Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ζωή Καρέλλη — Θαυμάζοντας την Πλατυτέρα
στὴν Χρυσὴ Κόγχη τῆς Ἁγίας Σοφίας, στὴ Θεσσαλονίκη.

Καθὼς ἔφευγα, ὕστερα·
σκεφτόμουνα ἐκείνους ποὺ ὅταν θὰ ἔρθουν,
θὰ σ' ἀγνοοῦν Παρθένε
καὶ θὰ δέχονται ξένοι
τὴν ἐπιβολὴ τῆς θείας ἐμορφιᾶς Σου.

Κάποτε αὐστηρή, σχεδὸν ἐπιτιμητικὴ
κι' ἄλλες φορὲς ἐνδοτική, Σύ,
ἡ γνωρίζουσα τὴ σημασία τῆς ἀνθρώπινης
ἀδυναμίας, τοῦ πόνου,
ἡ μεσιτεύουσα.

Θάρθουν ἐκεῖνοι
πού τὸ νόημα τῆς δόξας Σου
καὶ τῆς ἀγνοίας Σου τὸ μυστικό,
στὴ γνώση τους, θὰ τὸ παραμελοῦν.

Στὸ βλέμμα, στὴ λαλιά,
στὸ κράτημα τῆς κεφαλῆς,
στοῦ σώματός των τὴν ὑπερηφάνεια,
θὰ ἐπιμένουμε στῆς ἀλλαγῆς τὴ σημασία.

Δὲ θάχουν καταλάβει ἀκόμα τὸ χάρισμα
τῆς προσφυγῆς, στὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας
τῆς ζωῆς. Θὰ Σὲ κοιτάζουν
Κόρη ἀπειρόγαμη τοῦ θαύματος ἐπὶ τῆς γῆς,
δίχως νὰ συλλαμβάνουνε τὴν ἔνδοξή Σου βασιλεία.

Θάρθουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνιζόμενοι,
θὰ περιγράψουν πάλι διαφορετική,
τὴν ἀναλλοίωτή Σου καλλονή,
τὴν διαφορὰ ἀπ' τὴ μοναδικὴ Μορφή Σου.


Ἀπὸ τὸ «Χριστιανικὸν Συμπόσιον» Ἀθῆναι 1969,
Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.