθέ του ἐβόγγιζε γιὰ λίγο ἀγριεμένη
ἡ θάλασσα κι ἐκλείστηκε. Τώρα δὲν ἀπομένει
στὸν τόπο ποὖταν τὸ στοιχειό, κανεὶς παρὰ τὸ κῦμα,
ποὺ παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα.