Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVII
Καλοί μου άνθρωποι/πώς μπορείτε/να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε/να μη χαμογελάτε;

Ciclo cerrado, ventana abierta.
Ξημερώνει.
Η αχλύ παραμερίζει.
Τα πράγματα
σκληρά λαμπερά κι αδιάψευστα.

Πόσους μήνες κοιμηθήκαμε.
Ξεχασμένοι ξεχαστήκαμε
σ' ένα θάμβος πυκνό
από νύχτα κι από ήλιο.

Δεν κλαίω
γιατί ο ύπνος μ' αρνήθηκε.
Πίσω απ' τον κήπο μας
υπάρχουν κι άλλοι κήποι.

Ο θάνατος υψώνει
σκαλί σκαλί τη σκάλα
που πάει στον ουρανό.

Φεύγει το θέρος
μα το τραγούδι μένει.

Όμως εσύ που δεν έχεις φωνή
πού θα σταθείς ν' απαγκιάσεις;
Πώς θα σμίξεις το φως με το χώμα;

Άνοιξε τα παράθυρα
να μπει το φως
η ατίθαση ριπή του ανέμου
το αψύ χνώτο
των μεγαλόπρεπων βουνών.

Κοίτα
χαμογελάει το ανεξάντλητο
μπροστά στα σταυρωμένα χέρια.
Λύσε τα χέρια.

Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη
πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Νά τος ο ήλιος
πάνω απ' τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ' τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.

Νιώθω στους ώμους
το βαθύ μυρμήγκιασμα
καθώς φυτρώνουν
όλο πιο νέα και πιο μεγάλα
τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ' τη λύπη σου
φως και αίμα
τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι
πώς μπορείτε
να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε
να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα

Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα
της απέραντης θάλασσας.

Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XIII
Ζεστή χρυσή μεσημβρία./Σταθμός του Απείρου/— η καρδιά μας.

children playing on beach
Ρόδινες ώρες
ρόδινες οπώρες.
Γελά ο καιρός γελάει
κυλάει ρυάκι υγείας
ανάμεσα σε ροδοδάφνες.

Έξω η κατάχρυση μεσημβρία
καίγεται στις φλέβες 
των τζιτζικιών.

Ακούμε τις φωνές των παιδιών
που λούζονται στον ήλιο
και στη θάλασσα.

Ξέρουμε τα εξοχικά κέντρα
κρυμμένα στο δάσος
λίγο πιο πάνω απ' τ' ακρογιάλι.

Στα πλυμένα τζάμια τους
γελούν οι ανταύγειες
του γλαυκού και του πράσινου.
Δροσερό φως
μισοκλείνει τα μάτια του
κάτω απ' τα δέντρα.

Ας πεθαίνουν οι πένητες
έξω απ' τη θύρα της αιωνιότητας
χτυπώντας δίχως ν' ακούγονται
κλείνοντας τα μάτια
στην εφήμερη χλόη
που συντηρεί την αιωνιότητα.

Εμείς ασφαλισμένοι
μέσα στο γήινο ρίγος μας
γευόμαστε τον ουρανό.

Δεν είναι φόβος μήτε φθόνος.
Βέβαιοι πράοι κι αγαθοί
μες στη χαρά μας
χαϊδεύουμε
όλα τα πλάσματα του κόσμου.

Σγίγγω το χέρι σου.
Τι μου λείπει
για να μισήσω τη ζωή;

Αραγμένα τ' άσπρα καΐκια 
οι σκιές των γλάρων 
γράφονται
στην υγρήν αμμουδιά
και στη σάρκα σου.

Καμιά σειρήνα δε σφυρίζει.
Κανένας δεν αποδημεί.

Ζεστή χρυσή μεσημβρία.
Σταθμός του Απείρου
— η καρδιά μας.