Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Κριτική της ποίησης
«Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε/και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας/χαιρετίστε/το μέλλον».

Pieter AertsenMarket Scene, 1569
Ε! τι καθόσαστε λοιπόν ποιητές
Βγείτε στους δρόμους, καβαλήστε στα λεωφορεία, ανεβείτε
   στις αμαξοστοιχίες
να δείτε καθώς θ’ απαγγέλετε τα τραγούδια σας
ν’ ανθίζει μες στην καρβουνόσκονη σαν έν’ άσπρο τριαντάφυλλο
το γέλιο των μηχανοδηγών.
Πηγαίνετε στη λαϊκή αγορά
ανάμεσα στις φωνές και τη μυρουδιά των λαχανικών.
Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα
που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας
σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας.
Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομμένο πρόσωπo
έχει τρία παιδιά σκοτωμένα
και δεν τόχει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους.
Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου
και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε
και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας
χαιρετίστε
το μέλλον.
Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ»
ΣΤΊΧΟΙ ΓΡΑΜΜΈΝΟΙ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ - 1952
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 153 - 154

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Η μεγάλη μάχη
«Κάποτε, καθώς φεύγεις/πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη
θα σούτυχε ν’ ακούσεις ξαφνικά απόνα παράθυρο/ένα πιάνο να παίζει.»

War and Peace, Jason Edmiston
Κάποτε, καθώς φεύγεις
πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη
θα σούτυχε ν’ ακούσεις ξαφνικά απόνα παράθυρο
ένα πιάνο να παίζει.
Ίσως ένα κορίτσι με άσπρα δάχτυλα
ή ένας άντρας με δυνατά χέρια
να παίζουν αυτόν το λυπημένο σκοπό
που σου θυμίζει τα παιδικά σου χρόνια, τους χαμένους έρωτες
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε
την καρδιά σου που την ποδοπατήσαν.

Εσύ στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο
ακούγοντας κάτω απ’ τη βροχή -
μα πρέπει να βιαστείς, προχωράνε οι άλλοι
χάθηκαν κιόλας στη στροφή του δρόμου.
Κι όπως ξεκινάς με πλατύ βήμα
τα παιδικά σου χρόνια
οι χαμένοι έρωτες
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε
η καρδιά σου που την ποδοπατήσαν
ξεκινάνε κι αυτά πλάι σου -
να πολεμήσουν
μαζί σου.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Απλή κουβέντα
«Μας φτάνει να μιλήσουμε/απλά/όπως πεινάει κανείς απλά/όπως αγαπάει/όπως πεθαίνουμε/απλά.»


ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ 1941 – Χριστούγεννα με το θάνατο

Θάθελα να μιλήσω
απλά
όπως ξεκουμπώνει κανείς το πουκάμισό του
και δείχνει ένα παλιό σημάδι
όπως κρυώνει o αγκώνας σου
γυρίζεις
και βλέπεις ότι είναι τρύπιος
όπως κάθεται στην πέτρα ένας σύντροφος και μπαλώνει τη
φανέλα του.
Να μιλήσω αν μια μέρα ξαναγυρίσω
κουβαλώντας μια βρώμικη καραβάνα γεμάτη ξενιτειά
κουβαλώντας στις τσέπες μου δυο γροθιές σφιγμένες
να μιλήσω
απλά -
μονάχα μια στιγμή ν’ ακουμπήσω κάπου τα δεκανίκια μου.

Κάποτε ονειρευόμαστε να γίνουμε μεγάλοι ποιητές
μιλούσαμε για τον ήλιο.
Τώρα μας τρυπάει ή καρδιά
σαν μια πρόκα στην αρβύλα μας.
Εκεί πού άλλοτε λέγαμε: ουρανός, τώρα λέμε: κουράγιο.
Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.

Ο άνεμος πού φωνάζει έξω απ' τ' αντίσκηνο
το συρματόπλεγμα καρφωμένο στην κοιλιά της νύχτας
μια λάμπα σπασμένη
το πετρέλαιο στάζει
το μούτρο του Θωμά κάτω απ’ τις γάζες
θάναι κόκκινο και πρησμένο απ’ τις κοντακιές
μια μυρουδιά καπνού και ποδαρίλας
ο 'Ηλίας λέει: θ' αλλάξει ο καιρός
ο Δημήτρης σωπαίνει
κι ο Νικόλας
παλεύει να βουλώσει τις τρύπες της σκηνής
μ' ένα κομμάτι βραστή πατάτα.
Κάποιος βήχει. Κρυώνουμε.
Ακούγονται τα βήματα της σκοπιάς.

Απόψε λέμε να σου γράψουμε, μάνα
μήπως ακούσουμε τη βροχή
να περπατάει με τα λειωμένα σου τσόκαρα
μήπως δούμε το χαμόγελό σου
να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ’ τη δίψα μας.
Μας ταΐζουν σάπιες πατάτες: μην ανησυχείς
μας βρίζουν και μας χτυπάνε: να μας αγαπάς
ίσως να μη γυρίσουμε –εσύ ν’ ανάψεις τη λάμπα, μάνα,
θάρθουν άλλοι.

Τώρα θα μαζεύεις απ' το σκοινί τ' ασπρόρουχα της ξενιτειάς
θα ράβεις στις κάλτσες μας το μπάλωμα της έγνοιας σου
ξέρεις, τα γάντια, μάνα, που μας έπλεξες δε θα τα φορέσουμε
τα δώσαμε α έναν σύντροφο πούφευγε για στρατοδικείο
του δώσαμε ακόμα μια κονσέρβα κι' ένα κομμάτι απ’ την
   παλάμη μας
έδεσε στην άκρη το τσουβάλι μ’ ένα σπάγκο
έριξε το τσουβάλι στον ώμο
και τον είδαμε ν’ ανηφορίζει      
με τ' αχαμνά του σκέλια ψαλιδίζοντας κομμάτια
απ’ τον αντικρινό ουρανό.

Κάθε πρωί μάς μετράνε
κάθε βράδυ μετράμε τα πιάτα μας και περισσεύουν
περισσεύει ή πίκρα στα μάτια μας
την ώρα πού ή βροχή παίζει ζάρια με τούς χωροφύλακες
καθώς νυχτώνει και γουργουρίζουν οι σφυρίχτρες.

Τώρα λέμε να βάλουμε τα χέρια στις μασκάλες
να κοιτάξουμε αν είναι καν’ αστέρι στον ουρανό
να θυμηθούμε κείνο το πρόσωπο
ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας
μα δε μπορούμε να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό παρά να σταθούμε όρθιοι
και να πεθάνουμε.

Αγαπημένη
μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου πού κάποτε σαι κράτησαν
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν' αρνηθώ το ξεροκόμματο πού μοιράσαμε είκοσι
   άνθρωποι
πώς ν' αρνηθώ τη μητέρα μου πού καρτεράει μια κούπα
φασκόμηλο
πώς ν' αρνηθώ το παιδί μας πού του τάξαμε ένα χωνάκι
ουρανό
πώς ν’ αρνηθώ τον Νικόλα –
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν.

Αν γυρίσω δεν θάχουμε λάμπα, δε θάχουμε πού
ν’ ακουμπήσουμε τ’ όνειρό μας.
Θα καθόμαστε αμίλητοι.
Κι όταν θα θέλω να σε κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα.
Να μ' αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθίσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δε σ' αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια —θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Έν’  άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
και να κλάψω.

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακί ξεχασμένο από χρόνια.
Ψάχναμε να βρούμε τις κάλτσες που φορούσες σύντροφε
τα χέρια σου
την σταματημένη ζωή σου.
Η πίκρα έριχνε στα μάτια μας
μια χούφτα καρφιά.
Ύστερα πλύναμε τα μαγειρεία
ανάψαμε τη φωτιά
και μοιράσαμε ένα τσιγάρο στα δυο
κάτω απ' τα κουρελιασμένα σύννεφα.

Εδώ που ή ζωή μας ήταν ένα τσόφλι αβγού κάτω απ’ τα
   πόδια τους
με το θάνατο πιο κοντά
κι από ένα μπάλωμα στον τρύπιο αγκώνα σου
με τ’ όνομα του νεκρού συντρόφου
σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου
πώς να τραγουδήσεις;

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.
Μακρόνησος 1950

Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ» - «Τρία ποιήματα»1952
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 107- 109

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας Ι
«Εμείς σφιγγόμαστε ο ένας πλάι στον άλλο. Γιατί ξέραμε,
το ξέραμε, αγαπημένη μου, πως δεν ήταν ο άνεμος.»

Charles Burchfield's The East Wind from 1918
Νύχτωνε γρήγορα.
Ο αγέρας ερχόταν από μακριά μυρίζοντας βροχή
και πόλεμο.
Τα τρένα γεμάτα φαντάρους περνούσαν βιαστικά
μόλις προφταίναμε πίσω απ' τα τζάμια να τους δούμε.
Μεγάλα σιδερένια κράνη κλείναν τον ορίζοντα.
Γυάλιζε η άσφαλτος βρεγμένη. Πίσω απ' τα παράθυρα
καθαρίζοντας λίγα ξερά κουκκιά σωπαίναν οι γυναίκες.
Και το βήμα της περίπολος
έπαιρνε τη σιωπή απ' το δρόμο κι απ' τον κόσμο τη ζεστασιά.

Γύρισε λοιπόν τα μάτια σου να κοιτάξω τον ουρανό 
δός μου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή μου. 
Πόσο χλωμή είσαι, αγαπημένη μου!

Σαν να χτυπούσε η πόρτα μας τη νύχτα. Η μητέρα σου
σέρνοντας τα χοντρά της τσόκαρα πήγαινε ν’ ανοίξει.
Κανείς. Κανείς, ξανάλεγε. Ο αγέρας θάναι.
Εμείς σφιγγόμαστε ο ένας πλάι στον άλλο. Γιατί ξέραμε, 
το ξέραμε, αγαπημένη μου, πως δεν ήταν ο άνεμος.

Χιλιάδες άνθρωποι πεθαίναν έξω από την πόρτα μας.

Κοίταξε πως ρήμαξε η γειτονιά μας, αγαπημένη μου. 
Ο άνεμος μπαινοβγαίνει μες στις χαραμάδες των σπιτιών
οι τοίχοι μουσκεύουνε, φουσκώνουν, ύστερα γκρεμίζονται.
Πού πήγαν τόσοι γείτονες μας, χωρίς να μας χαιρετήσουν 
αφήνοντας μισοασβεστωμένο το πεζούλι τους
το χαμόγελό τους μισοτελειωμένο.
Έτσι να στρίψει κανείς τη γωνιά και δεν τον ξαναβλέπουμε. 
Λέγαμε καλημέρα κι έπεφτε άξαφνα το βράδυ.

Πού πάνε λοιπόν τόσα παιδιά;
Κ’ εκείνος ο  ξανθός ομπρελάς που τραγουδούσε τα πρωϊνά 
ντουφεκίστηκε 
κι ο περιπτεράς που μας άπλωνε τα ρέστα χαμογελώντας
ντουφεκίστηκε
και το παιδί που μας ζύγιζε τα κάρβουνα –το θυμάσαι αλήθεια-
ντουφεκίστηκε.
Το καρότσι του αναποδογυρισμένο σε μια γωνιά.
Η αγαπημένη τους θα κοιτάει τώρα κατάματα τη νύχτα
θα χώνει σαν σκυλί το πρόσωπο και θα μυρίζει το πουκάμισό τους.
Κι ο ταχυδρόμος που άνοιγε με τη φωνή του τα παράθυρα
ντουφεκίστηκε.
Πάρε λοιπόν το κόκκινο στόμα σου από κοντά μου, Μαρία.
Κρυώνω.

Σ’ όλους τους τοίχους απόψε ντουφεκίζεται η ζωή.

Αγαπημένη μου
σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια
θάθελα να πεθάνω μαζί σου, αν κάποτε πέθαινες
κι όμως, αγαπημένη μου, 
δε μπορούσα
δεν μπορούσα πια να σ’ αγαπώ όπως άλλοτε.

Κλείναμε πίσω μας την πόρτα και κρυώναμε
κλείναμε τα παράθυρα και κρυώναμε πιο πολύ 
και καθώς γύριζα να δω τα μάτια σου 
έβλεπα τα μάτια της γειτόνισσας που της σκότωσαν τέσσερα 
    παιδιά
και καθώς άπλωνα να βρω το χέρι σου
ήταν σαν νάκλεβα το ψωμί από το χέρι των πεινασμένων.

Μ’ αγκάλιαζες 
Μα εγώ πάνω απ’ τον ώμο σου κοίταζα το δρόμο.
Κι όταν θέλαμε να μιλήσουμε σωπαίναμε ξαφνικά. 
Αφουγκραζόμαστε από τ' ανοιχτό παράθυρο μακριά
το βήμα των μελλοθάνατων.

Πώς να ζεστάνει πια η κουβέρτα μας με τόση παγωνιά
πώς να μας προστατέψει η πόρτα μας απ’ όλη αυτήν τη νύχτα.
Ανάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Τι θ’ απογίνουμε αγαπημένη; 

Αγαπημένη μου, ακούς;
Όχι, δεν είναι ο άνεμος, φτάνει από πιο μακριά
Θάλεγες πως χιλιάδες βήματα κατηφορίζουνε στους δρόμους
Χιλιάδες αρβύλες που βροντάνε τα καρφιά τους πάνω στην
    άσφαλτο.
Πού πάνε; Πώς μπορούν και φεύγουν;

Πώς θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου,
πώς θάναβα μια λάμπα αφού δε θάτανε για να σε δω
πώς να κοιτάξω έναν τοίχο που δε θα περνοδιαβαίνει ο ίσκιος σου
πώς ν’ ακουμπήσω σ’ ένα τραπέζι που δε θ’ ακουμπάς τα χέρια σου
μια φέτα ψωμί που δε θα τη μοιραζόμαστε πώς να την αγγίξω;
Μα όσο πάει και μεγαλώνει αυτός ο θόρυβος. 
Δεν έχει τόπο να κοιμηθείς. Γωνιά δεν είναι 
να καθίσεις.
Όχι, δεν είναι ο άνεμος, φτάνει από πιο βαθιά.
Κόψε λοιπόν, αγαπημένη, το σεντόνι μας
σκίσε το φόρεμά σου και βούλωσε τις χαραμάδες.

Οι άνθρωποι ρίχνουν βιαστικά στον μπόγο τους όλο το σπιτικό τους, 
γιατί όλο το σπιτικό τους δεν είναι 
παρά λίγο ψωμί, ένα ενθύμιο κι αγάπη τους για την ζωή.
Ύστερα φιλιούνται και χάνονται μέσα στη νύχτα.

Ύστερα μένουμε εμείς. Πού μένουμε; Γιατί μένουμε; 
Πώς θάνοιγα μια πόρτα όταν δε θάτανε για να σε συναντήσω
πώς να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θάναι για να σε βρω.
Όχι, δε θα μπορούσα να ζήσω μακριά σου, αγαπημένη μου.

Μα απόψε, σ’ όλες τις γωνιές μας περιμένουν οι άνθρωποι. 
Δώσε μου μια στιγμή το στόμα σου. Κι ετοίμασέ μου τον
    μπόγο μου, Μαρία.


Συλλογή: «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας Ι» 1952

Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 51-55

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Μενέλαος Λουντέμης — Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα
«Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο/καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,/ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,/γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.»

The Dance Of Ebb & Flow by Duy Huynh
Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸν καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη

Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή: 
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Μικρή Νυχτερινή Ονειροπόληση
«οι ποιητές το βάθος της αβύσσου θα μετρήσουν.»

,
Portrait of Dr Gauchet by Vincent van Gogh

Τα βράδια συνήθως αγρυπνώ και περιποιούμαι τα λουλούδια
που είναι ζωγραφισμένα στο κάλυμμα του καναπέ
σκέφτομαι πως κάποτε κι εκείνα θ’ ανθίσουν
οι νεκροί θα ξαναγυρίσουν
τ' αγάλματα θα θυμηθούν να ξαναμιλήσουν
οι εραστές ειρήνη θα κλείσουν
αυτοί που άργησαν τον χαμένο καιρό θα ξανακερδίσουν
οι ποιητές το βάθος της αβύσσου θα μετρήσουν.

από τη Συλλογή «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» 1990
Ενότητα: Α - Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 3ος, σελ. 466