Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία VII
Είχε προφτάσει πολλούς θανάτους/κι είχε μάθει να μην κλαίει
να μην προσμένει/και να σωπαίνει.

Nicolaes Maes - Old Woman Dozing, 1656.
Τι ζέστα.
Δεν ακούγεται πια
το βήμα του αιώνιου επαίτη
έξω στους παγωμένους δρόμους.

Ω εσύ δεν άκουσες ποτέ 
αυτό το κούφιο βήμα
το βαθύ κι απέραντο
γι' αυτό τα χέρια σου
είναι τόσο ζεστά.

Ο τυφλός γέρος που περνούσε
σκυμμένος κάτω απ' τη βροχή
παίζοντας με κοκκαλιασμένα δάχτυλα
τη φυσαρμόνικα της νύχτας
πέθανε.

Πού τον έθαψαν;
δε ρωτούμε.
Δε γνωρίζουμε τίποτα.
Υπάρχουμε.
Το παρελθόν ανύπαρκτο.
Το μέλλον ανυποψίαστο.
Παρόντες
μες στην πλήρη στιγμή
μες στην αιωνιότητα.

Αλήθεια
είχα μια γιαγιά,
Την καημένη τη γιαγιά μου
που κρύωνε.

Είχε προφτάσει πολλούς θανάτους
κι είχε μάθει να μην κλαίει
να μην προσμένει
και να σωπαίνει.

Περπατούσε στις κάμαρες
ελαφρά
καθώς η νύχτα περπατάει
πάνω στο χιόνι.

Άναβε τα κεριά του πολυελαίου
τυλιγόταν στο μαύρο μποξά της
και φυσούσε τις φούχτες της
να ζεσταθεί.

Απόψε
καθώς για μια στιγμή ξεφύλλισα
κάτω απ΄τα μάτια σου
το πεθαμένο λεύκωμα των στίχων
οι δυο άκρες του μαύρου μποξά
της γιαγιάς μου
είναι δυο φτερά χελιδονιού
που διπλώνουν την καρδιά της.

Το βλέμμα σου κελαηδάει
στις παγωμένες φούχτες της.

Κι η μεγάλη θερμάστρα ανασυνθέτει
τους θρόους των φυλλωμάτων
το φεγγάρι της άνοιξης
και τα κουδούνια των προβάτων
στις ανθισμένες πλαγιές της βραδιάς.

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XIX
Μέσ' απ' το βλέμμα σου/αγαπημένη/κοιτάω τον κόσμο

Pierre Auguste Cot (1837 - 1883) Le Printemps
Η εσπέρα γέρνει.
Μια δέσμη ρόδα
στα μαλλιά σου.
Ανάλαφρη, ανάλαφρη.
Γέρνει.
Κοιτάω τις ώρες
φωτεινές
να διαλύονται στα βάθη
του προσώπου σου.

Ένα χελιδόνι
μέσα στο δείλι
φωνάζει.
Δυο άνθρωποι.
Ο ίσκιος τους στο δρόμο.
Δεν προσέχουμε.
Μια μικρή λάμψη
γυρεύει ακρόαση.
Δεν είμαστε εδώ.

Έξω απ' τα χέρια μας
δεν είναι τίποτα
τίποτα.

Η γύρη του φιλιού μας
προετοιμάζεται
με τις ανταύγιες των πραγμάτων.
Ωραία που ριγούν
πυκνώνουν
πάνω στη σάρκα σου.

Μέσ' απ' το βλέμμα σου
αγαπημένη
κοιτάω
το κόσμο.

Κι η εσπέρα
θεραπαινίδα της αγάπης
κορυφώνει τα μύρα των μαλλιών σου
ραντίζει με ρόδα την κλίνη μας.

Η νύχτα ωριμάζει το άπειρο
ν' ανθίσει στο αίμα μας.
Ένας διάττων θα διαγράψει
τον σπασμό μας.

Πόσο καινούργια η σκιά
στην καινούργιαν αφή μας.

Δεν ξέρω πια να τραγουδώ.
Σου ανήκω.
Η ζωή μου ανήκει.