Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 022ος — ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει.

ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. 
εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν,
ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με, 
τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. 
ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης 
ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. 
ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, 
οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· 
ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, 
αὗταί με παρεκάλεσαν. 
ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, 
ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· 
ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, 
καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον. 
καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με 
πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, 
καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου 
εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα
οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν»


«Σηκώθηκα κι έκανα τα τρία βήματα που απομένανε. Με περιμένανε όλοι, όλοι. Δεν έλειπε κανείς, ούτε και η άδεια μου καρέκλα, ούτε η πένα που θα υπόγραφα. Όλοι και όλα ήταν εκεί.

– Δεν θα σας απασχολήσω πολύ κύριοι, είπα. 
– Καθίστε.
– Όχι, ευχαριστώ. Ήρθα μόνο να σας πω ότι δεν θα υπογράψω.
– Πως; Μα το πρωί… 
– Έχετε δίκιο. Όμως, πριν μπω εδώ, σταμάτησα και κουβέντιασα με τη συνείδησή μου.
– Έκανες σε κανένα κακό; Τη ρώτησα. Μου είπε: Όχι
Αγαπάς όλο τον κόσμο; Μου απάντησε, ναι
Αγαπάς πολύ την Ελλάδα; Μου είπε: Απέραντα
Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν. Και έφυγα.

Έτσι που ακουμπούσαν τα μάγουλά μας πάνω στα χέρια μας, είχανε τόσο τρέξει τα δάκρυα που τα μανίκια μας ήτανε μουσκεμένα. Εκείνη την ώρα δεν ζούσαμε. Ήτανε μια υπέροχη κοινωνία.
– Γιάννης Ρίτσος (…)»
--------------
(Απόσπασμα από την αφήγηση του ζωγράφου Μάνθου Κέτση, συνεξόριστου του Γιάννη Ρίτσου, για το πώς ο ποιητής αρνήθηκε την υπογραφή δήλωσης μετανοίας στο διοικητήριο των βασανιστών του στη Μακρόνησο. 
«Γιάννης Ρίτσος, Κινηματογραφική αυτοβιογραφία, Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη, έκδοση Αρχείο Κρήτης»)

antikleidi

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 003ος
Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου.
But you, O Lord, are a shield about me,
my glory, and the lifter of my head.

Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; 
πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· 
πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· 
οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. 
Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, 
δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. 
Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, 
καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. 
Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· 
ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. 
Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ 
τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. 
Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, 
ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, 
ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. 
Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Cesare Pavese — Συνήθειες — Abitudini
Να κουράζεσαι δεν συμφέρει πια. Και να βγαίνεις έξω στο φεγγάρι,
χωρίς να σε περιμένει κανένας, δεν αξίζει τον κόπο.
Faticare non vale la pena. E uscir fuori alla luna,
se nessuno l’aspetti, non vale la pena.

John Atkinson Grimshaw – private collection. Briggate, Leeds
(last quarter of the 19th c.)
Επάνω στην άσφαλτο του δρόμου το φεγγάρι
κάνει μια λιμνούλα ήσυχη
και ο φίλος θυμάται άλλους καιρούς.
Του αρκούσε εκείνους τους καιρούς μια συνάντηση ξαφνική
και δεν ένοιωθε πια μόνος. Κοιτάζοντας το φεγγάρι,
ανέπνεε την νύκτα. Αλλά πιο φρέσκο ήταν το άρωμα της γυναίκας 

που συναντούσε, της μικρής περιπέτειας στις
αβέβαιες σκάλες. Η ήσυχη κάμαρα
και η γρήγορη επιθυμία για ζωή παντοτινή,
του γέμιζε την καρδιά. ΄Υστερα, κάτω απ΄το φεγγάρι,
με μεγάλα βήματα ζαλισμένα, γύριζε ευχαριστημένος.

Εκείνους τους καιρούς ήταν ένας μεγάλος σύντροφος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και πεταγόταν απ' το κρεβάτι,
ξαναβρίσκοντας το σώμα του και και τις παλιές του σκέψεις.
Του άρεσε να βγαίνει έξω κάτω απ τη βροχή
ή κάτω απ΄τον ήλιο, απολάμβανε να κοιτάζει τους δρόμους, 
να μιλά με άγνωστους. Πίστευε
ότι ήξερε ν΄ αλλάζει επάγγελμα
μέχρι την τελευταία ημέρα, κάθε νέο πρωινό.
Όταν κουραζόταν αρκετά καθόταν και κάπνιζε.
Η πιο μεγάλη του ευχαρίστηση ήταν να μένει μόνος.

Γέρασε ο φίλος κι' ήθελ' ένα σπίτι
που να τ' αγαπά πολύ, να βγαίνει έξω το βράδυ
και να σταματά στο δρόμο να κοιτάζει το φεγγάρι,
αλλά όταν επέστρεφε να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα ήσυχη, να τον περιμένει υπομονετική.
Γέρασε ο φίλος και δεν τ΄ αρέσει πια να μένει μόνος.
Οι περαστικοί είναι πάντοτε οι ίδιοι∙ και το πρωί, μια έρημος.
Να κουράζεσαι δεν συμφέρει πια. Και να βγαίνεις έξω στο φεγγάρι,
χωρίς να σε περιμένει κανένας, δεν αξίζει τον κόπο.

μετάφραση & ζωγραφική: Νεοκλής Κυριάκου

Sull’asfalto del viale la luna fa un lago
silenzioso e l’amico ricorda altri tempi.
Gli bastava in quei tempi un incontro improvviso
e non era piú solo. Guardando la luna,
respirava la notte. Ma più fresco l’odore
della donna incontrata, della breve avventura
per le scale malcerte. La stanza tranquilla
e la rapida voglia di viverci sempre,
gli riempivano il cuore. Poi, sotto la luna,
a gran passi intontiti tornava, contento.

A quei tempi era un grande compagno di sé.
Si svegliava al mattino e saltava dal letto,
ritrovando il suo corpo e i suoi vecchi pensieri.
Gli piaceva uscir fuori prendendo la pioggia
o anche il sole, godeva a guardare le strade,
a parlare con gente improvvisa. Credeva
di saper cominciare cambiando mestiere
fino all’ultimo giorno, ogni nuovo mattino.
Dopo grandi fatiche sedeva fumando.
Il piacere piú forte era starsene solo.

E’ invecchiato l’amico e vorrebbe una casa
che gli fosse più cara, e uscir fuori la notte
e fermarsi sul viale a guardare la luna,
ma trovare al ritorno una donna sommessa,
una donna tranquilla, in attesa paziente.
E’ invecchiato l’amico e non basta piú a sé.
I passanti son sempre gli stessi; la pioggia
e anche il sole, gli stessi; e il mattino, un deserto.
Faticare non vale la pena. E uscir fuori alla luna,
se nessuno l’aspetti, non vale la pena.

La poesia di Cesare Pavese - Poesie del disamore
(1934 - 1938)

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Γεώργιος Βιζυηνός — Τό Μπαλουκλί

Φορητή εικόνα της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής
Μουσείο του Σλίβεν, Βουλγαρία, 1834.
Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 8 Μαρτίου 1849, στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης, το σημερινό Βιζέ της Τουρκίας, γιος πολύ φτωχικής οικογένειας.

Τὸ Μπαλουκλί
(Τὰ ψάρια τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς)
(ἀπὸ τὸ Τὸ τέλος τοῦ παραμυθιοῦ
ἢ ἡ ἀρχὴ τοῦ ὀνείρου, Ἑρμῆς 2001)


Σαράντα μέρες πολεμᾷ ὁ Μωχαμὲτ νὰ πάρῃ

την Πόλη τὴν μεγάλη.
Σαράντα μέρες ἔκαμεν ὁ ῾γούμενος τὸ ψάρι
στὰ χείλη του νὰ βάλῃ.

Ἀπ᾿ τὲς σαράντα κι ὕστερα, πεθύμησε νὰ φάγῃ

τηγανισμένο ψάρι.
–Ἂν μᾶς φυλάγ᾿ ἡ Παναγιὰ καθὼς μᾶς ἐφυλάγει,
τὴν Πόλη ποιὸς θὰ πάρη;

Ρίχτει τὰ δίχτυα στὸν γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,

–Θεός νὰ τὰ βλογήσῃ!
Τὸ λάδι βάλλει στὴν φωτιὰ μὲς στ᾿ ἀργυρὸ τηγάνι,
για νὰ τὰ τηγανίσῃ.

Τὰ τηγανίζ᾿ ἀπὸ τὴν μιά, καὶ πά᾿ νὰ τὰ γυρίσῃ

κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
Ὁ παραγιός του βιαστικὰ πετᾷ νὰ τοῦ μιλήσῃ,
καὶ τάχασεν ὁ γέρος!

–Μην τηγανίζῃς, γέροντα, καὶ μὄσχισε τὸ ψάρι

στην Πόλη τὴν μεγάλη!
Τὴν Πόλη τὴν ἐξακουστὴ οἱ Τοῦρκοι ἔχουν πάρει,
μᾶς κόβουν τὸ κεφάλι!

–Στὴν Πόλη Τούρκου δὲν πατοῦν κι Ἀγαρηνοῦ ποδάρια!

Μὲ φαίνεται σὰν ψεύμα!
Μ᾿ ἂν εἶν᾿ ἀλήθεια τὸ κακό, νὰ σηκωθοῦν τὰ ψάρια
νὰ πέσουν μὲς στὸ ρεῦμα!

Ἀκόμ᾿ ὁ λόγος βάσταγε, τὰ ψάρι᾿ ἀπ᾿ τὸ τηγάνι,

τὴν μία μεριὰ ψημένα,
πηδήξανε κι ἐπέσανε στῆς λίμνης τὴν λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.

Ἀκόμ᾿ ὡς τώρα πλέουνε, κόκκιν᾿ ἀπὸ τὸ μέρος,

ὅπου τὰ εἶχε ψήσει.
Φυλάγουν τὸ Βυζάντιο ν᾿ ἀναστηθῇ κι ὁ γέρος
νὰ τ᾿ ἀποτηγανίση.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης — Πού χάθηκες κοριτσάκι;

Art Painting Wallpapers
Όντας στην εξορία ο Λουντέμης λαμβάνει γράμμα από τη γυναίκα του, που έχει πια υπογράψει δήλωση και έχει φύγει με το παιδί για τη Γερμανία. Η είδηση τον συγκλονίζει. Το παιδί είναι νεκρό.... Του έγραφε ψέμματα, όπως θα μάθει χρόνια αργότερα....

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
«Μυρτώ ... Μυρτώ...» Γέμισα τον κόσμο.
Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
Μα εσύ δεν βρέθηκες.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
Ρωτώ τους δρόμους:
«Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
Δεν απαντούν.

Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
Αν μου το ‘καναν αυτό οι ουρανοί,
πώς μπόρεσαν;
Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

Ρωτώ τους αέρηδες – αυτούς που ‘ρχονται απ’ τα δάση,
απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
«Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
μην τ’ άκουσε κανείς;»
Κείνοι βογκούν –σαν λαίμαργα πουλιά – Και φεύγουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
Τα σύννεφα ...
«Μην είδατ’ ένα προσωπάκι; - Ήταν πολύ αχνό».
Σωπαίνουν.

Πού χάθηκες κοριτσάκι;
Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν –
και δίχως φως.
Και δίχως ήλιο – θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;

Εγώ θα σ' έβρισκα...
Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
Σαν πεταλούδα ας είσα αλαφρό
Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
Εγώ θα σ' έβρισκα.

Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια
άλλην μουσική στον κόσμο.