Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Emily Dickinson — Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο
There is no Frigate like a Book
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα
που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή!

Δεν υπάρχει Φρεγάτα σαν το βιβλίο 
Να μας πηγαίνει σε τόπους μακρινούς 
Ούτε ένα άλογο κούρσας 
Δεν ξεπερνάει μια σελίδα αγέρωχης ποίησης. 
Αυτή τη διάσχιση κι οι πιο φτωχοί μπορούν να κάνουν 
Χωρίς διόδια να τους καταπιέζουν. 
Πόσο λιτοδίαιτο είναι το άρμα 
που κατευθύνει μιαν ανθρώπινη ψυχή! 
There is no Frigate like a Book 
To take us Lands away, 
Nor any Coursers like a Page 
Of prancing Poetry – 
This Traverse may the poorest take 
Without oppress of Toll – 
How frugal is the Chariot 
That bears a Human soul 

Emily Dickinson — Άγριες νύχτες - Wild nights!
Αχ! η Θάλασσα!/Μονάχα να προσόρμιζα -απόψε-/Σ' εσένα!

Άγριες νύχτες - Άγριες νύχτες! 
Αν ήμουν μαζί σου 
Οι Άγριες νύχτες θα ήταν 
Η απόλαυση μας!

Μάταιοι -οι άνεμοι- 
Για μια καρδιά σε λιμάνι- 
Αρκετά με την Πυξίδα- 
Αρκετά με τους Χάρτες!

Κωπηλατώντας στην Εδέμ 
Αχ! η Θάλασσα! 
Μονάχα να προσόρμιζα -απόψε- 
Σ' εσένα! 
Η ποιήτρια του αποκλεισμού και της απομόνωσης 
Wild nights - Wild nights!
Were I with thee
Wild nights should be
Our luxury!

Futile - the winds -
To a Heart in port -
Done with the Compass -
Done with the Chart!

Rowing in Eden -
Ah - the Sea!
Might I but moor - tonight -
In thee!

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — Σκοπευτήριο Καισαριανής (Πρωτομαγιά ’44)
Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον.

Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί, κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες,
-η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο-.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα.
Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον.
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον.
Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε …. Τίποτα …. Μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας.

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

«Σήμερον ὁ Ἰούδας...»


«Σήμερον ὁ Ἰούδας 
καταλιμπάνει τόν Διδάσκαλον 
καί παραλαμβάνει τόν διάβολον· 
τυφλοῦται τῷ πάθει τῆς φιλαργυρίας, 
ἐκπίπτει τοῦ φωτός ὁ ἐσκοτισμένος∙ 
πῶς γάρ ἠδύνατο βλέπειν ὁ τόν φωστῆρα πωλήσας 
τριάκοντα ἀργυρίων; 
ἀλλ᾽ ἡμῖν ἀνέτειλεν ὁ παθών ὑπέρ τοῦ κόσμου∙ 
πρός ὅν βοήσωμεν∙ 
Ὁ παθών καί συμπαθῶν ἀνθρώποις, δόξα σοι».

♰♰♰♰♰♰♰
«Σήμερον ὁ Ἰούδας, 
παραποιεῖται θεοσέβειαν, 
καὶ ἀλλοτριοῦται τοῦ χαρίσματος, 
ὑπάρχων μαθητής, γίνεται προδότης, 
ἐν ἤθει φιλικῷ, δόλον ὑποκρύπτει, 
καὶ προτιμᾶται ἀφρόνως 
τῆς τοῦ Δεσπότου ἀγάπης, 
τριάκοντα ἀργύρια 
ὁδηγὸς γενόμενος, συνεδρίου παρανόμου. 
Ἡμεῖς δὲ ἔχοντες σωτηρίαν τὸν Χριστόν, 
αὐτὸν δοξάσωμεν.»

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Νίκος Γκάτσος — 3. «Μεγάλη Τρίτη»
Εσύ αμνίον για σφαγή/Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Επόρευσαν οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.
Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.
Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
Στα καπηλιά της πολιτείας
Εσύ αμνίον για σφαγή
Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.
Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
εις τους αχράντους πόδας σου.
Δε σε πτόησαν οι Πιλάτοι
ουτ’ ο καιρός που ειν’ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.
Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Νίκος Γκάτσος — 2. «Μεγάλη Δευτέρα»
Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.


«Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.
Το Άλφα και το Ωμέγα.
Περίμενέ με μάνα μου, περίμενέ με ακόμα
ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.
Ο γεωμέτρης του αχανούς.
Ο ποιμήν των αστέρων.
Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του.
ο κυβερνήτης των Αριθμών.
Ο δαμαστής των σημείων.
Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου στο φρέαρ της αβύσσου.
Εγγύς. Εγγύτατος ο καιρός.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.»
itzikas

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Βασιλική Δεδούση — «ὡς οἱ παῖδες»


Για Σένα πήραμε, Χριστέ, σαν τα παιδιά
στα χέρια μας τα νικητήρια βάγια,
σαν τότε οπού στην εμπασιά της Άγιας της Πόλης,
από τ’ άδειο πια του Λάζαρου γυρνώντας 
το μνημούρι,
του φοβερού θανάτου μας ελπιδοφόρος νικητής
και δωρητής φιλεύσπλαχνος του δώρου 
της ανάστασης,
γύρω σου κι ολοτρόγυρα
παιδιά φωνάζαν «Ωσαννά», βλογούσαν τ’ όνομά Σου,
τιμούσαν τον Πατέρα Σου που σ’ έστειλε κοντά μας.

Αξίωσέ μας, Δέσποτα Συ και της ζωής μας Κύριε,
μαζί μ’ εκείνα τα παιδιά, παιδιά κι εμείς δικά Σου,
αγαπημένα από Σε, φίλοι πιστοί κι αδέρφια Σου,
το «Ωσαννά», το «Δόξα Σοι» -για Σε που κατοικείς
στα ύψιστα του Ουρανού τα μέρη-
από καρδιά, από ψυχή και σκέψη 
και διάνοια
ολημερίς, ολονυχτίς να ανυμνολογούμε
κι ας παραστέκει, τώρα σαν πρώτα, 
όχλος αχάριστος
με στόματα μαυρόψυχα που ουρλιάζουν
«Σταυρωθήτω».
Βασιλική Π. Δεδούση

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Κωστής Παλαμάς — «Ἀνατολή» - Αντ. Νταλγκάς - «Αμανές τής αυγής»
Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.

Εικαστικό αφιέρωμα στη μικρασιατική καταστροφή
Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά,
πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας
καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.

Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει
καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει
μία μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,
κ᾿ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,
ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,
ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.

Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,
κι ὅλο σας, κ᾿ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρὸ κι ἀργό.
Μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,
στενόκαρδος, ἀδούλευτος, διαβάτης
μ᾿ ἐσᾶς κ᾿ ἐγώ.


Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,
καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,
στ᾿ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ,
ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ᾿ ἔρμη,
βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,
μὲ τόσο νοῦ,

ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκει
καὶ καπνιστὴς μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω
κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύει
τὸν καημὸ ποὺ βαριὰ σᾶς τυραννᾷ.

Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.
Καὶ μία ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά.


Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Sara Teasdale — There will come soft rains
Και να που θα ‘ρθει μια ζεστή βροχούλα και της γης το μοσχομύρισμα

Και να που θα ‘ρθει μια ζεστή βροχούλα και της γης το μοσχομύρισμα,
Και τα χελιδόνια θα σπαθίζουν τον αιθέρα με το αστραφτερό τους τιτίβισμα·

Και να, τα βατράχια θα κοάζουν στις νυχτερινές λίμνες,
Και οι αγριοδαμασκηνιές  θα τρεμοπαίζουν  τα λευκάνθια τους·

Οι κοκκινολαίμηδες  θα φορέσουν τα φλόγινά τους πούπουλα,
Σφυρίζοντας με χάρη πά' σε συρμάτινο φραχτάκι·

Κανένας δε θα ξέρει για τον πόλεμο, κανέναν
δε θα νοιάξει πότε έγινε, πότε τέλειωσε·

Μητ’ ένας θα νοιαχτεί, ούτε πουλί, ούτε δέντρο,
Αν η αθρωπότη για πάντα χάθηκε·

Και η ίδια η Άνοιξη, σα θα ξυπνήσει ένα πρωί,
Ίσα που θα καταλάβει πως εμείς για πάντα φύγαμε.
μετφρ. Βασιλική Π. Δεδούση


There will come soft rains (1920)
Sara Teasdale

There will come soft rains and the smell of the ground,
And swallows circling with their shimmering sound;

And frogs in the pools singing at night,
And wild-plum trees in tremulous white;

Robins will wear their feathery fire,
Whistling their whims on a low fence-wire;

And not one will know of the war, not one
Will care at last when it is done.

Not one would mind, neither bird nor tree,
If mankind perished utterly;

And Spring herself, when she woke at dawn
Would scarcely know that we were gone.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Yevgeny Yevtushenko — «Με ευπρέπεια», «Κρέμασα το ποίημά μου»
«Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ’ αντέξω»
«Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου»


«Όταν η αλήθεια αντικαθίσταται από την σιωπή, η σιωπή είναι ψέμα»
«Η ποίηση είναι σαν ένα πουλί, αγνοεί όλα τα σύνορα»


Με ευπρέπεια


Με ευπρέπεια. Το κυριότερο, να δέχεσαι
με ευπρέπεια όποιους καιρούς και να ‘ρθουν,
όταν λιμνάζουν οι εποχές
ή συνταράζονται μέχρι το βάθος.
Με ευπρέπεια, το κυριότερο, με ευπρέπεια
έτσι ώστε ‘κείνοι που μοιράζουνε τις χάρες
να μη σε οδηγήσουνε στο στάβλο
και σου βουλώσουν με άχυρα το στόμα.
Ο φόβος των καιρών φέρνει την πτώση.
Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου
παρά για το χαμό προετοιμάσου
του κάθε τι που τρέμεις μη το χάσεις.
Αν γύρω σου η καταστροφή ακραία
τόσο ακραία που δεν μπορούσες να προβλέψεις
θυμήσου εκείνο που μουρμούρισες μια μέρα:
«Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ’ αντέξω».

💥💥💥💥💥
Κρέμασα το ποίημά μου

Κρέμασα το ποίημά μου
σ’ ένα ψηλό κλαδί.
Κοίτα το
που χτυπιέται με τον άνεμο.
Ξεκρέμασέ το,
μου είπες,
σταμάτα το μαρτύριό του.
Ξαφνιασμένοι οι διαβάτες
το βλέπουν τόση ώρα!
Το δέντρο χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Δεν υπάρχει τίποτα για απάντηση.
Πρέπει να φύγουμε.
-Θα το απαρνηθείς;
Μάλλον.
Μα μη φοβάσαι, αύριο ένα άλλο θα ‘χει την ίδια τύχη.
Θα’ πρεπε να ξοδεύομαι σε τέτοια παιχνίδια;
Ένα ποίημα δεν βαραίνει πολύ το κλαδί ενός δέντρου.
Θα γράψω για σένανε όσα θελήσεις,
τόσους στίχους
όσα και δέντρα υπάρχουν.
Κι ύστερα τι θ’ απογίνει μ’ εμάς τους δυο;
Ίσως όλα αυτά να τα ξεχάσουμε πολύ γρήγορα;
Όχι!
Λίγο να μας πιάσει η κούραση στο δρόμο
και θα μπορέσουμε να ξαναδούμε
το μέρος
που ολόλαμπρο
το δέντρο
χαιρετά,
κινώντας το ποίημά του.
Τότε θα ξανά ‘ρθει το χαμόγελό μας.
-Πάμε!
«Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου»
💥💥💥💥💥

Shostakovich 13th Symphony (part-3/7)
Η 13η Συμφωνία του Σοστακόβιτς είναι πάνω σε στίχους του Γιεβγκιένι Γιεφτουσένκο, εμπνευσμένοι από ένα αποτρόπαιο έγκλημα που διαπράχτηκε στο Μπάμπι -Γιαρ (κοντά στο Κίεβο) κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από τα Ναζιστικά στρατεύματα
Θύματα: Περί τις 35 χιλιάδες Εβραίοι. 
Επί ημέρες εκτελούντο κατά ομάδες 10 ατόμων.

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ναζὶμ Χικμέτ — Νανούρισμα στο γιο μου
Πελώρια αέρινη γέφυρα δένει τα περιγιάλια.
Στ' αστραφτερό δοκάρι της εσύ αγναντεύεις.
Κοίτα κάτω, μη ζαλιστείς. Κοίτα πάνω,
το κεφάλι σου λες κι ακουμπάει στον ουρανό...

William Rothenstein - 1872 – 1945
Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Στον ύπνο σου έρχεται μια θάλασσα απέραντη. Βουνά
τα κύματά της, φουσκώνουν αφρισμένα, λυσσομανάνε...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Στον ύπνο σου έρχεται ένα καράβι, κι εσύ στη γέφυρα
του καπετάνιου. Στα δεξιά σου, το κύμα που χτυπιέται,
και στα ζερβά σου... Για δες το που σε πολεμάει...
Μα μη σε νοιάζει, γιε μου, μη φοβάσαι! Οι μηχανές δουλεύουνε
σαν την καρδιά σου. Το σκαρί γερό και το τιμόνι στα χέρια σου...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Πελώρια αέρινη γέφυρα δένει τα περιγιάλια.
Στ' αστραφτερό δοκάρι της εσύ αγναντεύεις.
Κοίτα κάτω, μη ζαλιστείς. Κοίτα πάνω,
το κεφάλι σου λες κι ακουμπάει στον ουρανό...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Τι πολλά βιβλία είν' αυτά;  Όλα τα έχεις διαβάσει;
Ρυτίδες στο μέτωπό σου, τα μαλλιά σου κατάλευκα.
Τα μάτια σου είναι τα μόνα στη γη που έχουν καταλάβει.
Το πρόσωπό σου όμορφο σαν την αιωνιότητα.
Μην αμφιβάλλεις, μη φοβάσαι μη και δεν βρήκες ό,τι έψαχνες.
Διάβαζε πολεμώντας, διάβαζε αυτό που διαβάζεις
χωρίς να το ξεχωρίζεις από τη μάχη...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Άκου· φωνές ακούς. Κοίτα τι όμορφα χρώματα που βλέπεις...
Τα χέρια σου χαϊδεύουν το μάρμαρο, και να, του δίνουν το πιο σταθερό,
το πιο ζωντανό σχήμα...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...
Άφοβος σαν θαλασσινός, μάστορας δημιουργός,
φιλόσοφος γνώστης και καλλιτέχνης τολμηρός·  έτσι να γίνεις...

Κοιμήσου, σπλάχνο μου, κοιμήσου· νάνι...

Ν. Χικμέτ "Το ερωτευμένο σύννεφο"

μτφρ. Έρα Σαββαΐδου, Ύψιλον


ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ
Νανούρισμα στο γιο μου


O πατέρας-ποιητής παραστέκεται στο άρρωστο παιδί του και υπαγορεύει στη μητέρα το παρακάτω ασυνήθιστο νανούρισμα.
Ο γιος μου κρυολόγησε. Καίει στον πυρετό, ύπνος δεν τον παίρνει. Τα μάτια του βγάζουνε φωτιές. 

Κι η μάνα του: «Να νανουρίσω το μωρό μου», λέει. «Τι να του τραγουδήσω; "Νάνι νάνι το παιδί μου" ή το "Ας κοιμηθεί να μεγαλώσει κι ύστερα πασάς να γένει";» 
Μα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η μάνα του γιου μου έτσι θα 'θελα να τον νανουρίσει
πρώτη ανάρτηση: hamomilaki

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Νίκος Καζαντζάκης – Τυπικάρης (Απόσπασμα)
Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος...

Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε
στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος,
το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος!
Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον
και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι
με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας –
να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος!
Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο
λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά
νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας.
Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι
κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας,
στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις
κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.
Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο
της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος
μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης — Τέχνη
Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια μπορώ/να γράψω/ένα στίχο, αληθινό.

AN OLD MAN IN AN ARMCHAIR
Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, τάδα ύστερα να μαραίνονται και να
σβήνουν,
και μ’ όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο, έκλαψα
γι αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. Δόθηκα στα πιο μεγάλα
ιδανικά, μετά τ’ απαρνήθηκα,
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. Ένοιωσα ντροπή
μπροστά στους καλοντυμένους,
και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους
φτωχούς,
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια,
θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία,
συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, έγλυψα εκεί που έφτυσα
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον αργά, ότι
είσαι ένας άλλος
από κείνον που ονειρευόσουνα, ντρόπιασα τ’ όνομα μου
για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού πάνω μου –
κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός. Τις νύχτες έκλαψα,
συνθηκολόγησα τις μέρες, αδιάκοπη πάλη μ’ αυτόν τον δαίμονα
μέσα μου
που τα ήθελε όλα, τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις, τα πιο
καθάρια μου όνειρα
και πείναγε, τούδωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ, χρέη,
εξευτελισμούς,
και πείναγε. Βούλιαξα σε μικροζητήματα
φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα,
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, και την άλλη στιγμή,
χωρίς κανείς να μου το ζητήσει
έκοψα μικρά-μικρά κομμάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα στα
σκυλιά.
Τώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια μπορώ
να γράψω
ένα στίχο, αληθινό.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Ζωή Καρέλλη — Θαυμάζοντας την Πλατυτέρα
στὴν Χρυσὴ Κόγχη τῆς Ἁγίας Σοφίας, στὴ Θεσσαλονίκη.

Καθὼς ἔφευγα, ὕστερα·
σκεφτόμουνα ἐκείνους ποὺ ὅταν θὰ ἔρθουν,
θὰ σ' ἀγνοοῦν Παρθένε
καὶ θὰ δέχονται ξένοι
τὴν ἐπιβολὴ τῆς θείας ἐμορφιᾶς Σου.

Κάποτε αὐστηρή, σχεδὸν ἐπιτιμητικὴ
κι' ἄλλες φορὲς ἐνδοτική, Σύ,
ἡ γνωρίζουσα τὴ σημασία τῆς ἀνθρώπινης
ἀδυναμίας, τοῦ πόνου,
ἡ μεσιτεύουσα.

Θάρθουν ἐκεῖνοι
πού τὸ νόημα τῆς δόξας Σου
καὶ τῆς ἀγνοίας Σου τὸ μυστικό,
στὴ γνώση τους, θὰ τὸ παραμελοῦν.

Στὸ βλέμμα, στὴ λαλιά,
στὸ κράτημα τῆς κεφαλῆς,
στοῦ σώματός των τὴν ὑπερηφάνεια,
θὰ ἐπιμένουμε στῆς ἀλλαγῆς τὴ σημασία.

Δὲ θάχουν καταλάβει ἀκόμα τὸ χάρισμα
τῆς προσφυγῆς, στὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας
τῆς ζωῆς. Θὰ Σὲ κοιτάζουν
Κόρη ἀπειρόγαμη τοῦ θαύματος ἐπὶ τῆς γῆς,
δίχως νὰ συλλαμβάνουνε τὴν ἔνδοξή Σου βασιλεία.

Θάρθουν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνιζόμενοι,
θὰ περιγράψουν πάλι διαφορετική,
τὴν ἀναλλοίωτή Σου καλλονή,
τὴν διαφορὰ ἀπ' τὴ μοναδικὴ Μορφή Σου.


Ἀπὸ τὸ «Χριστιανικὸν Συμπόσιον» Ἀθῆναι 1969,
Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 022ος — ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει.

ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. 
εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν,
ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με, 
τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. 
ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης 
ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. 
ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, 
οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· 
ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, 
αὗταί με παρεκάλεσαν. 
ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, 
ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· 
ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, 
καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον. 
καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με 
πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, 
καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου 
εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Γιάννης Ρίτσος — «Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα
οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν»


«Σηκώθηκα κι έκανα τα τρία βήματα που απομένανε. Με περιμένανε όλοι, όλοι. Δεν έλειπε κανείς, ούτε και η άδεια μου καρέκλα, ούτε η πένα που θα υπόγραφα. Όλοι και όλα ήταν εκεί.

– Δεν θα σας απασχολήσω πολύ κύριοι, είπα. 
– Καθίστε.
– Όχι, ευχαριστώ. Ήρθα μόνο να σας πω ότι δεν θα υπογράψω.
– Πως; Μα το πρωί… 
– Έχετε δίκιο. Όμως, πριν μπω εδώ, σταμάτησα και κουβέντιασα με τη συνείδησή μου.
– Έκανες σε κανένα κακό; Τη ρώτησα. Μου είπε: Όχι
Αγαπάς όλο τον κόσμο; Μου απάντησε, ναι
Αγαπάς πολύ την Ελλάδα; Μου είπε: Απέραντα
Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν. Και έφυγα.

Έτσι που ακουμπούσαν τα μάγουλά μας πάνω στα χέρια μας, είχανε τόσο τρέξει τα δάκρυα που τα μανίκια μας ήτανε μουσκεμένα. Εκείνη την ώρα δεν ζούσαμε. Ήτανε μια υπέροχη κοινωνία.
– Γιάννης Ρίτσος (…)»
--------------
(Απόσπασμα από την αφήγηση του ζωγράφου Μάνθου Κέτση, συνεξόριστου του Γιάννη Ρίτσου, για το πώς ο ποιητής αρνήθηκε την υπογραφή δήλωσης μετανοίας στο διοικητήριο των βασανιστών του στη Μακρόνησο. 
«Γιάννης Ρίτσος, Κινηματογραφική αυτοβιογραφία, Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη, έκδοση Αρχείο Κρήτης»)

antikleidi

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 003ος
Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου.
But you, O Lord, are a shield about me,
my glory, and the lifter of my head.

Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; 
πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· 
πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· 
οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. 
Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, 
δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. 
Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, 
καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. 
Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· 
ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. 
Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ 
τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. 
Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, 
ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, 
ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. 
Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Cesare Pavese — Συνήθειες — Abitudini
Να κουράζεσαι δεν συμφέρει πια. Και να βγαίνεις έξω στο φεγγάρι,
χωρίς να σε περιμένει κανένας, δεν αξίζει τον κόπο.
Faticare non vale la pena. E uscir fuori alla luna,
se nessuno l’aspetti, non vale la pena.

John Atkinson Grimshaw – private collection. Briggate, Leeds
(last quarter of the 19th c.)
Επάνω στην άσφαλτο του δρόμου το φεγγάρι
κάνει μια λιμνούλα ήσυχη
και ο φίλος θυμάται άλλους καιρούς.
Του αρκούσε εκείνους τους καιρούς μια συνάντηση ξαφνική
και δεν ένοιωθε πια μόνος. Κοιτάζοντας το φεγγάρι,
ανέπνεε την νύκτα. Αλλά πιο φρέσκο ήταν το άρωμα της γυναίκας 

που συναντούσε, της μικρής περιπέτειας στις
αβέβαιες σκάλες. Η ήσυχη κάμαρα
και η γρήγορη επιθυμία για ζωή παντοτινή,
του γέμιζε την καρδιά. ΄Υστερα, κάτω απ΄το φεγγάρι,
με μεγάλα βήματα ζαλισμένα, γύριζε ευχαριστημένος.

Εκείνους τους καιρούς ήταν ένας μεγάλος σύντροφος του εαυτού του.
Ξυπνούσε το πρωί και πεταγόταν απ' το κρεβάτι,
ξαναβρίσκοντας το σώμα του και και τις παλιές του σκέψεις.
Του άρεσε να βγαίνει έξω κάτω απ τη βροχή
ή κάτω απ΄τον ήλιο, απολάμβανε να κοιτάζει τους δρόμους, 
να μιλά με άγνωστους. Πίστευε
ότι ήξερε ν΄ αλλάζει επάγγελμα
μέχρι την τελευταία ημέρα, κάθε νέο πρωινό.
Όταν κουραζόταν αρκετά καθόταν και κάπνιζε.
Η πιο μεγάλη του ευχαρίστηση ήταν να μένει μόνος.

Γέρασε ο φίλος κι' ήθελ' ένα σπίτι
που να τ' αγαπά πολύ, να βγαίνει έξω το βράδυ
και να σταματά στο δρόμο να κοιτάζει το φεγγάρι,
αλλά όταν επέστρεφε να βρίσκει μια γυναίκα αφοσιωμένη,
μια γυναίκα ήσυχη, να τον περιμένει υπομονετική.
Γέρασε ο φίλος και δεν τ΄ αρέσει πια να μένει μόνος.
Οι περαστικοί είναι πάντοτε οι ίδιοι∙ και το πρωί, μια έρημος.
Να κουράζεσαι δεν συμφέρει πια. Και να βγαίνεις έξω στο φεγγάρι,
χωρίς να σε περιμένει κανένας, δεν αξίζει τον κόπο.

μετάφραση & ζωγραφική: Νεοκλής Κυριάκου

Sull’asfalto del viale la luna fa un lago
silenzioso e l’amico ricorda altri tempi.
Gli bastava in quei tempi un incontro improvviso
e non era piú solo. Guardando la luna,
respirava la notte. Ma più fresco l’odore
della donna incontrata, della breve avventura
per le scale malcerte. La stanza tranquilla
e la rapida voglia di viverci sempre,
gli riempivano il cuore. Poi, sotto la luna,
a gran passi intontiti tornava, contento.

A quei tempi era un grande compagno di sé.
Si svegliava al mattino e saltava dal letto,
ritrovando il suo corpo e i suoi vecchi pensieri.
Gli piaceva uscir fuori prendendo la pioggia
o anche il sole, godeva a guardare le strade,
a parlare con gente improvvisa. Credeva
di saper cominciare cambiando mestiere
fino all’ultimo giorno, ogni nuovo mattino.
Dopo grandi fatiche sedeva fumando.
Il piacere piú forte era starsene solo.

E’ invecchiato l’amico e vorrebbe una casa
che gli fosse più cara, e uscir fuori la notte
e fermarsi sul viale a guardare la luna,
ma trovare al ritorno una donna sommessa,
una donna tranquilla, in attesa paziente.
E’ invecchiato l’amico e non basta piú a sé.
I passanti son sempre gli stessi; la pioggia
e anche il sole, gli stessi; e il mattino, un deserto.
Faticare non vale la pena. E uscir fuori alla luna,
se nessuno l’aspetti, non vale la pena.

La poesia di Cesare Pavese - Poesie del disamore
(1934 - 1938)

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Γεώργιος Βιζυηνός — Τό Μπαλουκλί

Φορητή εικόνα της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής
Μουσείο του Σλίβεν, Βουλγαρία, 1834.
Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 8 Μαρτίου 1849, στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης, το σημερινό Βιζέ της Τουρκίας, γιος πολύ φτωχικής οικογένειας.

Τὸ Μπαλουκλί
(Τὰ ψάρια τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς)
(ἀπὸ τὸ Τὸ τέλος τοῦ παραμυθιοῦ
ἢ ἡ ἀρχὴ τοῦ ὀνείρου, Ἑρμῆς 2001)


Σαράντα μέρες πολεμᾷ ὁ Μωχαμὲτ νὰ πάρῃ

την Πόλη τὴν μεγάλη.
Σαράντα μέρες ἔκαμεν ὁ ῾γούμενος τὸ ψάρι
στὰ χείλη του νὰ βάλῃ.

Ἀπ᾿ τὲς σαράντα κι ὕστερα, πεθύμησε νὰ φάγῃ

τηγανισμένο ψάρι.
–Ἂν μᾶς φυλάγ᾿ ἡ Παναγιὰ καθὼς μᾶς ἐφυλάγει,
τὴν Πόλη ποιὸς θὰ πάρη;

Ρίχτει τὰ δίχτυα στὸν γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,

–Θεός νὰ τὰ βλογήσῃ!
Τὸ λάδι βάλλει στὴν φωτιὰ μὲς στ᾿ ἀργυρὸ τηγάνι,
για νὰ τὰ τηγανίσῃ.

Τὰ τηγανίζ᾿ ἀπὸ τὴν μιά, καὶ πά᾿ νὰ τὰ γυρίσῃ

κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος.
Ὁ παραγιός του βιαστικὰ πετᾷ νὰ τοῦ μιλήσῃ,
καὶ τάχασεν ὁ γέρος!

–Μην τηγανίζῃς, γέροντα, καὶ μὄσχισε τὸ ψάρι

στην Πόλη τὴν μεγάλη!
Τὴν Πόλη τὴν ἐξακουστὴ οἱ Τοῦρκοι ἔχουν πάρει,
μᾶς κόβουν τὸ κεφάλι!

–Στὴν Πόλη Τούρκου δὲν πατοῦν κι Ἀγαρηνοῦ ποδάρια!

Μὲ φαίνεται σὰν ψεύμα!
Μ᾿ ἂν εἶν᾿ ἀλήθεια τὸ κακό, νὰ σηκωθοῦν τὰ ψάρια
νὰ πέσουν μὲς στὸ ρεῦμα!

Ἀκόμ᾿ ὁ λόγος βάσταγε, τὰ ψάρι᾿ ἀπ᾿ τὸ τηγάνι,

τὴν μία μεριὰ ψημένα,
πηδήξανε κι ἐπέσανε στῆς λίμνης τὴν λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.

Ἀκόμ᾿ ὡς τώρα πλέουνε, κόκκιν᾿ ἀπὸ τὸ μέρος,

ὅπου τὰ εἶχε ψήσει.
Φυλάγουν τὸ Βυζάντιο ν᾿ ἀναστηθῇ κι ὁ γέρος
νὰ τ᾿ ἀποτηγανίση.