Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Ἡμερολόγια Ἐξορίας

Ανδρέας Κοντέλλης «Λήμνος»
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ Ι

27 Ὀκτωβρίου 1948 (
στο Κοντοπούλι της Λήμνου)

Ἐδῶ τ᾿ ἀγκάθια εἶναι πολλὰ -
ἀγκάθια, καστανά, κίτρινα ἀγκάθια,
σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος τῆς μέρας, ὡς μέσα στὸν ὕπνο.
Ὅταν περνοῦν τὸ συρματόπλεγμα οἱ νύχτες
ἀφήνουν μικρὰ κουρέλια ἀπ᾿ τὴ φοῦστα τους.
Τὰ λόγια ποὺ μᾶς φάνηκαν ὄμορφα κάποτε
χάσαν τὸ χρῶμα τους σὰν τὸ γιλέκο τοῦ γέρου στὸ σεντοῦκι
σὰν ἕνα λιόγερμα σβησμένο στὰ τζάμια.
Οἱ ἄνθρωποι περπατᾶνε μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες
ἢ κάποτε χειρονομοῦν σὰ νὰ διώχνουν μία μῦγα
ποὺ ξανακάθεται στὸ ἴδιο μέρος πάλι καὶ πάλι
στὰ χείλη τοῦ ἄδειου ποτηριοῦ ἢ πιὸ μέσα
σ᾿ ἕνα σημεῖο ἀπροσδιόριστο κι ἐπίμονο
ὅσο κι ἡ ἄρνησή τους νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν.

29 Ὀκτωβρίου

Κοιμόμαστε λίγο - δὲ μᾶς φτάνει.
Ὅλη νύχτα ροχαλίζουν οἱ ἐξόριστοι -
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα.
Ἀπ᾿ ὄξω εἶναι τ᾿ ἀστέρια - πολὺ μεγάλα ἀστέρια
κουρεμένα ἀστέρια ποὺ οἱ τρίχες τους φυτρώνουν ἄγριες
σὰν τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου
ἢ σὰν τοῦ δικοῦ μας τοῦ Παναγιώτη.
Εἶναι καὶ τὰ μικρὰ βατράχια μέσα στὸ φλισκοῦνι.
Τὸ πρωὶ μᾶς χτυπάει καταπρόσωπο ἕνας ρόδινος ἥλιος
καθρεφτισμένος μὲ τὸν πιὸ συνηθισμένο τρόπο στὴ θάλασσα πέρα
ὅμοιος μὲ κεῖνες τὶς φτηνὲς ἐλαιογραφίες ποὺ πουλοῦν στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἀρσακείου
κι εἶναι παράξενο ποὺ ἕνας τέτοιος ἥλιος μᾶς ἀρέσει.
Ἕνας-ἕνας, δυό-δυό, πολλὲς φορὲς καὶ πιότεροι
σταματᾶμε στὸ προαύλιο ἢ στὸ λόφο καὶ τὸν κοιτᾶμε.
Καὶ τοῦτος ὁ ἥλιος μᾶς χτυπάει μὲ δύναμη τὰ πρόσωπα
ὅπως ἐκεῖνος ὁ ξυπόλητος χωριάτης ραβδίζει
τὶς μυγδαλιὲς νὰ πέσουν τὰ στερνά τους μύγδαλα.
Ὕστερα σκύβουμε τὰ μάτια, κοιτᾶμε τὰ παπούτσια μας,
κοιτᾶμε τὸ χῶμα. Δὲν ἔπεσε τίποτα.

29 Ὀκτωβρίου

Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ -
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους.
Ἂν φωνάξει κάποιος πίσω ἀπ᾿ τὸ φράχτη
ἡ φωνή του κατακάθεται γρήγορα στὸ χῶμα
σὰν ἕνα χωνὶ ἀπὸ στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα.
Τὸ βράδι ἀκοῦμε πέρα στοὺς λόφους
ποὺ ἀλλάζουν τὸν ξεφούσκωτο τροχὸ τοῦ φεγγαριοῦ.
Ἀργότερα τὰ πράγματα ξαναβρίσκουν τὴ θέση τους
ὅπως βρίσκεις τυχαία στὸ προαύλιο
τὸ καφετὶ κουμπὶ τοῦ σακκακιοῦ σου - καὶ ξέρεις:
δὲν εἶναι διόλου ἕνα κουμπὶ ἀπὸ τὶς στολὲς
τῶν θεατρίνων τοῦ καλοκαιριοῦ - ὄχι, διόλου -
ἕνα κοινότατο κουμπὶ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ράψεις πάλι στὸ σακκάκι σου
μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀδέξια, εὐγενικὴ προσοχὴ
τοῦ πάντοτε μαθητευόμενου.

1 Νοεμβρίου


Ἡ καταχνιὰ ἔχει μαῦρες φτεροῦγες σὰν τὶς κάργιες
δὲν ἔχει διόλου μάτια
ψάχνει μὲ τὴν τυφλότητά της τὰ μάτια μας τὶς τσέπες μας
ὅπως ἡ γριὰ χαρτορρίχτρα τὴν παλάμη μας.
Τίποτα δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ κρύψουμε.
Ἐδῶ τὰ πράματα βγαίνουν τὰ μέσα ἔξω
ὅπως μιὰ λερωμένη κάλτσα ποὺ τὴ βγάζουμε πρὶν ἀπ᾿ τὸν ὕπνο
κι ὅλα τὰ πόδια εἶναι γυμνὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὸ ἴδιο.
Μέρα τὴ μέρα ὅλοι μιλᾶμε πιὰ στὸν ἑνικό.
Κάθε ἴσκιος ἔχει τὸ σχῆμα του θυμήσου
μὰ ὁ ἴσκιος ἀπ᾿ τὸ ἄφαντο χέρι τῆς μητέρας
παίρνει τὸ σχῆμα κάθε φωνῆς ποὺ δέ σοῦ ἀντιστέκεται
γίνεται τὸ φλιτζάνι ὁ καφές, ἕνα κομμάτι ψωμί, τὸ θερμόμετρο
ἀκόμη κι ἡ ξυριστικὴ μηχανὴ πλάι στὸ κύπελλο μὲς στὸ μικρὸ καθρέφτη.
Οἱ λάμπες τοῦ θαλάμου εἶναι δυό.
Παστρεύουμε μ᾿ ἐφημερίδες τὰ γυαλιά τους
τὅνα ἐσύ, τ᾿ ἄλλο ἐγὼ - εἴμαστε τῆς ὑπηρεσίας σήμερα.
Οἱ κινήσεις μας εἶναι ὅμοιες σχεδόν.
Δὲν κοιταζόμαστε.
Χαιρόμαστε αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα.
Κοιτᾶμε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν οὐρανὸ χαμένο στὴν ὁμίχλη.
Ὅλα τὰ πράγματα λοιπὸν ἔχουν τὴν ἔκφραση τοῦ πάντα.

2 Νοεμβρίου


Ὁ Μῆτσος πῆρε σήμερα ἕνα γράμμα ἀπ᾿ τὴ Σκόπελο.
Ἡ Ἀντιγόνη γράφει: «Τὸ νησιώτικο φθινόπωρο
γέμισε κίτρινα κρινάκια.
Καημένε Μῆτσο - λέει - δὲ θὰ τὰ θυμᾶσαι κεῖνα τὰ κρινάκια·
δὲ σκάμπαζες ποτέ σου ἀπὸ βοτανική».
Ὁ Μῆτσος
σκούπισε τὰ γυαλιά του, ξαναδιάβασε τὸ γράμμα. Δίπλα του
παρατημένο στὶς πέτρες τὸ «Ἐγχειρίδιο Φαρμακολογίας».
Χαμογελάει ὁ Μῆτσος. Βγάζει πάλι τὰ γυαλιά του. Δὲν τὰ σκουπίζει.
Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο
ὄχι μὲ λέξεις
ὅλο με κίτρινα κρινάκια.

3 Νοεμβρίου

Μόλις πᾶμε ν᾿ ἀνοίξουμε μία πόρτα
ὁ ἀγέρας τὴν κλείνει.
Ἔτσι κλειδωμένοι ἀπ᾿ ἔξω
σφίγγουμε καθένας τὰ κλειδιά του
μ᾿ ὅλο πούχουμε μονάχα μιὰ στάμνα
μ᾿ ὅλο ποὺ κανένας μας δὲν ἔχει σπίτι.
Σήμερα δὲν ξέρω νὰ μιλήσω.
Σήμερα μιλάω σὲ πρῶτο πρόσωπο.
Σὰν σὲ χτυπάει ὁ δικός σου ἡ πίκρα εἶναι διπλή.
Ἕνα λεωφορεῖο πέρασε τὸ ἀπόγευμα.
Ἕνας ξένος με χαιρέτησε στὰ χωράφια.
Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ εὐχαριστῶ. Δὲ μίλησα.
Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ - θἆναι ποὺ χινοπώριασε
κι οἱ μῦγες πλήθυναν πολύ· κάθονται στὸ χαρτὶ ποὺ γράφω.
Καὶ τί ποὺ πῆραν χρῶμα καστανό-βιολετί; Τὰ μερμήγκια
ἔχουν τὸ χωματένιο σπίτι τους - εἶναι ζέστη κεῖ μέσα.
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν.
Θὰ πρέπει νά ῾φταιξα πολύ.

3 Νοεμβρίου

Ὁ Πανούσης φοράει μία μακριὰ χλαίνη.
Τοῦ τὴ χάρισε κάποιος φαντάρος.
Τὴ βάψαν μαύρη στὸ καζάνι τοῦ χωριοῦ του.
Τώρα εἶναι πράσινη - μήτε καὶ πράσινη.
Μέσα στὶς τσέπες του ἔχει
πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι καὶ δυὸ φύλλα καπνὸ
μαζὶ καὶ τὸ βλέμμα τῆς ἀγελάδας του. Ὁ Πανούσης
τυλίγεται σὲ μία χοντρὴ βελέντζα. Ἡ βελέντζα
εἶναι κόκκινη κι ἄσπρη. Κι ὁ ὕπνος τοῦ Πανούση
ἔχει τὸ χρῶμα τῆς βελέντζας. Πάντα του κοιμᾶται
μὲ τὴν τραγιάσκα, τὰ παπούτσια καὶ τὸ παντελόνι.
Ἂν εἶχε βγάλει τ᾿ ἄρβυλά του, σίγουρα κεῖ μέσα
ἕνα πουλὶ θὰ γεννοῦσε τ᾿ αὐγά του
κι ὕστερα ὁ Πανούσης δὲ θἄχε ποὺ νὰ χώσει τὰ πόδια του.
Ὁ ὕπνος του κάθε μεσημέρι
εἶναι σὰν τὸν ἴσκιο τῆς βελανιδιᾶς μὲς στὸ νερό.
Τώρα πρέπει νὰ οἰκονομήσει
ἄλλα πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι γιὰ τὸ παιχνίδι τῆς ἐννιάρας
ὥσπου νὰ μεγαλώσει πάλι τὸ μουστάκι του καὶ νὰ γυρίσει στὸ χωριό του.

4 Νοεμβρίου

Πολλὰ πράματα μᾶς δυσκολεύουνε. Πολλά.
Πρέπει νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα μας, τὰ ροῦχα μας
νὰ κουβαλήσουμε νερὸ ἀπ᾿ τὴ βρύση μὲ τὶς μεγάλες στάμνες
νὰ σκουπίσουμε τὸ θάλαμο δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς τὴ μέρα
νὰ μπαλώσουμε καμμιὰ κάλτσα καὶ τὰ λόγια μας -
Τρυπᾶνε γρήγορα κι οἱ χτεσινὲς κουβέντες
τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν ὅσο τὰ κοιτάζεις
μπορεῖ ν᾿ ἀλλάζεις καὶ σὺ - γιατὶ κοιτάζοντας τὰ χέρια σου
καταλαβαίνεις πὼς μάθανε πιὰ σὲ τοῦτες τὶς δουλειὲς
σὲ τοῦτες τὶς μέρες, σὲ τοῦτα τὰ σεντόνια
γνωρίζουν τὸ σανίδι τοῦ τραπεζιοῦ γνωρίζουν τὴ λάμπα
ξανακάνουν τὴν ἴδια κίνηση μὲ πιότερη σιγουριὰ
δὲν παραξενεύονται. Ἡ φωτιὰ
θέλει συδαύλισμα, λιγόστεψε -
τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιόμαστε.
Τὸ μεσημέρι μὲ φωνάξανε πέντε γερόντοι
μοῦ ψήσανε καφέ με φίλεψαν τσιγάρο
εἴπανε γιὰ τὸν Ἅη-Δημήτρη πάνου στὸ Λιτοχώρι
γιὰ τὸ νερένιο χέρι τοῦ Ἅγιου ποὔδιωξε τοὺς κακοὺς τσοπάνους -
Πέντε γερόντοι μὲ μάτια μαλακὰ μ᾿ ἄσπρα μουστάκια
ποὺ σιάχνουν μέρα-νύχτα ταμπακιέρες σιάχνουν κάντρα
κολλώντας ἄχερα χρωματιστὰ μικρὰ-μικρὰ κομμάτια
σὰν τὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας - μπελαλίδικα πράματα
ὅλο καὶ κάτι γλάστρες μὲ γεράνια, δυὸ ρωμέικες σημαῖες
μιὰ στεριανὴ καὶ μία θαλασσινή, κάτι πεντάγωνα ἀστέρια
θέλουν νὰ σιάξουν κι ἕνα περιστέρι - δὲν τὰ καταφέρνουν -
εἶναι καλὰ γεροντάκια - δὲν ἄκουγα τὰ λόγια τους
καὶ τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιέμαι. Μ᾿ εἴπανε «παιδί μου».
Δὲν μπόρεσα νὰ πῶ «πατέρα». Ὁ μαστρο-Θανάσης
λέει θὰ μοῦ σιάξει ἕνα σκαμνί: «Νὰ μὴν κάθεσαι, γιέ μου,
κάτου στὸ χῶμα καὶ λερώνεται τὸ παντελόνι σου».
Καὶ τώρα συλλογιέμαι πόσα πράματα κι ἐγὼ θὰ πρέπει νὰ σιάξω
πόσο θὰ πρέπει νὰ λερώσω τὸ παντελόνι μου
ἔτσι ποὺ πιὰ ὁ μαστρο-Θανάσης νὰ μὴ σεκλετίζεται ποὺ κάθουμαι στὸ χῶμα
ἔτσι ποὺ νὰ μπορέσω νὰ τὸν πῶ «πατέρα».
Τότες θαρρῶ θᾶμαι ἄξιος πιὰ νὰ κάτσω στὸ σκαμνί του
σάμπως καβάλλα στὰ πλατάνια τ᾿ Ἅη-Διονύση
καὶ θὰ τινάξω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου τὰ δύσκολα πράματα
ὅπως τινάζω τούτη τὴ μικρούλα ἀράχνη ποὺ ἀχνοδεργιανὰ στὸ χέρι μου
κι οὔτε ποὺ θὰ κρυώνω λέω καθόλου τὸ χειμῶνα.


«Η εμπειρία της εξορίας στον Γιάννη Ρίτσο ή άλλως τα “Επικαιρικά Δελτάρια Εξορίας” (γράφει ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος)

Ι. Η εξορία ως δυστοπία

Εξορία, «η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως σε έναν άνθρωπο και έναν γενέθλιο τόπο, ανάμεσα στον εαυτό και την πραγματική του πατρίδα» (1). Σίγουρα, δεν είναι εύκολο να ορίσει κάποιος, τοπικά τουλάχιστον, την εξορία, καθώς αυτή περικλείει τα πάντα έξωθεν των ορίων, ο χώρος, οι άνθρωποι, τα ίδια τα αντικείμενα της ανήκουν και μέσα από τα φίλτρα της αλλοιώνονται, τροποποιούνται, μεταλλάσσονται, γίνονται ανοικειωτικά. Το εν εξορία υποκείμενο απομακρύνεται από το γνώριμο, ρήγνυνται –άλλοτε άνευ επιστροφής- οι δεσμοί με ό,τι οικείο. «Η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας»(2). και δεν είναι μόνο οριστική, αλλά και διαρκής. 
Ο εξόριστος βιώνει μια συνεχή απώλεια, που προσμετράται σε έμψυχο, άψυχο και νοητικό υλικό φίλοι και συγγενείς, αγαπημένα αντικείμενα, αλλά και η μνήμη, αρχίζουν να μοιάζουν μακρινά. Έτσι, το εξορισθέν υποκείμενο γίνεται ένας «Άλλος», ο οποίος καλείται να προβεί σε μια αυτοπαρουσίαση εκ νέου, απότοκο της οποίας είναι η ετεροπαρουσίαση. Η ανασύσταση ή ανασυγκρότηση της ταυτότητας γίνεται επιτακτική ανάγκη. Αξίες και σχέσεις επαναξιολογούνται, φιλτράρονται, για να αξιολογηθεί η αντοχή τους.

Ανάγκες όπως αυτές εύκολα γίνεται αντιληπτό, μοιάζουν μάλλον επιτακτικές στην περίπτωση που το υποκείμενο έχει μέσα του συσσωρευμένα διαβάσματα....
................
η συνέχεια εδώ

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση Κύριε

Claude Monet (1840–1926) - Haystack At Giverny - Oil on canvas, 1886
Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.

Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Γιῶργος Σεφέρης — Ο δικός μας ήλιος

SUNRISE IN THE HARBOR — By Leonid Afremov
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμεποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της: «Δειλοίμου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε5κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδεςαφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή».Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντροένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.
Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια10αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοιτραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητεςείκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθιαείκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγωνκι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.15Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως.Ξεψύχησαν λέγοντας: «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες·ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.
Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχταθα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα20με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμαμε την αγάπη.
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσειςκι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι·δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.
greek-language

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Vladimir Mayakovsky - Καλώ σε απολογία

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.

Γιατί;

Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

Ελευθερία;
Θεός;
Δολάριο!

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Ζωή Καρέλλη - Στοργή

Roman Statue Affection
Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας.
Άρρωστος στην πλήρη ακμή του.
Οι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί.
Το αισθάνονται αυτό
κι όταν πέσουν στο στρώμα
έχουν την έκφραση του προσώπου περίλυπη.
Κάποτε το βλέμμα τους χάνεται.
Σα ν’ απορούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει.
Σα να μη μπορούν να καταλάβουν την αδυναμία τους,
θυμώνουν κι αγαναχτούν,
ύστερα όμως είναι πιο λυπημένοι.
Έχουν μιαν άλλη μελαγχολία στην αρρώστια τους.
Παραδίνονται σαν παιδιά.
Σαν εκείνα τα παιδιά που έχουν πρόωρη γνώση.
Σε κοιτάζουν στα μάτια,
περιμένουν να τους βεβαιώσεις...
Όχι μόνο πως θα γίνουν καλά,
όχι πως δεν έχουν τίποτα,
μα πως η δύναμή τους είναι ακέρια.
Πως εσύ το θέλεις και τους περιποιείσαι
κι αυτοί το δέχονται.
Δέχονται την περιποίηση για το χατίρι σου.
Είναι λυπητερό να βλέπεις έναν άντρα άρρωστο,
να βλέπεις να κείτεται ένας λεβέντης.
Σε σφάζει το βλέμμα του.
Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί.
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου.
Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του,
την υπομονή του.
Γι’ αυτό δε θα πιστέψεις
πως εκείνος δεν είναι ο πιο δυνατός κοντά σου.
Τούτο περιμένει να δει στο βλέμμα σου,
για να γιάνει.
Αυτό πρέπει να σου μαθαίνει η αγάπη σου.
Πως δεν του φτάνει μονάχα να τον αγαπάς.
Θέλει ακόμα πιο πολύ,
να πιστεύεις πάντα σ’ αυτόν.

(Ποιήματα, Ερμής 1996)
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α1. Να αναφέρετε τη σχέση, η οποία κατά τη γνώμη σας συνδέει τα δύο πρόσωπα της ιστορίας.

Η σχέση ανάμεσα στα δύο πρόσωπα είναι συζυγική. Η ποιήτρια μοιάζει να αναφέρεται επί της ουσίας στον σύζυγό της, γι’ αυτό και υπάρχουν σαφείς αναφορές στην έννοια της αγάπης, αλλά και της αφοσίωσης που τρέφει για εκείνον. Ο άρρωστος άντρας που βιώνει έκπληκτος την -πρόσκαιρη- παρακμή της δύναμής του και που εξαναγκάζεται να δεχτεί τη βοήθεια της γυναίκας του, δεν είναι άλλος από τον σύζυγο της ποιήτριας.
Παρατηρούμε, για παράδειγμα, σε στίχους όπως ο ακόλουθος: «Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του», ότι η γυναίκα – ποιήτρια νιώθει τον πόνο του άρρωστου άνδρα, νιώθει το πόσο πληγώνεται η περηφάνια του, εφόσον είναι αναγκασμένος να βασίζεται στις φροντίδες της γυναίκας του, και υποφέρει κι εκείνη για λογαριασμό του. Πρόκειται, φυσικά, για ένα επίπεδο αγάπης που δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει μια σχέση ετών, μια σχέσης ειλικρινούς αφοσίωσης, όπως είναι αυτή που δημιουργείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι συζύγων.

α2. Να επισημάνετε τα δύο (2) γραμματικά πρόσωπα, τα οποία κυριαρχούν στην αφήγηση γράφοντας ένα παράδειγμα για το κάθε ένα από αυτά.


Τα γραμματικά πρόσωπα που κυριαρχούν στην αφήγηση είναι το 3ο: «Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας» και το 2ο: «Σε σφάζει το βλέμμα του».

α3. Να παραθέσετε τρεις (3) στίχους στους οποίους αποκαλύπτεται το πρόσωπο που αφηγείται.
Σε σφάζει το βλέμμα του
Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου

β1. Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας. / Άρρωστος στην πλήρη ακμή του. / Οι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί .: Να αναπτύξετε σε μία παράγραφο το θέμα των παραπάνω στίχων.

Οι άνδρες είχαν για χρόνια ταυτιστεί με τη σωματική δύναμη και την αντοχή τους απέναντι στις κακουχίες και τη σκληρή δουλειά∙ ποιότητες αναγκαίες για να εκπληρώσουν το ρόλο που τους είχε ανατεθεί από την κοινωνία∙ το ρόλο εκείνων που όφειλαν να συντηρούν οικονομικά, μα και να προστατεύουν την οικογένειά τους. Έτσι, υπ’ αυτή την έννοια, η ποιήτρια διαπιστώνει -και στην πορεία του ποιήματος επεξηγεί- πόσο λυπητερή κατάσταση είναι να αρρωσταίνει ένας άνδρας στην πλήρη ακμή της ηλικίας και της ρώμης του. Οι άνδρες, όπως σχολιάζει, είναι φτιαγμένοι για να μένουν δυνατοί. Άποψη που αφενός βασίζεται στο γεγονός ότι...
.............
η συνέχεια εδώ

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Σαββατόβραδο στη συνοικία τού φθινοπώρου


Απόψε νοιώθω πως οι κύκνοι κρυώνουν.

Ένα πλοίο παιδικό έφυγε.
Το νερό είναι παγωμένο. Ένας κρίνος νυστάζει.


Πού είσαι; Κλείσε το παράθυρο. Δίπλωσε τη σημαία
και φύλαξε τη στο μπαούλο της γιαγιάς με ναφθαλίνη.


Φωτιά ερημική στο βραδινό βουνό. Δεν είναι
βοσκοί να θυμηθούν. Δεν είναι τίποτα
να ζεσταθεί. Τίποτα εκτός απ' την ίδια τη φωνή σου
που ενθαρρύνει σιγά τον εαυτό της.


Κι όμως είναι πολύ απλό αυτό που σου λέω.
Σα να κατεβαίνεις πιασμένος απ' το χέρι του ίσκιου πολλά σκαλοπάτια.
Πολλά σκαλοπάτια. Τότε μάζευες τα πανιά του ανέμου σαν ένας εύθυμος ναύτης
κ' ήξερες πως κάθε Κυριακή
στο προαύλιο με τα' άσπρα και μαύρα πλακάκια
οι μικροί άγγελοι βάφαν τα σκολιανά παπούτσια τους
και τραγουδούσαν κείνο το παλιό ποιμενικό τραγούδι. Μήτε που το θυμάμαι.


Μη το θυμάσαι τάχα εσύ; Κάθε πρωί Κυριακής.