Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης — Περιμένοντας τὸ βράδυ

Beautiful women crying near candle light at night picture
Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
στὸν καθρέφτη πρόσωπα
ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
τί ὄνειρα,
ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

Χαλίλ Γκιμπράν — Η ψυχή μου μού μίλησε
Kahlil Gibran — My soul counseled me

Song of My Soul
Η ψυχή μου μου μίλησε και μου -δίδαξε -ν’ αγαπώ εκείνους πού οι άνθρωποι μισούν και να είμαι φίλος μ’ εκείνους πού οι άνθρωποι περιφρονούν.

Η ψυχή μου μου φανέρωσε ότι ή αγάπη εκδηλώνεται όχι μονάχα στο πρόσωπο πού αγαπά, άλλα και στο πρόσωπο πού αγαπιέται.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ή αγάπη ήταν στην καρδιά μου σα μια λεπτή κλωστή πιασμένη από δυο πασσάλους.

Άλλα τώρα ή αγάπη έγινε ένας φωτεινός κύκλος πού αρχή του είναι το τέλος του, και το τέλος του ή αρχή του. Περιβάλλει καθετί πού υπάρχει κι απλώνεται σιγά σιγά για ν’ αγκαλιάσει όλα όσα θα υπάρξουν.

Η ψυχή μου με συμβούλεψε και μ’ έμαθε να διακρίνω την κρυμμένη ομορφιά του δέρματος, τού παραστήματος, και, του χρώματος. Με δίδαξε να στοχάζομαι εκείνο πού οι άνθρωποι ονομάζουν άσχημο μέχρι ν’ ανακαλύψω την αληθινή του γοητεία κι ομορφιά.

Πριν ή ψυχή μου με διδάξει, έβλεπα την ομορφιά σαν ένα τρεμάμενο πυρσό ανάμεσα σε στήλες καπνού. Τώρα πού ό καπνός έχει διαλυθεί, δε βλέπω τίποτε’ άλλο από τη φλόγα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου δίδαξε ν’ ακούω τις φωνές πού ή γλώσσα, ό λάρυγγας και τα χείλη δεν μπορούν να προφέρουν.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν άκουγα παρά θόρυβο και θρήνους. ’Αλλά τώρα πρόθυμα παραστέκομαι στη Σιωπή κι αφουγκράζομαι τις χορωδίες της πού τραγουδούν τους ύμνους των εποχών και τα τραγούδια του σύμπαντος που αναγγέλλουν τα μυστικά του ’Αόρατου.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να πίνω το κρασί που δεν μπορεί να βγει από το πατήρι και δεν μπορεί να χυθεί από κούπες πού τα χέρια μπορούν να σηκώσουν ή τα χείλη ν’ αγγίξουν.

Πριν η ψυχή μου μου μιλήσει, ή δίψα μου ήταν σα μια σβησμένη σπίθα κρυμμένη κάτω από τη στάχτη πού μπορεί να σβήσει με μια γουλιά νερό.

Αλλά τώρα η λαχτάρα μου έγινε ή κούπα μου, το αίσθημα της αγάπης το κρασί μου, κι η μοναξιά μου ή μέθη μου κι ωστόσο σ αυτή την άσβεστη δίψα υπάρχει αιώνια χαρά.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με δίδαξε ν’ αγγίζω εκείνο πού δεν έχει ακόμα ενσαρκωθεί’ ή ψυχή μου μου αποκάλυψε πώς ότι αγγίζουμε, είναι μέρος της επιθυμίας μας.

’Αλλά τώρα τα δάχτυλά μου απλώθηκαν μέσα στην καταχνιά πού διαπέρνα αυτό πού είναι ορατό μέσα στο σύμπαν κι ανακατεύεται με το ’Αόρατο.

Η ψυχή μου μ’ έμαθε να εισπνέω το άρωμα πού δε βγαίνει από τη μυρτιά ή το θυμίαμα. Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, λαχταρούσα την ευωδιά τού αρώματος στους κήπους, στα δοχεία ή στα θυμιατήρια.

Τώρα όμως μπορώ να οσφρανθώ το θυμίαμα πού δε βγαίνει για προσφορά ή για Θυσία. Και γεμίζω την καρδιά μου με την ευωδιά εκείνη πού δεν πέτα με τα φτερά της παιχνιδιάρας αύρας μέσα στο διάστημα.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μ’ έμαθε να λέω, «είμαι έτοιμος» όταν με πλησιάζουν το ’Άγνωστο κι ό Κίνδυνος.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν απαντούσα σ’ άλλη φωνή έκτος από τη φωνή τη γνωστή πού με καλούσε, και δεν περπατούσα παρά το εύκολο και ίσιο ‘μονοπάτι.

Τώρα το ’Άγνωστο έγινε άλογο που μπορώ ν’ ανεβώ για να φτάσω στο ’Άγνωστο’ κι ό καμπίσιος δρόμος έγινε σκάλα πού την ανεβαίνω για να φτάσω στην κορυφή.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Μη μετράς το Χρόνο λέγοντας, Υπήρξε το χθες και θα υπάρξει το αύριο !»

Μα πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, φανταζόμουν το Παρελθόν σα μια εποχή πού ποτέ δεν ξαναγύριζε και το Μέλλον σα μια εποχή πού ποτέ δεν μπορούσα να τη φτάσω.

Τώρα καταλαβαίνω ότι ή τωρινή στιγμή περιέχει όλο το χρόνο, και μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν όλα όσα μπορεί να ελπίζει κανένας, να κάνει και ν’ αντιληφθεί.

Η ψυχή μου μου μίλησε και με πρότρεψε να μην περιορίζω το διάστημα λέγοντας, «’Εδώ, εκεί και πέρα».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, ένιωθα ότι όπου κι αν βρισκόμουν’ ήμουν μακριά από κάθε άλλο μέρος.

Τώρα καταλαβαίνω ότι όπου κι αν βρίσκομαι, το μέρος αυτό περιέχει όλα τα μέρη’ κι ή απόσταση πού περπατώ αγκαλιάζει όλες τις αποστάσεις.

Η ψυχή μου με δίδαξε και με συμβούλεψε να μένω ξύπνιος όταν οι άλλοι κοιμούνται. Και να παραδίνομαι στον ύπνο όταν οι άλλοι βρίσκονται σε δράση.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, δεν έβλεπα τα όνειρα τους στον ύπνο μου, ούτε κείνοι παρατηρούσαν τ’ όραμα μου.

Τώρα ποτέ δεν ταξιδεύω μέσα στο καράβι των ονείρων μου έκτος αν με παρατηρούν, κι εκείνοι ποτέ δεν πετούν στον ουρανό του δράματός τους έκτος αν εγώ χαίρομαι την Ελευθερία τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Να μη χαίρεσαι. με τον έπαινο και να μη θλίβεσαι με την κατηγορία».

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, αμφέβαλα για την αξία του έργου μου.

Τώρα καταλαβαίνω ότι τα δέντρα ανθίζουν την άνοιξη και καρπίζουν το καλοκαίρι χωρίς ν’ αναζητούν τον έπαινο’ και ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο και γυμνώνονται το χειμώνα χωρίς να φοβούνται την κατηγορία.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου έδειξε ότι δεν είμαι μεγαλύτερος από έναν πυγμαίο, ούτε μικρότερος από ένα γίγαντα.

Πριν ή ψυχή μου μου μιλήσει, έβλεπα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες’ τον αδύνατο, πού τον λυπόμουν και τον δυνατό, πού τον ακολουθούσα ή πού του αντιστεκόμουνα παλικαρίσια.

Αλλά τώρα έμαθα ότι είμαι όπως είναι κι οι δύο αυτοί, κι αποτελούμαι από τα ίδια στοιχεία. Ή προέλευσή μου είναι ή δική τους προέλευση, ή συνείδησή μου είναι ή δική τους συνείδηση, ή ευχαρίστησή μου είναι ή δική τους ευχαρίστηση, και το προσκύνημά μου, το δικό τους προσκύνημα.

“Αν αυτοί αμαρτάνουν, είμαι κι εγώ αμαρτωλός. “Αν πράττουν καλά, καμαρώνω για την καλή τους πράξη. “Αν ανυψώνονται, ανυψώνομαι κι εγώ μαζί, αν μένουν αδρανείς, συμμετέχω κι εγώ στην αδράνεια τους.

Η ψυχή μου μου μίλησε και μου είπε, «Το φανάρι πού κουβαλάς δεν είναι δικό σου, και το τραγούδι πού τραγουδάς δε γεννήθηκε μέσα στην καρδιά σου, γιατί κι αν κουβαλάς το φως, δεν είσαι εσύ το φως, κι αν είσαι το λαγούτο με τις τεντωμένες χορδές, δεν είσαι εσύ ό παίχτης του οργάνου.

Η ψυχή μου μου μίλησε, σαν αδερφός μου, και μου Έμαθε πολλά. Κι ή ψυχή σου μίλησε σε σένα και σ’ έμαθε το ίδιο πολλά. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε ένα, και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα μας, εκτός ότι. εγώ βιάζομαι να φανερώσω αυτά που είναι μέσα στον εσωτερικό μου κόσμο, ενώ εσύ φυλάς σα μυστικό αυτό που βρίσκεται εντός σου. Αλλά στη μυστικότητά σου αυτή υπάρχει αρετή.


My soul spoke to me and counseled me to love all that others hate,
And to befriend those whom others defame.

My soul counseled me and revealed unto me that love dignifies not alone the one who loves, but also the beloved.

Unto that day love was for me a thread of cobweb between two flowers, close to one another;
But now it has become a halo with neither beginning nor end,
Encircling all that has been, and waxing eternally to embrace all that shall be.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Αναγνωστάκης Μανώλης - Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος...

Vakhtang Tato Akhalkatsishvili - Childhood memories frozen in time.
Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ φόβος ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους
Ὅταν ὑπόταξαν τὶς μέρες μας καὶ τὶς κρεμάσανε σὰ δάκρυα
Ὅταν μαζί τους πεθάνανε σὲ μίαν οἰκτρὴ παραμόρφωση
Τὰ τελευταῖα μας σχήματα τῶν παιδικῶν αἰσθημάτων

Καὶ τί κρατᾷ τάχα τὸ χέρι ποὺ οἱ ἄνθρωποι δίνουν;
Ξέρει νὰ σφίγγει γερὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ λογισμός μας ξεγελᾷ
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ χρόνος σταμάτησε καὶ ἡ μνήμη ξεριζώθηκε
Σὰ μίαν ἐκζήτηση παράλογη πέρα ἀπὸ κάθε νόημα;
(κι αὐτοὶ γυρίζουν πίσω μιὰ μέρα χωρὶς στὸ μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τὶς γυναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στὰ μικρομάγαζα καὶ στὰ καφενεῖα τῆς συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ τὴν ἐποποιία τῆς καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα γιὰ τοὺς ἄλλους ἢ γιατὶ ἔτσι νικοῦμε τὴ ζωὴ
Ἢ γιατὶ ἔτσι φτύνουμε ἕνα-ἕνα τὰ τιποτένια ὁμοιώματα
Καὶ μία στιγμὴ στὸ στεγνωμένο νοῦ τους περνᾷ μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σὰ μιὰ θαμπὴ ἀνάμνηση μιᾶς ζωικῆς προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες ποὺ δὲν ἔχεις πιὰ τί νὰ λογαριάσεις
Συμβάντα ἐρωτικὰ καὶ χρηματιστηριακὲς ἐπιχειρήσεις
Δὲ βρίσκεις καθρέφτες νὰ φωνάξεις τ᾿ ὄνομά σου
Ἁπλὲς προθέσεις ζωῆς διασφαλίζουν μίαν ἐπικαιρότητα
Ἀνία, πόθοι, ὄνειρα, συναλλαγές, ἐξαπατήσεις
Κι ἂν σκέφτομαι εἶναι γιατὶ ἡ συνήθεια εἶναι πιὸ προσιτὴ ἀπὸ τὴν τύψη.
Μὰ ποιὸς θὰ ῾ρθεῖ νὰ κρατήσει τὴν ὁρμὴ μιᾶς μπόρας ποὺ πέφτει;

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος
Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά·
εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια* της πριν απ' το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας
αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια
της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Jacques Prévert — Τα νεκρά φύλλα — Les feuilles mortes

Zaozersky Vitali. Autumn thaw
Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη
κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.

Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
βλέπεις, δεν ξέχασα,
τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.

Κι ο Βοριάς τα παρασύρει
μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν ξέχασα
το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,
εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.

Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
τα βήματα των εραστών που χώρισαν…

Φθινόπωρο – John William Godward (1900)
Les feuilles mortes
Jacques Prévert

Oh, je voudrais tant que tu te souviennes,
Des jours heureux quand nous étions amis,
Dans ce temps là, la vie était plus belle,
Et le soleil plus brûlant qu'aujourd'hui.

Les feuilles mortes se ramassent à la pelle,
Tu vois je n'ai pas oublié.
Les feuilles mortes se ramassent à la pelle,
Les souvenirs et les regrets aussi,

Et le vent du nord les emporte,
Dans la nuit froide de l'oubli.
Tu vois, je n'ai pas oublié,
La chanson que tu me chantais.

C'est une chanson, qui nous ressemble,
Toi qui m'aimais, moi qui t'aimais.
Nous vivions, tous les deux ensemble,
Toi qui m'aimais, moi qui t'aimais.

Et la vie sépare ceux qui s'aiment,
Tout doucement, sans faire de bruit.
Et la mer efface sur le sable,
Les pas des amants désunis.

Nous vivions, tous les deux ensemble,
Toi qui m'aimais, moi qui t'aimais.
Et la vie sépare ceux qui s'aiment,
Tout doucement, sans faire de bruit.

Et la mer efface sur le sable
Les pas des amants désunis...

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Aziz Nesin — Σώπα μη μιλάς…. . Silence! Do not speak!
Ο λόγος του μεγάλου/η σιωπή του μικρού.


Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: "εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"
Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ... σώπα!"
Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.
Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρεις το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά ,
η γυναίκa μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε "Σώπα".
Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε:
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε, όμως, το Σώπα.
Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".
Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσa σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ' την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.
Kαι δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις 
Κόψε τη γλώσσa σου.
Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσa μου,
γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λεει:
ΜΙΛΑ!....

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — The Lady of the Vineyards

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών (ΑΘΗΝΑ, 1945-1947)

Στο ποίημα παρουσιάζονται όλες οι γωνιές της Ελλάδας μαζί με την ιστορία τους. 
Η Κυρά διασχίζει τον τόπο και τον χρόνο. 
Είναι η Παναγία, η Μπουμπουλίνα, η Περσεφόνη, η Μάνα και η περήφανη Αγωνίστρια.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στον κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί 

την άγια σπάθα
είσαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.
--------------
«Ο Ρίτσος, κυρίως με τα μεγάλα ποιήματα "Ρωμιοσύνη" και "Η Κυρά των Αμπελιών", στρέφεται προς το ελληνικό τοπίο, που κοντά του έζησε τα φωτεινά διαλείμματα των παιδικών του χρόνων, αλλά τώρα με καινούργια προοπτική.
Το τοπίο συμμετέχει κι αυτό στην ιστορική αυτογνωσία του Έλληνα. Έχει επάνω του χαραγμένη την ιστορία της ρωμιοσύνης, είναι η ίδια η ρωμιοσύνη. 
Ο Ρίτσος προσπαθεί να μυηθεί και να μυήσει στο βαθύτερο νόημα που αποκτά ο ελληνικός χώρος και τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά και σε όλο το εύρος της ελληνικής ιστορίας. [...] Ο Ρίτσος ερμηνεύοντας τη γένεση του Επιτάφιου τονίζει ότι “κάθε φορά που μια χώρα κινδυνεύει από εξωτερικό κίνδυνο, από τη δράση ξένων παραγόντων, από κατοχή, για να διατηρήσει τη φυσιογνωμία της, καταφεύγει σε αναγνωρίσιμες από όλο το λαό μορφές”. Είναι η περίπτωση που αιτιολογεί και την τωρινή επανασύνδεση με γνώριμες στο λαό μορφές.... »


Διαλησμάς Στ., 1981, Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, Αθήνα: Επικαιρότητα, σελ. 35-42 
πηγή

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XXII
... ώρα μουγγή που αράζουνε οι ελιές μες στην υπομονή τους
και μόνο λιγοστός αφρός παίζει με το φεγγάρι

The Rainbow - Painted originally by Robert Henri
Κυρά των Αμπελιών, που στύλωσες απάνου απ' τις καμένες στέ-
.... γες μας το ουράνιο τόξο.
Κυρά που φέρνεις το κριθάρινο ψωμί και το κρασί στο δείπνο των
.... τσοπάνων
και με τις πλάτες σου στεριώνεις τα δοκάρια του φτωχόσπιτου.

Κυρά που ευώδιασες ξανά τη σιγαλιά στα πατρικά σεντόνια
κ' είναι το σπίτι σαν αμπάρι καραβιού μετά από τη φουρτούνα
κι ο σφουγγαράς κοιμάται μες στις σπίθες των ψαριών και τρέ-
.... χουν στα μαλλιά του οι αχιβάδες
και χώνει ο καπετάνιος μες στο κιάλι του το κόνισμα της τρα-
.... μουντάνας
κι ο Αρματωλός κρεμάει το καριοφίλι του κάτου απ' την καν-
.... τήλα —
ώρα μουγγή που αράζουνε οι ελιές μες στην υπομονή τους
και μόνο λιγοστός αφρός παίζει με το φεγγάρι
απάνου απ' τα άρμπουρα της βουλιαγμένης πολιτείας —

Πως ναν το πεις το φλάμπουρο που τίναξες στον ουρανό, το χι-
.... λιοτρυπημένο
πως να το πεις το πέλαγος με τις μπουρούνες του ανέμου με του
.... νερού τα σήμαντρα
πως ναν τα πεις τ' αμπέλια που αφηνιάσανε και κάλπασαν μες
.... στο αίμα τους;

Με ποιες κοχύλες ναυτικές, ποιες σάλπιγγες των έλατων
να φέρεις τον καημό και το θυμό μέσα στη φλέβα της σιωπής
.... και στης αυγής το στόμα;

Βαθιά - βουβά μανταλωμένο χάραμα. Τ' αστέρι στάχυ κρέμεται
.... μπροστά στο παραθύρι
πάνου στα καραούλια του νησιού των κανονιών οι μπούκες αχνι-
.... στές κοιτάν τα ουράνια
σφίγγει μέσα στη φούχτα του το ρόϊδι ρόδινο χαλάζι
και πάνου στο τετράγωνο τραπέζι του σπιτιού στέκει για κούπα
.... του κρασιού μια σκαλισμένη οβίδα.


ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Γιάννης Ρίτσος
Ο Ποιητής της 'Εντασης και ο Ποιητής Ποταμός

Θα αρχίσω με μιαν ομολογία πίστης, που όμως δεν εκπηγάζει από άκριτο θαυμασμό, μα από τη χρόνια τριβή μου με τα κείμενα και τα πρόσωπα (τα δεύτερα όπως αποτυπώνονται στα πρώτα):
Ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιάννης Ρίτσος είναι οι δύο σπουδαιότεροι σύγχρονοι ποιητές μας. Θέλω να πω οι δυο σπουδαιότεροι ποιητές μας, απ’ αυτούς που γεννήθηκαν τον προηγούμενο αιώνα.

Τον Σεφέρη, μ’ όλες τις ενστάσεις μας, οφείλουμε να τον τιμούμε: ήταν αυτός, που με τον στιβαρότερο τρόπο, ανταποκρίθηκε στα αισθητικά κελεύσματα του καιρού του. Εισήγαγε τη λογοτεχνία μας, πρώτος αυτός και με τον εγκυρότερο τρόπο, στην ευρωπαϊκό μοντερνισμό. Με τον Σεφέρη, πιο επίσημα απ’ ό,τι με τον Καβάφη, η Ελλάδα λογοτεχνικά παύει να είναι «επαρχία των Παρισίων». Χαμογελούσα ευφρόσυνα -θυμάμαι- σαν έβλεπα να μνημονεύει κριτικές του απόψεις μια Yourcenar. 
Ωστόσο ας μην κρυβόμαστε: ο Σεφέρης δεν διαθέτει το πηγαίο ταλέντο του Ελύτη και του Ρίτσου.
Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο ποιητές πιο διαφορετικούς απ’ τον Ελύτη και τον Ρίτσο. 
Είναι ευλογία για τα γράμματα μας αυτά τα ετερόκλητα δίδυμα: Σολωμός - Κάλβος, Σικελιανός - Καβάφης και τέλος, Ελύτης- Ρίτσος.
Ποιητής-ποταμός ο Ρίτσος, ποιητής της έντασης ο Ελύτης. 
Μουσικός ο Ρίτσος
εικαστικός κι ενορατικός ο Ελύτης
Συνεπαρμένος από ένα ιδεώδες ύψους - με την έννοια που έδωσε σ’ αυτόν τον όρο ο Λογγίνος, ο Ελύτης («τα βουνά τα χιονόδοξα»), 
στραμμένος μόνιμα στα βάθη ο Ρίτσος
Ιδιοφυής ο Ελύτης
χαρισματικός «είπερ τις άλλος» ο Ρίτσος
Ποιητής του θέρους ο Ελύτης
του φθινοπώρου ο Ρίτσος
Στοιχειωμένος απ’ τον νόστο και τη μνήμη ο Ρίτσος
ριζωμένος σε ένα παρόν που εμπεριέχει «κάθε παρελθόν και κάθε μέλλον» ο Ελύτης
Πολιτικός και δοσμένος στους κοινωνικούς αγώνες ο Ρίτσος
ιδιότυπος αναχωρητής, στην προσωπική του Θηβαΐδα, ο Ελύτης
Πολεμιστής του αλβανικού μετώπου ο Ελύτης, όπου κινδύνεψε να πεθάνει, 
αγωνιστής της εξορίας ο Ρίτσος.
Συχνά σκέφτομαι πόσο καθορίζει τον άνθρωπο και το έργο του η βαθύτερη συγκρότηση του οργανισμού του, η βιολογική του αλήθεια. Πόσα λ.χ. οφείλει το έργο του Ελύτη στα σκιρτήματα ενός υγιεινού σώματος αλλά και στη νευροπάθεια και πόσα χρωστά εκείνη η εξαΰλωση, που διακρίνεις στα κείμενά του Ρίτσου, στα σανατόρια και τη φυματίωση.
Αν δεν είναι οργή είναι θλίψη να βλέπεις να χαρακτηρίζεται σήμερα ο Ελύτης «ακροδεξιός» κι ο Ρίτσος «δειλός κομμουνιστής». 
Χρειάζεται κάποια έκτακτη διανοητική ικανότητα για να καταλάβει κανείς πως ο Ελύτης ήταν πρόδρομος της γενιάς του λουλουδιών ( «βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών», έγραφε στο Άξιον Εστί); Ή μήπως χρειάζεται ιδιαίτερη μεγαλοψυχία για να νιώσεις πόση γενναιότητα απαιτείται να δηλώνεις αριστερός την εποχή του Μεταξά και του Παπάγου;
Θα ήθελα να σταθώ λίγο στη μέθοδό τους, για να καταδείξω τη διαφορά της τέχνης τους. 
Στη Σονάτα του Σεληνόφωτος η γυναίκα με τα μαύρα εξομολογείται πως στις καταβυθίσεις της στους βυθούς ανακαλύπτει «εκεί, στο βάθος του πνιγμού, / κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων, / απρόοπτες συναντήσεις, και χθεσινά και σημερινά και μελλούμενα». 
Είναι φανερό πως ο Ρίτσος ανανεώνει εδώ την αλχημεία των παλαιών συμβολιστών: τα κοράλλια, τα μαργαριτάρια κι οι θησαυροί των ναυαγισμένων πλοίων συμβολίζουν τον εσωτερικό πλούτο, τα μυστηριώδη βάθη της ψυχής. 
Παρόμοια, λ.χ., ο Καβάφης, όταν γράφει, στην «Ιθάκη» του «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους», εννοεί τα πολύτιμα βιώματα, τα τιμαλφή της ζωής. Σ’ αυτή τη μέθοδο το σύμβολο καταβροχθίζει το υλικό του αποτύπωμα. Η ιδέα απομυζά το απτό αντικείμενο πάνω στο οποίο προσκολλάται: τα κοράλλια, τα μαργαριτάρια, τα σεντέφια ή τον έβενο.

Στη «Μαρίνα των Βράχων» υπάρχει μια παρόμοια εικόνα βυθού. Εκεί η ηρωίδα παρουσιάζεται ν’ ανεβαίνει «ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών / όπου σελάγιζε ο δικός [της] αστερίας.» 
Εδώ ο βυθός κι ο αστερίας εκφράζουν μεν τον εσωτερικό κόσμο της κοπέλας, αλλά ταυτόχρονα είναι υπαρκτοί: είναι ο αληθινός βυθός της θάλασσας κι ένας αληθινός αστερίας. 
Στον Ελύτη το πράγμα κι η ιδέα συνυπάρχουν: η ιδέα γίνεται πράγμα και τούμπαλιν. Επιτυγχάνεται η ταύτιση του μέσα και του έξω, της υλικής και της ιδεατής πραγματικότητας. 
Ο Ελύτης προχωρά ένα βήμα πιο πέρα από τους συμβολιστές: αποκαθιστά τα πράγματα, δίχως όμως να τους αφαιρεί το ψυχικό τους βάθος.

Ο Ελύτης ανήκει σ’ εκείνη τη δράκα των λιγοστών καλλιτεχνών που ευθυγράμμισαν την νεοελληνική τέχνη με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Μιλώ για καλλιτέχνες σαν τον Μόραλη και τον Γκίκα, τον Σκαλκώτα και τον Πικιώνη. Ιδίως οι Έξι και μια τύψεις συγκαταλέγονται στα πιο προωθημένα εκφραστικά ποιήματα του εικοστού αιώνα.
Ο Ρίτσος είναι πιο μετριοπαθής: κινείται σ’ ένα κλίμα μετασυμβολικό. Ίσως όμως για αυτό τα καλύτερα έργα του συγκινούν πιο άμεσα.

~ του ποιητή, Γιώργου Βαρθαλίτη

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XXIII
... κι ακούμε πέρα από τον κάμπο σα χελιδονοτιτίβισμα
το στρίμωγμα των σταφυλιών που κουτουλιούνται μες στ' αγιάζι

Το σπίτι είναι ήσυχο, βαθύ, σαν Επιτάφιος το Μεγάλο Σάββατο.
Βουβά-βουβά. Λείπει το σώμα Του. Τ' αστέρια λυώνουν το κερί
.... τους το ξημέρωμα.
Έξω στο δρόμο πατημένα πορτοκαλάνθια.
Και μέσα εδώ, στον τοίχο κρεμασμένα σταυρωτά το καριοφίλι
.... κ' η φλογέρα.

Index of Oil Painting Masterpieces on Canvas 
Knight Daniel Ridgway, USA 1839-1924
Κυρά των Αμπελιών, μυρίζει ακόμα η αμασκάλη σου καμένο
.... πεύκο και θυμάρι.
Μες στο σεντούκι το χαρτί του Μακρυγιάννη τρίζει σαν την πε-
.... ταλούδα στο κουκούλι
κι ακούμε πέρα από τον κάμπο σα χελιδονοτιτίβισμα
το στρίμωγμα των σταφυλιών που κουτουλιούνται μες στ' αγιάζι
κι ακούμε κάτου στο γιαλό ν' ανηφορίζει ο αχινός στο γόνατο
.... της άνοιξης.

Ακόμα η στράτα σκοτεινή. Κράτα, Κυρά, τη σπάθα ακόμη ξε-
.... κλειδώνοντας τις νύχτες μας.
Θύμιαζε με μπαρούτι τα κονίσματα. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα.
Γύρω απ' τα δέντρα κουλουριάζεται η σιωπή σα ναρκωμένο φίδι.
Τύλιχ'το τ' άσπρο σπίτι μας τρεις γύρους σπάγγο με κερί αλειμ-
.... μένο της ειρήνης
ν' ακούσουμε τη βουή της περασμένης τρικυμίας τραγουδισμένη 
.... απ' τα κοχύλια της ταζέρας
ν' ακούσουμε τ' αδράχτι της γιαγιάς να βουίζει σα χρυσόμυγα
.... στο φωτισμένο τζάμι
κ' έτσι ξεσφίγγοντας τα δάχτυλα να σε χαϊδέψουμε στο στόμα
.... της φλογέρας.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XXI
... νάτη η αυγή τινάζοντας τον ήλιο της παντιέρα —
η σάλπιγγα της λευτεριάς και τ' άστραμα του δίκιου.

Fire in the Village, by Cathleen McAllister
Παν, παν, τραβάνε, σκουντουφλάν κουτσαίνοντας οι χάροι
παν, παν οι σιδερόφραχτοι με τις σπασμένες πόρτες
με τους σπασμένους τους σταυρούς, με τους σπασμένους μήνες
και τα κλαδιά τούς κυνηγάν και τα πουλιά τούς φτύνουν
κ' η κοκκινόμαυρη φωτιά τούς παίρνει το κατόπι
κ' οι σκοτωμένοι τούς σφαλάν με κόκκαλα τη στράτα.

Πίσω καπνίζουν τα χωριά κ' οι πολιτείες μουγκρίζουν
και πίσω απ' τα κατάμαυρα της πυρκαϊάς ντουβάρια
και πίσω από καπνών σταυρούς κι από σπαθιών γεφύρια
νάτη η αυγή τινάζοντας τον ήλιο της παντιέρα — 
η σάλπιγγα της λευτεριάς και τ' άστραμα του δίκιου.

Κ' η βάβω μας πετούμενη σε μυγδαλίτσας κλώνο
μες από τ' άσπρο σύγνεφο τεντώνει για δοξάρι
τη βέρα της, και βέλη της πέντε καλτσοβελόνες.

Και κει πάνου στον Όλυμπο στέκει ο Τρανός Τσομπάνος
με τη φλοκάτα του χιονιού, με το ζουνάρι του ήλιου
και βγάζει τη χερούκλα του πάνου απ' τ' αρνιά του πάγου
βλογώντας τ' άστρα των κλεφτών και των σπαθιών το φέγγος
βλογώντας φλάμπουρα ψηλά και κούνιες και μνημούρια.


ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Η Κυρά των Αμπελιών XX
οι άσπροι σταυροί των φλάμπουρων φωτάν τα μεσονύχτια
κι αγγέλοι από γυαλί και φως μ' ολάνοιχτες φτερούγες
φωτάνε τα ελατόδασα και τ' αϊτομονοπάτια.

Τούτο δεν είναι πόλεμος τούτο δεν είναι αμάχη
τούτο είναι ημέρα των Φωτώ τούτο είναι χοροστάσι
τ' Άη - Θυμαριού η ανάσταση τ' Άη -Έλατου το γλέντι.
Πίνακας ζωγραφικής που φυλάσσεται στους χώρους της Ιεράς Μονής
Μεγάλου Μετεώρου, στα Μετέωρα
Εδώ τα δέντρα μάχονται μαζί με τους ανέμους
εδώ βρυχιούνται τα βουνά και τα χοντρά κοτρώνια
τ' αστέρια βόλια σφεντονάν και το φεγγάρι μπάλες
κι ολημερίς κι ολονυχτίς μες στου ήλιου το καζάνι
μαύρο κατράμι κοχλακά για των οχτρών τ' ασκέρια.

Εχ, τι λαγούτα και βιολιά και κλέφτικα νταούλια
οι πίπιζες του πλάτανου, του πεύκου τα σαντούρια — 

Στραφτοκοπάν στον άνεμο τα χρυσοπετραχήλια
γιορτάζουν τα καμπαναριά με τις χρυσές καμπάνες
οι άσπροι σταυροί των φλάμπουρων φωτάν τα μεσονύχτια
κι αγγέλοι από γυαλί και φως μ' ολάνοιχτες φτερούγες
φωτάνε τα ελατόδασα και τ' αϊτομονοπάτια.

Και συ, Κυρά των Αμπελιών, φορώντας τις σημαίες
γιομίζεις τα σταφύλια σου μ' αίμα και δυναμίτη
στον άνεμο τινάζοντας τα θέμελα του χάρου.

ακούστε τον ποιητή να το απαγγέλει εδώ