Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVI
«Μας άγγιξε ψυχρό /το φθινοπωρινό λυκόφως.»

Silence of the fall painting by Leonid Afremov

Μας άγγιξε ψυχρό 
το φθινοπωρινό λυκόφως.

Χλωμό το φως αργεί
 — λησμονημένη προτομή του ποιητή
σ' εγκαταλελειμμένο πάρκο.

Πως ερημώθηκε ο τόπος.
Τα εξοχικά κέντρα κλεισμένα.
Απ' τα σπασμένα τζάμια τους
περνοδιαβαίνουν οι άνεμοι
σφυρίζοντας
στις άδειες φιάλες
και στα κατάκοπα πολύφωτα.

Μέσα στο δάσος 
οι έρημοι πάγκοι
συνομιλούν μυστικά
με τα πεσμένα φύλλα
και με τους ίσκιους.

Εδώ κι εκεί απομένουν
τα μαύρα σημάδια
κι οι στάχτες
απ' τις φωτιές που ανάβαν
χαρούμενα παιδιά
τα βράδια του θέρους.

Λίγο πιο κάτω 
η θάλασσα θαμπή
ξεδιπλώνει τα ρίγη
του ατελεύτητου δέους.

Νεκρά
τα φωτεινά κορμιά
των εφήβων
λιώνουν κάτω απ' τα φύκια.

Στην αμμουδιά περνούν
σκυφτές κάτω απ' το σούρουπο
μαυροντυμένες γριές
γυρεύονατς τα ίχνη
των πνιγμένων παιδιών τους
και τ' απορρίματα της θύελλας.
Που μοιράσαμε τον ήλιο;

Στο άνοιγμα αυτό του δάσους
φτάνουν τη νύχτα
τα φοβισμένα ελάφια
και κοιτάζουν με μάτια νωπά
την κίτρινη σελήνη του Νοεμβρίου.

Πόσα μάτια μας βλέπουν.
Δεν ωφελεί να κρυφτούμε.

Θα μας βρουν τα μάτια μας
που ξύπνησαν
μόλις αποκοιμήθηκε το δέρμα μας.

Έρχεται η νύχτα.
Μια σιωπηλή αστραπή
ρυτιδώνει χαμηλά
τον ορίζοντα.
Παντού σαλεύουν
αποχαιρετισμού μαντήλια.

Ακούμε το βήμα της ομίχλης
στους έρημους δρόμους.

Ο θάνατος κατασκοπεύει.
Κοιτάζει απ' το φεγγίτη
την κουρασμένη λάμπα μας
κρύβεται κάτω απ' την κλίνη μας
κι ετοιμάζει φλογέρες με τα κόκαλα
των πεθαμένων χελιδονιών

(Μη τάχατες όλες οι φλογέρες
δεν έχουν γίνει
με κόκαλα πουλιών;)

Γιατί αργούμε;
Μια σειρήνα θα σφυρίξει
τα μεσάνυχτα
κι η αποδημία που δίσταζε
θ' ακολουθήσει τους γερανούς.

Ο ήλιος με φωνάζει.
Δημοσίευση σχολίου