Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Θάνος Ανεστόπουλος — Απουσία
Καθώς με βλέπω αΰπνωτο/Σπίτι έρημο/Και πρωινό θολό
Σαν χώρα μοιάζω

Absence
Βουρκωμένη έρημη νύχτα
Πνίγει τις φωνές μέσα μου, τις φωνές απ’ τον πεζόδρομο
Τη βοή απ’ τα καθισμένα παιδιά στο πλακόστρωτο
που σιγά σιγά όσο περνάει η ώρα και πάει να ξημερώσει,
εξασθενεί.
Τα στόρια απ’ τα δυο μου παράθυρα
-καπάκια από φέρετρα -κηδεία της νύχτας
Το κλείσιμό τους -αρραβώνας με τη μέρα
Το δάκρυ ενός παιδιού πάνω απ’ την κιθάρα του
η τελευταία ανάμνηση.
Το τελευταίο χτύπημα.
Έτσι είναι οι νύχτες μου από δω και πέρα.
Μοιρασμένες σε κενοτάφια που δημιούργησε η απουσία.
Βυθισμένες σε πονεμένα σπλάχνα.
Βροχή από αλάτι
Και ένα βουνό από σπασμένα σώματα να βαραίνει
την προσπάθεια για ύπνο λευκό.
Τώρα είμαι ξυπόλητος γυμνός πάνω από τα μαχαίρια
κάτω απ’ τις μυλόπετρες
του μελανιού.
Μόνος με τα χέρια μου γεμάτα με πετράδια
απ’ τα μαλλιά της.
Καθώς με νιώθω ακίνητο
στη μέση του στενού αυτού δωματίου
Η μοναξιά τυλίγει αυτό που άγγιξα με τα μάτια.
Αυτήν την χαίτη, της βουρκωμένης έρημης νύχτας.
Καθώς με βλέπω αΰπνωτο
Σπίτι έρημο
Και πρωινό θολό
Σαν χώρα μοιάζω

Ανάλυση


Ο Θάνος Ανεστόπουλος αποτυπώνει με ιδιαίτερη ενάργεια την οδυνηρή συναισθηματική πραγματικότητα που προκαλείται από την απουσία της αγαπημένης γυναίκας. 
Ό,τι αποτελούσε στο παρελθόν πηγή ευχαρίστησης και ευδαιμονίας δεν υπάρχει πια∙ ό,τι απομένει είναι μια πικρή αίσθηση κενότητας που υπονομεύει και την ελάχιστη ακόμη πιθανότητα να δοθεί στο ποιητικό υποκείμενο το προνόμιο της ψυχικής γαλήνης.

Βουρκωμένη έρημη νύχτα
Πνίγει τις φωνές μέσα μου, τις φωνές απ’ τον πεζόδρομο
Τη βοή απ’ τα καθισμένα παιδιά στο πλακόστρωτο
που σιγά σιγά όσο περνάει η ώρα και πάει να ξημερώσει,
εξασθενεί.

Η νύχτα, βουρκωμένη κι έρημη -όπως ακριβώς κι ο ίδιος ο ποιητής-, εντείνει την απομόνωσή του, καθιστώντας αδύνατη την όποια πραγματική επαφή τόσο με τον εξωτερικό κόσμο όσο και με τον εαυτό του. Οι φωνές των παιδιών που βρίσκονται στον πεζόδρομο κάτω απ’ το σπίτι του, φτάνουν σ’ αυτόν υπόκωφες, πνιγμένες απ’ τη θλίψη του∙ μοιάζουν περισσότερο με μια ακατάληπτη βοή, που με τη νεανική ζωντάνια που τη διακρίνει έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στασιμότητα και την επώδυνη ψυχική αδράνεια του ποιητικού υποκειμένου.


Ο ποιητής παραμένει εγκλωβισμένος στον πόνο του, χωρίς να μπορεί μήτε να βρει ειρμό και νόημα στις δικές του σκέψεις, μα μήτε και να αφεθεί στους περισπασμούς της ζωής που συνεχίζει γύρω του την αδιάκοπη πορεία της. Τα εξωτερικά ερεθίσματα φτάνουν σ’ αυτόν ολοένα και πιο εξασθενημένα, καθώς η νύχτα δίνει τη θέση της στη μέρα που έρχεται.

Τα στόρια απ’ τα δυο μου παράθυρα
-καπάκια από φέρετρα -κηδεία της νύχτας
Το κλείσιμό τους -αρραβώνας με τη μέρα
Το δάκρυ ενός παιδιού πάνω απ’ την κιθάρα του
η τελευταία ανάμνηση.
Το τελευταίο χτύπημα.

Η αποχώρηση της νύχτας, που τον αφήνει άυπνο και καταπονημένο, επισφραγίζεται απ’ τον ποιητή με το να κλείσει τα στόρια των παραθύρων του. 
Μια απλή κίνηση που του δημιουργεί εντούτοις δυσοίωνους συνειρμούς, μιας και τα κλεισμένα στόρια μοιάζουν με καπάκια από φέρετρα, σαν να έγινε μόλις η κηδεία μιας άγονης νύχτας∙ μιας νύχτας που ό,τι είχε να του προσφέρει ήταν ένας παρατεταμένος μηρυκασμός του πόνου και της οδύνης του. 
Συνάμα, ωστόσο, το κλείσιμό τους δημιουργεί και μιαν ακόμη υποδήλωση με θετικότερη χροιά, καθώς είναι σαν να επισφραγίζεται ο αρραβώνας με την καινούρια ημέρα, που θα μπορούσε ίσως να φέρει κάτι καλύτερο απ’ το γιόρτασμα της θλίψης που συνόδευε τη νύχτα που πέρασε.

Η τελευταία εικόνα, πάντως, της νύχτας λειτουργεί σαν μια ισχυρή υπόμνηση του πόσο ευάλωτοι και αδύναμοι είναι οι άνθρωποι απέναντι στον πόνο∙ ένα παιδί που δακρύζει πάνω απ’ την κιθάρα του, έρχεται να καθρεφτίσει τη συναισθηματική κατάσταση του ίδιου του ποιητή, που αισθάνεται ακριβώς έτσι, σαν ένα θλιμμένο παιδί αντιμέτωπο με τις πρώτες πληγές του έρωτα.

Έτσι είναι οι νύχτες μου από δω και πέρα.
Μοιρασμένες σε κενοτάφια που δημιούργησε η απουσία.
Βυθισμένες σε πονεμένα σπλάχνα.
Βροχή από αλάτι
Και ένα βουνό από σπασμένα σώματα να βαραίνει
την προσπάθεια για ύπνο λευκό.

Έτσι είναι πλέον οι νύχτες του ποιητή∙ 
άυπνες κι αφιερωμένες σ’ όλες εκείνες τις μνήμες που απέμειναν χωρίς υπόσταση, εφόσον «εκείνη» δεν είναι πια κοντά του για να προσφέρει με την παρουσία της πνοή στην κοινή τους πορεία. Κάθε σκέψη και κάθε...

.................
η συνέχεια εδώ: latistor