Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Τατιάνα - Κατερίνα Θωμαΐδη — Ιδανική κοινωνία
Μουσική: Γιώργος Αυγουστάτος «ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ»

The Last Butterfly by Jeremiah Morelli

Δυναμική Πανσέληνος
Επιθετική ενέργεια
Εξέγερση
Καθώς πλανητικές εισβολές εκτελούν το φόβο του αγνώστου
Η Ύπαρξη ανατρέποντας
Θυσίες ζωής ζώσας στου «σπιτικού» το τέλμα
Φλεγόμενη στις πυρκαγιές της αλήθειας η «κοινωνική αποκατάσταση»
Παραβιασμένοι μέσοι όροι για χάρη άκρων αγχωτικών ελατηρίων
Ξεχαρβαλωμένου επαρχιωτισμού σακατευτικά ελάσματα
Ανατροπές μίζερων συζυγικών κλινών
κλισέ μυαλών μητέρων – συζύγων διαπομπεύονται στους δρόμους της Ελευθερίας
και στις πλατείες της Αγάπης εκτελεσμένοι σύζυγοι – κουβαλητές.
Υγιής επαναπροσδιορισμός


http://mag.mavroprovato.org/article/275

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ- ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΑΤΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ Α΄»
Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΕΓΙΝΕ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΘΩΜΑΙΔΗ «ΤΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΑ ΖΩΗΣ»


AUTOBIOGRAPHICAL-FROM THE NEW PROJECT “DIARY A’ “ BY COMPOSER GEORGE AVGOUSTATOS.
PIANO COMPOSITION RELATED TO T.C.THOMAIDIS’ COLLECTION OF POEMS. “THE DIARIES OF INNER LIFE”.


Οδυσσέας Ελύτης — Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού
Άξιον εστί - Τα Πάθη ΙΔ'


ΝΑΟΙ στο σχήμα τ' ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο
και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.
Φύγανε
και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας
και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Τείχισε τις πλευρές του κόσμου
και από το μέρος τ’ ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις
και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ’ ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε
και βαθιά κάτω απ’ το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο
και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά
φοβερά των βράχων τ’ αγάλματα!