Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Απλή κουβέντα
«Μας φτάνει να μιλήσουμε/απλά/όπως πεινάει κανείς απλά/όπως αγαπάει/όπως πεθαίνουμε/απλά.»


ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ 1941 – Χριστούγεννα με το θάνατο

Θάθελα να μιλήσω
απλά
όπως ξεκουμπώνει κανείς το πουκάμισό του
και δείχνει ένα παλιό σημάδι
όπως κρυώνει o αγκώνας σου
γυρίζεις
και βλέπεις ότι είναι τρύπιος
όπως κάθεται στην πέτρα ένας σύντροφος και μπαλώνει τη
φανέλα του.
Να μιλήσω αν μια μέρα ξαναγυρίσω
κουβαλώντας μια βρώμικη καραβάνα γεμάτη ξενιτειά
κουβαλώντας στις τσέπες μου δυο γροθιές σφιγμένες
να μιλήσω
απλά -
μονάχα μια στιγμή ν’ ακουμπήσω κάπου τα δεκανίκια μου.

Κάποτε ονειρευόμαστε να γίνουμε μεγάλοι ποιητές
μιλούσαμε για τον ήλιο.
Τώρα μας τρυπάει ή καρδιά
σαν μια πρόκα στην αρβύλα μας.
Εκεί πού άλλοτε λέγαμε: ουρανός, τώρα λέμε: κουράγιο.
Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.

Ο άνεμος πού φωνάζει έξω απ' τ' αντίσκηνο
το συρματόπλεγμα καρφωμένο στην κοιλιά της νύχτας
μια λάμπα σπασμένη
το πετρέλαιο στάζει
το μούτρο του Θωμά κάτω απ’ τις γάζες
θάναι κόκκινο και πρησμένο απ’ τις κοντακιές
μια μυρουδιά καπνού και ποδαρίλας
ο 'Ηλίας λέει: θ' αλλάξει ο καιρός
ο Δημήτρης σωπαίνει
κι ο Νικόλας
παλεύει να βουλώσει τις τρύπες της σκηνής
μ' ένα κομμάτι βραστή πατάτα.
Κάποιος βήχει. Κρυώνουμε.
Ακούγονται τα βήματα της σκοπιάς.

Απόψε λέμε να σου γράψουμε, μάνα
μήπως ακούσουμε τη βροχή
να περπατάει με τα λειωμένα σου τσόκαρα
μήπως δούμε το χαμόγελό σου
να κρέμεται σαν παγούρι πάνω απ’ τη δίψα μας.
Μας ταΐζουν σάπιες πατάτες: μην ανησυχείς
μας βρίζουν και μας χτυπάνε: να μας αγαπάς
ίσως να μη γυρίσουμε –εσύ ν’ ανάψεις τη λάμπα, μάνα,
θάρθουν άλλοι.

Τώρα θα μαζεύεις απ' το σκοινί τ' ασπρόρουχα της ξενιτειάς
θα ράβεις στις κάλτσες μας το μπάλωμα της έγνοιας σου
ξέρεις, τα γάντια, μάνα, που μας έπλεξες δε θα τα φορέσουμε
τα δώσαμε α έναν σύντροφο πούφευγε για στρατοδικείο
του δώσαμε ακόμα μια κονσέρβα κι' ένα κομμάτι απ’ την
   παλάμη μας
έδεσε στην άκρη το τσουβάλι μ’ ένα σπάγκο
έριξε το τσουβάλι στον ώμο
και τον είδαμε ν’ ανηφορίζει      
με τ' αχαμνά του σκέλια ψαλιδίζοντας κομμάτια
απ’ τον αντικρινό ουρανό.

Κάθε πρωί μάς μετράνε
κάθε βράδυ μετράμε τα πιάτα μας και περισσεύουν
περισσεύει ή πίκρα στα μάτια μας
την ώρα πού ή βροχή παίζει ζάρια με τούς χωροφύλακες
καθώς νυχτώνει και γουργουρίζουν οι σφυρίχτρες.

Τώρα λέμε να βάλουμε τα χέρια στις μασκάλες
να κοιτάξουμε αν είναι καν’ αστέρι στον ουρανό
να θυμηθούμε κείνο το πρόσωπο
ακουμπισμένο στο κούφωμα της πόρτας
μα δε μπορούμε να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό να θυμηθούμε
δεν έχουμε καιρό παρά να σταθούμε όρθιοι
και να πεθάνουμε.

Αγαπημένη
μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου πού κάποτε σαι κράτησαν
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν' αρνηθώ το ξεροκόμματο πού μοιράσαμε είκοσι
   άνθρωποι
πώς ν' αρνηθώ τη μητέρα μου πού καρτεράει μια κούπα
φασκόμηλο
πώς ν' αρνηθώ το παιδί μας πού του τάξαμε ένα χωνάκι
ουρανό
πώς ν’ αρνηθώ τον Νικόλα –
τραγουδούσε μάθαμε καθώς τον πυροβολούσαν.

Αν γυρίσω δεν θάχουμε λάμπα, δε θάχουμε πού
ν’ ακουμπήσουμε τ’ όνειρό μας.
Θα καθόμαστε αμίλητοι.
Κι όταν θα θέλω να σε κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα.
Να μ' αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθίσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δε σ' αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια —θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Έν’  άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
και να κλάψω.

Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μας
σαν ένα σακί ξεχασμένο από χρόνια.
Ψάχναμε να βρούμε τις κάλτσες που φορούσες σύντροφε
τα χέρια σου
την σταματημένη ζωή σου.
Η πίκρα έριχνε στα μάτια μας
μια χούφτα καρφιά.
Ύστερα πλύναμε τα μαγειρεία
ανάψαμε τη φωτιά
και μοιράσαμε ένα τσιγάρο στα δυο
κάτω απ' τα κουρελιασμένα σύννεφα.

Εδώ που ή ζωή μας ήταν ένα τσόφλι αβγού κάτω απ’ τα
   πόδια τους
με το θάνατο πιο κοντά
κι από ένα μπάλωμα στον τρύπιο αγκώνα σου
με τ’ όνομα του νεκρού συντρόφου
σαν ένα πιρούνι καρφωμένο στη γλώσσα σου
πώς να τραγουδήσεις;

Μας φτάνει να μιλήσουμε
απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε
απλά.
Μακρόνησος 1950

Συλλογή: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ» - «Τρία ποιήματα»1952
Εκδόσεις Μετρονόμος, τόμος 1ος, σελ. 107- 109

Δημοσίευση σχολίου