Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Ρωμιοσύνη VII
Τὸ σπίτι, ὁ δρόμος, ἡ φραγκοσυκιά, τὰ φλούδια τοῦ ἥλιου
στὴν αὐλὴ ποὺ τὰ τσιμπολογᾶν οἱ κόττες.

Blood Moon Forest by pastorjwallen
Τὸ σπίτι, ὁ δρόμος, ἡ φραγκοσυκιά, τὰ φλούδια τοῦ ἥλιου στὴν αὐλὴ ποὺ τὰ τσιμπολογᾶν οἱ κόττες.
Τὰ ξέρουμε, μᾶς ξέρουνε. Δῶ χάμου ἀνάμεσα στὰ βάτα
ἔχει ἡ δεντρογαλιὰ παρατημένο τὸ κίτρινο πουκάμισό της.
Δῶ χάμου εἶναι ἡ καλύβα τοῦ μερμηγκιοῦ κι ὁ πύργος τῆς σφήγκας μὲ τὶς πολλὲς πολεμίστρες,
στὴν ἴδια ἐλιὰ τὸ τσόφλι τοῦ περσινοῦ τζίτζικα κ᾿ ἡ φωνὴ τοῦ φετεινοῦ τζίτζικα,
στὰ σκοῖνα ὁ ἴσκιος σου ποὺ σὲ παίρνει ἀπὸ πίσω σὰ σκυλὶ ἀμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ - τὰ μεσημέρια κάθεται δίπλα στὸ χωματένιον ὕπνο σου μυρίζοντας τὶς πικροδάφνες
τὰ βράδια κουλουριάζεται στὰ πόδια σου κοιτάζοντας ἕνα ἄστρο.

Εἶναι μία σιγαλιὰ ἀπὸ ἀχλάδια ποὺ μεγαλώνουνε στὰ σκέλια τοῦ καλοκαιριοῦ
μία νύστα ἀπὸ νερὸ ποὺ χαζεύει στὶς ρίζες τῆς χαρουπιᾶς -
ἡ ἄνοιξη ἔχει τρία ὀρφανὰ κοιμισμένα στὴν ποδιά της
ἕναν ἀϊτὸ μισοπεθαμένο στὰ μάτια της
καὶ κεῖ ψηλὰ πίσω ἀπὸ τὸ πευκόδασο
στεγνώνει τὸ ξωκκλήσι τοῦ Ἅη-Γιαννιοῦ τοῦ Νηστευτῆ
σὰν ἄσπρη κουτσουλιὰ τοῦ σπουργιτιοῦ σ᾿ ἕνα πλατὺ φύλλο μουριᾶς ποὺ τὴν ξεραίνει ἡ κάψα.

Ἐτοῦτος ὁ τσοπάνος τυλιγμένος τὴν προβιά του
ἔχει σὲ κάθε τρίχα τοῦ κορμιοῦ ἕνα στεγνὸ ποτάμι
ἔχει ἕνα δάσος βελανιδιὲς σὲ κάθε τρῦπα τῆς φλογέρας του
καὶ τὸ ραβδί του ἔχει τοὺς ἴδιους ρόζους μὲ τὸ κουπὶ ποὺ πρωτοχτύπησε τὸ γαλάζιο του Ἑλλήσποντου.

Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Ἡ φλέβα τοῦ πλάτανου
ἔχει τὸ αἷμα σου. Καὶ τὸ σπερδοῦκλι τοῦ νησιοῦ κ᾿ ἡ κάπαρη.
Τὸ ἀμίλητο πηγάδι ἀνεβάζει στὸ καταμεσήμερο
μία στρογγυλὴ φωνὴ ἀπὸ μαῦρο γυαλὶ κι ἀπὸ ἄσπρο ἄνεμο
στρογγυλὴ σὰν τὰ παλιὰ πιθάρια - ἡ ἴδια πανάρχαιη φωνή.
Κάθε νύχτα τὸ φεγγάρι ἀναποδογυρίζει τοὺς σκοτωμένους
ψάχνει τὰ πρόσωπά τους μὲ παγωμένα δάχτυλα νὰ βρεῖ τὸ γιό του
ἀπ᾿ τὴν κοψιὰ τοῦ σαγονιοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τὶς τσέπες τους. Πάντα κάτι θὰ βρεῖ. Κάτι βρίσκουμε.
Ἕνα κλειδί, ἕνα γράμμα, ἕνα ρολόι σταματημένο στὶς ἑφτά. Κουρντίζουμε πάλι τὸ ρολόι. Περπατᾶνε οἱ ὧρες.

Ὅταν μεθαύριο λυώσουνε τὰ ροῦχα τους καὶ μείνουνε γυμνοὶ ἀνάμεσα στὰ στρατιωτικὰ κουμπιά τους
ἔτσι ποὺ μένουν τὰ κομμάτια τ᾿ οὐρανοῦ ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ καλοκαιριάτικα ἄστρα
τότε μπορεῖ νὰ βροῦμε τ᾿ ὄνομά τους καὶ μπορεῖ νὰ τὸ φωνάξουμε: ἀγαπῶ.
Τότε. Μὰ πάλι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ μακρινά.
Εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ κοντινά, σὰν ὅταν πιάνεις στὸ σκοτάδι ἕνα χέρι καὶ λὲς καλησπέρα
μὲ τὴν πικρὴ καλογνωμιὰ τοῦ ξενητεμένου ὅταν γυρνάει στὸ πατρικό του
καὶ δὲν τὸν γνωρίζουνε μήτε οἱ δικοί του, γιατὶ αὐτὸς ἔχει γνωρίσει τὸ θάνατο
κ᾿ ἔχει γνωρίσει τὴ ζωὴ πρὶν ἀπ᾿ τὴ ζωὴ καὶ πάνου ἀπὸ τὸ θάνατο
καὶ τοὺς γνωρίζει. Δὲν πικραίνεται. Αὔριο, λέει. Κ᾿ εἶναι σίγουρος
πῶς ὁ δρόμος ὁ πιὸ μακρινὸς εἶναι ὁ πιὸ κοντινὸς στὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ φεγγάρι τὸν φιλάει στὸ λαιμὸ μὲ κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τὴ στάχτη τοῦ τσιγάρου του ἀπ᾿ τὰ κάγκελα τοῦ μπαλκονιοῦ, μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριά του
μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῶν δέντρων καὶ τῶν ἄστρων καὶ τῶν ἀδελφῶν.

Βασιλική Δεδούση — Ο Χάρτινος Αετός

Kite Flying, by Andrea Doss
Πέτα ψηλά χαρταετέ.
Τη φόρα δίνει σου η ψυχή
και τη φορά το χέρι.

Πέτα ψηλά, ανέβα
και μη νοιαστείς·
θα σ’ αυγαταίνω το σκοινί
και όσο θα βαραίνει,
τόσο μια άπλετη χαρά
στα στήθη θ’ ανεβαίνει

Πέτα ψηλά χαρταετέ.
του ουρανού το κάλεσμα
αφουγκράσου.
Πιάσε γλυκοκουβέντα
με του πλατιού αιθέρα
τ’ ακριβοθώρητα πλάσματα,
τ’ αγγελικά
και κάνε τα δικά σου
τα όμορφά τους μυστικά
που ΄ναι γιομάτα
ελπίδα.

Κι αν,‘κει ψηλά που θα βρεθείς,
πέσεις σε μαύρο σύννεφο,
ή μαζευτούνε γύρω σου
του φόβου τα μαυρόφτερα
γεράκια,
ατρόμητος και σταθερά
το πέταγμά τους κόψε
και πέτα ακόμα πιο ψηλά
στον γαλανό αιθέρα.

Γύρω μου θα μαζέψω
όλου του κόσμου τα παιδιά·
χαρτάκια θα σου στείλουμε
γραμμένα απ’ τις καρδούλες τους,
με γραμματάκια αδέξια,
τα «θέλω» τους να μάθεις
και πεταρίζοντας ψηλά
τις καθαρές φωνούλες τους
πά στων αγγέλων τα φτερά
μ’ αγάπη ν’ αποθέσεις.

Σαν έρθει η ώρα,
σινιάλο κάνε μου
κι εγώ, αγάλια-αγάλια,
φίλε αετέ μου, χάρτινε,
θα σου μαζέψω το σκοινί
κοντά μου θα σε φέρω
στις παιδικές τις αγκαλιές
να ‘ρθεις να ξαποστάσεις.

Μα, αν θελήσεις πάλι,
ψηλά ν’ ανέβεις λεύτερα,
μακριά απ’ της γης
το χώμα,
στο δεύτερό σου πέταγμα
θα σου το κόψω
το σκοινί,
να πορευτείς ελεύθερος
φίλε μου, χάρτινε αετέ,
του ανέμου αγαπημένε.

Δε θα χαθείς, το ξέρω.
Πλατιά φτερά θα βγάλεις
και θα γενείς
γοργόφτερος αετός,
τ’ Ολύμπου αγριοπούλι.

Δε θα σε χάσω.
θα ‘ρχεσαι κρυφά
στα παιδιακίσια όνειρα
και θα τους λες ψιθυριστά
πως θα ‘ρθει η ώρα κι η στιγμή,
όπου θα πάρουν τέλος
και μια για πάντα θα χαθούν
τα βάσανα του κόσμου.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Ρωμιοσύνη VI
Ἔτσι μὲ τὸν ἥλιο κατάστηθα στὸ πέλαγο
ποὺ ἀσβεστώνει τὴν ἀντικρυνὴ πλαγιὰ τῆς μέρας

Δημήτρης Κυρίτσης

VI
Ἔτσι μὲ τὸν ἥλιο κατάστηθα στὸ πέλαγο ποὺ ἀσβεστώνει τὴν ἀντικρυνὴ πλαγιὰ τῆς μέρας
λογαριάζεται διπλὰ καὶ τρίδιπλα τὸ μαντάλωμα καὶ τὸ βάσανο τῆς δίψας
λογαριάζεται ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ ἡ παλιὰ λαβωματιὰ
κ᾿ ἡ καρδιὰ ξεροψήνεται στὴν κάψα σὰν τὰ βατικιώτικα κρεμμύδια μπρὸς στὶς πόρτες.

Ὅσο πᾶνε τὰ χέρια τους μοιάζουνε πιότερο τὸ χῶμα
ὅσο πᾶνε τὰ μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τὸν οὐρανό.

Ἀδείασε τὸ κιοῦπι μὲ τὸ λάδι. Λίγη μοῦργα στὸν πάτο. Κι ὁ ψόφιος ποντικός.
Ἀδείασε τὸ κουράγιο τῆς μάνας μαζὶ μὲ τὸ πήλινο κανάτι καὶ τὴ στέρνα.
Στυφίζουν τὰ οὖλα της ἐρμιᾶς ἀπ᾿ τὸ μπαροῦτι.

Ποῦ λάδι τώρα πιὰ γιὰ τὸ καντῆλι τῆς Ἁγιὰ-Βαρβάρας
ποῦ δυόσμος πιὰ νὰ λιβανίσει τὸ μαλαματένιο κόνισμα τοῦ δειλινοῦ
ποῦ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ τὴ βραδιά-ζητιάνα νὰ σοῦ παίξει τὴν ἀστρομαντινάδα της στὴ λύρα.

Στὸ πάνου κάστρο τοῦ νησιοῦ στοιχειῶσαν οἱ φραγκοσυκιὲς καὶ τὰ σπερδούκλια.
Τὸ χῶμα ἀνασκαμμένο ἀπὸ τὸ κανονίδι καὶ τοὺς τάφους.
Τὸ γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο μὲ οὐρανό. Δὲν ἔχει πιὰ καθόλου τόπο
γιὰ ἄλλους νεκρούς. Δὲν ἔχει τόπο ἡ λύπη νὰ σταθεῖ νὰ πλέξει τὰ μαλλιά της.

Σπίτια καμένα ποὺ ἀγναντεύουν μὲ βγαλμένα μάτια τὸ μαρμαρωμένο πέλαγο
κ᾿ οἱ σφαῖρες σφηνωμένες στὰ τειχιὰ
σὰν τὰ μαχαίρια στὰ παΐδια τοῦ Ἁγίου ποὺ τὸν δέσανε στὸ κυπαρίσσι.

Ὅλη τὴ μέρα οἱ σκοτωμένοι λιάζονται ἀνάσκελα στὸν ἥλιο.
Καὶ μόνο σὰ βραδιάζει οἱ στρατιῶτες σέρνονται μὲ τὴν κοιλιὰ στὶς καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν μὲ τὰ ρουθούνια τὸν ἀγέρα ἔξω ἀπ᾿ τὸ θάνατο
ψάχνουνε τὰ παπούτσια τοῦ φεγγαριοῦ μασουλώντας ἕνα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπᾶν μὲ τὴ γροθιὰ τὸ βράχο μήπως τρέξει ὁ κόμπος τοῦ νεροῦ
μὰ ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ τοῖχος εἶναι κούφιος
καὶ ξανακοῦν τὸ χτύπημα μὲ τοὺς πολλοὺς γύρους ποὺ κάνει ἡ ὀβίδα πέφτοντας στὴ θάλασσα
κι ἀκοῦν ἀκόμα μία φορὰ τὸ σκούξιμο τῶν λαβωμένων μπρὸς στὴν πύλη.
Ποῦ νὰ τραβήξεις; Σὲ φωνάζει ὁ ἀδερφός σου.

Χτισμένη ἡ νύχτα ὁλόγυρα ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους ξένων καραβιῶν.
Κλεισμένοι οἱ δρόμοι ἀπ᾿ τὰ ντουβάρια.
Μόνο γιὰ τὰ ψηλὰ εἶναι ἀκόμα δρόμος.
Κι αὐτοὶ μουντζώνουν τὰ καράβια καὶ δαγκώνουνε τὴ γλῶσσα τους
ν᾿ ἀκούσουνε τὸν πόνο τους ποὺ δὲν ἔγινε κόκκαλο.

Ἀπάνω στὰ μεντένια οἱ σκοτωμένοι καπετάνιοι ὀρθοὶ φρουροῦν τὸ κάστρο.
Κάτου ἀπ᾿ τὰ ροῦχα τους λυώνουν τὰ κρέατά τους. Ἐι, ἀδέρφι, δὲν ἀπόστασες;
Μπουμπούκιασε τὸ βόλι μέσα στὴν καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στὴ μασκάλη τοῦ ξερόβραχου,
ἀνάσα-ἀνάσα ἡ μοσκοβόλια λέει τὸ παραμύθι - δὲ θυμᾶσαι;
δοντιὰ-δοντιὰ ἡ λαβωματιά σου λέει τὴ ζωή,
τὸ χαμομήλι φυτρωμένο μὲς στὴ λίγδα τοῦ νυχιοῦ σου στὸ μεγάλο δάχτυλο τοῦ ποδαριοῦ
σοῦ λέει τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου.

Πιάνεις τὸ χέρι. Εἶναι δικό σου. Νοτισμένο ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα.
Δικιά σου ἡ θάλασσα. Σὰν ξερριζώνεις τρίχα ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τῆς σιωπῆς
στάζει πικρὸ τὸ γάλα τῆς συκιᾶς. Ὅπου καὶ νᾶσαι ὁ οὐρανὸς σὲ βλέπει.
Στρίβει στὰ δάχτυλά του ὁ ἀποσπερίτης τὴν ψυχή σου σὰν τσιγάρο
ἔτσι νὰ τὴ φουμάρεις τὴν ψυχή σου ἀνάσκελα
βρέχοντας τὸ ζερβί σου χέρι μὲς στὴν ξαστεριὰ
καὶ στὸ δεξί σου κολλημένο τὸ ντουφέκι-ἀρραβωνιαστικιά σου
νὰ θυμηθεῖς πὼς ὁ οὐρανὸς ποτέ του δὲ σὲ ξέχασε
ὅταν θὰ βγάζεις ἀπ᾿ τὴ μέσα τσέπη τὸ παλιό του γράμμα
καὶ ξεδιπλώνοντας μὲ δάχτυλα καμένα τὸ φεγγάρι θὰ διαβάζεις λεβεντιὰ καὶ δόξα.

Ὕστερα θ᾿ ἀνεβεῖς στὸ ψηλὸ καραοῦλι τοῦ νησιοῦ σου
καὶ βάζοντας καψοῦλι τὸ ἄστρο θὰ τραβήξεις μία στὸν ἀέρα
πάνου ἀπὸ τὰ τειχιὰ καὶ τὰ κατάρτια
πάνου ἀπὸ τὰ βουνὰ ποὺ σκύβουν σὰ φαντάροι πληγωμένοι
ἔτσι μόνο καὶ μόνο νὰ χουγιάξεις τὰ στοιχειὰ καὶ νὰ τρυπώσουν στὴν κουβέρτα τοῦ ἴσκιου -
θὰ ρίξεις μίαν ἴσα στὸν κόρφο τ᾿ οὐρανοῦ νὰ βρεῖς τὸ γαλανὸ σημάδι
σάμπως νὰ βρίσκεις πάνου ἀπ᾿ τὸ πουκάμισο τὴ ρώγα τῆς γυναίκας ποὺ αὔριο θὰ βυζαίνει τὸ παιδί σου
σάμπως νὰ βρίσκεις ὕστερ᾿ ἀπὸ χρόνια τὸ χεροῦλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ σου.

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Βασιλική Δεδούση — Ηλίανθοι

Vincent van Gogh Painting Sun Flowers - Paul Gauguin
Στην τελευταία τρίλια
πεύκινης άρπας πουλιών ορθρινών,
στην αχνοφεγγιά τ’ αυγερινού
σκαλώνουν
κι αναξυπνούν τ’ ανθύλια του ηλίανθου

— πεταρίζουνε δίπλα ολάσπρες ροδαρές—.

Δεν είναι του 
Vincent μπάλες κλειστές,
ακρωτηριασμένες σ' ανθογυάλι χωμάτινο
από χρωστήρα βουτηγμένο σ’ αψέντι,
άνθη νεκρά και σε τάφους 
ακόμα αταίριαχτα

— ζωντανά φυτά και στα μνήματα πρέπουνε
να γενεί η αθρωπότη λιοτρόπι,
Κύριε, και το δικό Σου ν’ αποζητάει το Φως —.

Είναι θυρίδες ολάνοιχτες
το χρυσάφι πολύτιμο σε θέα κοινή
να το χαίρονται όλοι

Σαν πέσει το σούρουπο, σε δέηση υπομονής
διπλώνονται προσμένοντας
μιαν ακόμη ανατολή φωτοφόρα.

Κωνσταντίνος Καβάφης - Θεόφιλος Παλαιολόγος

Γιάννης Νίκου "Η τελευταία ώρα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, 
Αυτοκράτορα του Βυζαντίου", 2001
Ὁ τελευταῖος χρόνος εἶν᾿ αὐτός. Ὁ τελευταῖος τῶν Γραικῶν
αὐτοκρατόρων εἶν᾿ αὐτός. Κι᾿ ἀλλοίμονον
τί θλιβερὰ ποὺ ὁμιλοῦν πλησίον του.
Ἐν τῇ ἀπογνώσει του, ἐν τῇ ὀδύνῃ
ὁ Κὺρ Θεόφιλος Παλαιολόγος*
λέγει «Θέλω θανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν».

Ἂ Κὺρ Θεόφιλε Παλαιολόγο
πόσον καϋμὸ τοῦ γένους μας, καὶ πόση ἐξάντλησι
(πόσην ἀπηύδησιν ἀπὸ ἀδικίες καὶ κατατρεγμό)
ἡ τραγικές σου πέντε λέξεις περιεῖχαν.
Πάρθεν
Αὐτὲς τὲς μέρες διάβαζα δημοτικὰ τραγούδια,
γιὰ τ᾿ ἄθλα τῶν κλεφτῶν καὶ τοὺς πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα καὶ τὰ πένθιμα γιὰ τὸν χαμὸ τῆς Πόλης
«Πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη».
Καὶ τὴν Φωνὴ ποὺ ἐκεῖ ποὺ οἱ δυὸ ἐψέλναν,
«ζερβὰ ὁ βασιληᾶς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης»,
ἀκούσθηκε κ᾿ εἶπε νὰ πάψουν πιὰ
«πάψτε παπάδες τὰ χαρτιὰ καὶ κλεῖστε τὰ βαγγέλια»
πῆραν τὴν Πόλη, πῆραν την· πῆραν τὴν Σαλονίκη.

Ὅμως ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλα πιὸ πολὺ μὲ ἄγγιξε τὸ ᾄσμα
τὸ Τραπεζούντιον μὲ τὴν παράξενή του γλώσσα
καὶ μὲ τὴν λύπη τῶν Γραικῶν τῶν μακρυνῶν ἐκείνων
ποὺ ἴσως ὅλο πίστευαν ποὺ θὰ σωθοῦμε ἀκόμη.

Μὰ ἀλοίμονον μοιραῖον πουλὶ «ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρται»
μὲ στὸ «φτερούλιν ἀθε χαρτὶν περιγραμμένον
κι οὐδὲ στὴν ἄμπελον κονεύ᾿ μηδὲ στὸ περιβόλι
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν στοῦ κυπαρίσ᾿ τὴν ρίζαν».
Οἱ ἀρχιερεῖς δὲν δύνανται (ἢ δὲν θέλουν) νὰ διαβάσουν
«Χέρας υἱὸς Γιανίκας ἕν» αὐτὸς τὸ παίρνει τὸ χαρτί,
καὶ τὸ διαβάζει κι ὀλοφύρεται.
«Σίτ᾿ ἀναγνῶθ᾿ σίτ᾿ ἀνακλαῖγ᾿ σίτ᾿ ἀνακροῦγ᾿ τὴν κάρδιαν.
Ν᾿ ἀοιλλὴ ἐμᾶς νὰ βάϊ ἐμᾶς ἡ Ρωμανία πάρθεν».

-----------------
* Θεόφιλος ΠαλαιολόγοςΜαθηματικός και φιλόσοφος, συγγενής του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ΄, ο οποίος αγωνίστηκε με γενναιότητα και φονεύτηκε κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453).
Λόγια πηγή του ιστοριογενούς αυτού ποιήματος είναι η εξής περικοπή από το Χρονικό, III, 7 του Γεωργίου Σφραντζή:«Ομοίως και ο Θεόφιλος ο Παλαιολόγος, ως είδε τον βασιλέα μαχόμενον και την πόλιν κινδυνεύουσαν, μεγαλοφώνως μετά κλαυθμού κράξας είπε “Θέλω θανείν μάλλον ή ζην”, και συρρήξας εαυτόν εν μέσω μετά κραυγής τους όσους εύρε πάντας διασκέδασε και διεσκόρπισε και εθανάτωσεν». [Γ. Π. Σαββίδης]
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης φανερώνει στην ποίησή του βαθύ σεβασμό και εκτίμηση για τη μεγαλειώδη εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως κατά την ελληνιστική περίοδο, τονίζοντας με ποικίλους τρόπους τη δυναμική της ελληνικής γλώσσας και σκέψης. 
Εκτίμηση που πηγάζει από την αδιαμφισβήτητη αγάπη του ποιητή για τον ελληνισμό, είτε αυτός βρίσκεται στον κυρίως ελληνικό χώρο είτε δραστηριοποιείται σε χώρες και περιοχές στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου και της Ασίας. Κάθε επίτευγμα του ελληνισμού αποτελεί πηγή μεγάλης υπερηφάνειας για τον ποιητή κι αντιστοίχως κάθε πλήγμα που δέχεται ο ελληνισμός συνιστά γι’ αυτόν πηγή μεγάλου πόνου και απογοήτευσης. 
Εύλογα, λοιπόν, το γεγονός της άλωσης της Κωνσταντινούπολης -που αποτελεί μάλιστα τον τόπο καταγωγής του Καβάφη-, εκλαμβάνεται από τον ποιητή ως μία από τις πιο επώδυνες στιγμές για το σύνολο του ελληνισμού, αφού σηματοδοτεί τον τερματισμό μιας μακράς ανοδικής πορείας για το ελληνικό έθνος και την εκκίνηση μιας ταπεινωτικής περιόδου ανελευθερίας.

Ο τελευταίος χρόνος είν’ αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών
αυτοκρατόρων είν’ αυτός. Κι αλίμονον
τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του.


Η αρχική διαπίστωση του ποιήματος διατυπώνεται κατά τρόπο απόλυτο και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παραγνώρισης της πραγματικότητας∙ κανένα περιθώριο καταφυγής σε ανυπόστατες ελπίδες. Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. Διαπίστωση που επαναλαμβάνεται με σχήμα αναδίπλωσης για να δοθεί με έμφαση η βαρύτητά της.
Αυτός είναι ο τελευταίος χρόνος των Γραικών αυτοκρατόρων. 
Η άλλοτε ακμάζουσα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, που δεν δημιουργήθηκε βέβαια με ελληνικές δυνάμεις, αλλά πέρασε σταδιακά υπό τον έλεγχο Ελλήνων αυτοκρατόρων και ταυτίστηκε με την ιστορική πορεία του ελληνικού έθνους, έφτασε σε τέτοιο σημείο παρακμής ώστε η διατήρησή της ήταν πλέον -σχεδόν- ανέφικτη. Όλοι οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη το γνωρίζουν αυτό και αναμένουν με φρίκη το τελειωτικό χτύπημα από τους Οθωμανούς, που έχουν ήδη από τον Γενάρη του 1453 ξεκινήσει να συγκεντρώνουν δυνάμεις στην περιοχή της Βασιλεύουσας. 
Οι συζητήσεις των ανθρώπων που βρίσκονται δίπλα στον τελευταίο αυτοκράτορα των Ελλήνων, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄, ηχούν θλιβερές, καθώς απηχούν το αίσθημα απαισιοδοξίας και φόβου που κυριαρχεί σ’ ολόκληρη την Πόλη. Οι δυνάμεις των Οθωμανών πληθαίνουν, τα τείχη της Πόλης έχουν κλονιστεί, κι οι Δυτικοί, αν και είναι ενήμεροι για τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχει η Βασιλεύουσα, αφού ξανά και ξανά ζητήθηκε η συνδρομή τους, παρέμειναν αδιάφοροι απέναντι στον επερχόμενο αυτό όλεθρο.

Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη
ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος
λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην».


Ο Καβάφης επιλέγει να παρουσιάσει την απελπισία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης μέσα από τα λόγια και το παράδειγμα, όχι του περιώνυμου αυτοκράτορα, αλλά ενός σχετικά αφανούς συγγενή του, του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ο οποίος εκφράζοντας την οδύνη και την απόγνωση που διακατείχε όλους τους ανθρώπους στην Πόλη αναφώνησε πως προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζήσει. Το αναπόφευκτο γεγονός της άλωσης, που θα σήμαινε μια απερίγραπτη καταστροφή για τον ελληνισμό, προκαλεί τέτοιο πόνο στην ψυχή του Θεόφιλου Παλαιολόγου, ώστε του φαίνεται πολύ προτιμότερο να πεθάνει μαχόμενος, παρά να συνεχίσει να ζει και να δει την Κωνσταντινούπολη να πέφτει στα μιαρά χέρια των Οθωμανών.
Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι της Πόλης, θεωρούν αδιανόητο το να ζουν γνωρίζοντας πως η Βασιλεύουσα δεν είναι πια ελληνική∙ πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν υφίσταται πια. Έτσι, η σκέψη που εκφράζει φανερώνει με τον πιο απόλυτο τρόπο την πλήρη αφοσίωσή του στην Κωνσταντινούπολη και στον αυτοκράτορα. Θα προτιμήσει να πεθάνει εκεί, πολεμώντας μέχρι τέλους, παρά να γλιτώσει με τον οποιονδήποτε τρόπο τη δική του ζωή, την οποία και θεωρεί περιττή και ανυπόφορη σ’ έναν κόσμο όπου οι Οθωμανοί θα έχουν κυριεύσει την Πόλη.
Το παράδειγμα του Θεόφιλου Παλαιολόγου, όπως φυσικά και του Κωνσταντίνου, είναι συγκλονιστικό σε σχέση με το τι φανερώνει για τα πρόσωπα εξουσίας και το ήθος που αυτά οφείλουν να έχουν. Τόσο ο αυτοκράτορας όσο και οι συγγενείς του θα σκοτωθούν πολεμώντας ως απλοί στρατιώτες σε μια εκ των προτέρων καταδικασμένη προσπάθεια να υπερασπιστούν την Κωνσταντινούπολη. 
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν εκμεταλλεύεται την υπερέχουσα θέση του για να διασώσει τον εαυτό του ή τους δικούς του, κι οι συγγενείς του δεν καταδέχονται να έχουν μια μοίρα διαφορετική από αυτή που αναλογεί σε κάθε πολίτη της αμυνόμενης Βασιλεύουσας. Θα γνωρίσουν όλοι μαζί τις ίδιες κακουχίες και τον ίδιο ηρωικό θάνατο, αφήνοντας ένα έξοχο πρότυπο πολιτικού ήθους. 
Ο αυτοκράτορας και οι δικοί του δεν αποστασιοποιούνται από το δράμα του λαού τους, μήτε σπεύδουν να προστατεύσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Μένουν εκεί ως απλοί πολίτες, ως άνθρωποι κι αυτοί του λαού και υπομένουν μέχρι τέλους την οδυνηρή πραγματικότητα.

A Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο,
πόσον καημό του γένους μας, και πόση εξάντλησι
(πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό)
οι τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν.


Στην καταληκτική στροφή του ποιήματος, με μια αποστροφή προς τον Θεόφιλο Παλαιολόγο, ο ποιητής αναγνωρίζει πως οι πέντε αυτές τραγικές του λέξεις, με τις οποίες εξέφραζε την έκταση της απόγνωσής του μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, φανέρωναν, κατά τρόπο σαφή, τον απεριόριστο καημό όλου του ελληνικού γένους. 
Η σκέψη του Θεόφιλου Παλαιολόγου πως ο θάνατος ήταν πια προτιμότερος, αποτυπώνει πλήρως την ένταση της εξάντλησης που ένιωθε τόσο ο ίδιος όσο και όλοι οι άλλοι Έλληνες, αφού οι συνεχείς τους αγώνες για τη διάσωση της Πόλης έμοιαζαν να μην έχουν κανένα αποτέλεσμα. Αλλεπάλληλες μάχες, αλλεπάλληλες διπλωματικές απόπειρες και εκκλήσεις, πλήρης αφοσίωση και άγρυπνη προσπάθεια, που όμως έπεφταν όλα στο κενό, αφού τίποτε δεν έμοιαζε ικανό να αποτρέψει την καταστροφή, είχαν εξαντλήσει ολοκληρωτικά τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις των Ελλήνων.
Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όπως δηλώνεται στον παρενθετικό στίχο, η εξάντληση των Ελλήνων προερχόταν από την ψυχική κούραση λόγω των συνεχών αδικιών και τον αδιάκοπο κατατρεγμό που βίωναν, όχι τόσο από τους εξωτερικούς τους εχθρούς, όσο από τους δήθεν φίλιους δυτικούς λαούς, που ως Χριστιανοί, όφειλαν να βοηθήσουν τους Βυζαντινούς κι όχι να τους ταπεινώνουν ξανά και ξανά. Πόσο επώδυνο ήταν για τους Έλληνες να παρακαλούν τις χώρες της Δύσης για βοήθεια και για έλεος κι εκείνες να στέκουν αδιάφορες, βλέποντας στη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όχι την εξαθλίωση ενός χριστιανικού λαού, αλλά την πτώση ενός ενοχλητικού αντιπάλου.
Οι Έλληνες των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου ήρθαν αντιμέτωποι με την αναλγησία των τότε Ευρωπαίων∙ αναλγησία που επρόκειτο να αποτελεί έκτοτε τη συνήθη τους στάση απέναντι στον σκληρά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό. Οι αδικίες και ο κατατρεγμός θα αποτελούν για χρόνια τα μόνα «δώρα» των άλλων ευρωπαϊκών εθνών προς τους Έλληνες, είτε αυτοί αγωνίζονται να σώσουν την Κωνσταντινούπολη είτε αγωνίζονται να σταθούν στα πόδια τους ως αυτόνομο πλέον έθνος.
Κυρ: Βυζαντινό πρόθεμα δηλωτικό αριστοκρατικής καταγωγής, ανάλογο προς το αγγλικό Sir.
................
περισσότερα εδώ: latistor

Οδυσσέας Ἐλύτης
Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου

«Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στις επάλξεις, 
ξημερώματα 29ης Μαΐου 1453» - Γιάννης Νίκου

Ι
Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς
στὴ λύπη του
Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρ-
δος Παραδείσου Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ᾿ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν
εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ - κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπρι-
ζαν παράξενα
Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώ-
πους κι ἔβγανε ἀπ᾿ ὅλους Ἔναν ποὺ τοῦ χαμογελούσε τὸν
Ἀληθινόν ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε
Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλί-
σοῦν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ
Θεός κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει
Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν
καὶ νὰ φεύγουν Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ᾿ ὥρα μεγάλης τρικυ-
μῖας βόγκηξε ὁ λαιμός του πόντου τόσο ποὺ θολώθη μὰ δὲν ἔστερ-
ξὲ νὰ τοῦ σταθεῖ
Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.

II
Θεέ μου καὶ τώρα τι Πού ῾χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει χώρια μὲ τὴ
μοναξιά του ποιός αὐτὸς πού ῾ξερε μ᾿ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλά-
κερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει τί
Ποὺ ὅλα του τά ῾χαν πάρει Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ
τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσή-
μερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδη-
χτὸ βαρκάκι
Καὶ μία φούχτα λουίζα ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κορι-
τσιοῦ μεσάνυχτα νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ
φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ᾿ τὴ
θάλασσα...)
Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα Καὶ μήτ᾿ ἕνας πλάι του Μονάχα οἱ λέξεις
του οἱ πιστὲς πού ῾σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ
χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς
Καὶ ἀντίκρυ σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος μυρμηκιὰ οἱ χυμένες
μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του
«Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα - ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε
μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη
Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα
νὰ τὸν κυριεύει.

III
Τώρα καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγο-
ρα οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατά-
κόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια
Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κά-
θε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας
γι᾿ ἄλλων καιρών πιὸ μακρινῶν τὸ εἰκόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τοὺς ἕνα θερινὸ ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν
σταλάζοντας ἰώδιο τὰ κλωνάρια
Τοῦ ῾φερναν Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε στὴ μεγάλη κά-
ταβόθρα νὰ καταποντίζονται πλῶρες μαύρων καραβιών τ᾿ ἀρχαῖα
καὶ καπνισμένα ξύλα ὄθε μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεό-
μήτορες ἐπιτιμούσανε
Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα σωρὸς τὰ χτίσματα
μικρὰ μεγάλα θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα
Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος
Αὐτὸς

ὁ τελευταῖος Ἕλληνας!

Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Γιάννης Ρίτσος — Ρωμιοσύνη V
Κάτσανε κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο
κοσκινίζοντας τὸ σταχτὶ φῶς μὲ τὰ χοντρά τους δάχτυλα

Wallpaper Vincent Van Gogh olive trees
Κάτσανε κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο
κοσκινίζοντας τὸ σταχτὶ φῶς μὲ τὰ χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τὶς μπαλάσκες τους καὶ λογαριᾶζαν πόσος μόχτος χώρεσε στὸ μονοπάτι τῆς νύχτας
πόση πίκρα στὸν κόμπο τῆς ἀγριομολόχας
πόσο κουράγιο μὲς στὰ μάτια τοῦ ξυπόλυτου παιδιοῦ ποὺ κράταε τὴ σημαία.

Εἶχε ἀπομείνει πάρωρα στὸν κάμπο τὸ στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στὸν ἀέρα σὰ μία μαύρη λουρίδα στὸ μανίκι τοῦ φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔμενε. Μονάχα κάπνιζαν ἀκόμα τὰ καμένα σπίτια.
Οἱ ἄλλοι μας ἄφησαν ἀπὸ καιρὸ κάτου ἀπ᾿ τὶς πέτρες
μὲ τὸ σκισμένο τους πουκάμισο καὶ μὲ τὸν ὅρκο τους γραμμένο στὴν πεσμένη πόρτα.
Δὲν ἔκλαψε κανείς. Δὲν εἴχαμε καιρό. Μόνο ποὺ ἡ σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ εἴταν τὸ φῶς συγυρισμένο κάτου στὸ γιαλὸ σὰν τὸ νοικοκυριὸ τῆς σκοτωμένης.

Τί θὰ γίνουν τώρα ὅταν θάρθει ἡ βροχὴ μὲς στὸ χῶμα μὲ τὰ σάπια πλατανόφυλλα
τί θὰ γίνουν ὅταν ὁ ἥλιος στεγνώσει στὸ χράμι τῆς συγνεφιᾶς σᾶ σπασμένος κοριὸς στὸ χωριάτικο κρεββάτι
ὅταν σταθεῖ στὴν καμινάδα τοῦ ἀπόβραδου μπαλσαμωμένο τὸ λελέκι τοῦ χιονιοῦ;
Ρίχνουνε ἁλάτι οἱ γριὲς μανάδες στὴ φωτιά, ρίχνουνε χῶμα στὰ μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ ἀμπέλια τῆς Μονοβασιᾶς μὴ καὶ γλυκάνει μαύρη ρώγα τῶν ἐχτρῶν τὸ στόμα,
βάλαν σ᾿ ἕνα σακκούλι τῶν παππούδων τους τὰ κόκκαλα μαζὶ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα
καὶ τριγυρνᾶνε ἔξω ἀπ᾿ τὰ τείχη τῆς πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο νὰ ριζώσουνε στὴ νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα νὰ βροῦμε μία γλῶσσα πιὸ τῆς κερασιᾶς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη-
τὰ χέρια ἐκεῖνα ποὺ ἀπομεῖναν στὰ χωράφια ἢ ἀπάνου στὰ βουνὰ ἢ κάτου ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, δὲν ξεχνᾶνε-
θάναι δύσκολο νὰ ξεχάσουμε τὰ χέρια τους
θάναι δύσκολο τὰ χέρια πούβγαλαν κάλους στὴ σκανδάλη νὰ ρωτήσουν μία μαργαρίτα
νὰ ποῦν εὐχαριστῶ πάνου στὸ γόνατό τους, πάνου στὸ βιβλίο ἢ μὲς στὸ μποῦστο τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Θὰ χρειαστεῖ καιρός. Καὶ πρέπει νὰ μιλήσουμε. Ὥσπου νὰ βροῦν τὸ ψωμὶ καὶ τὸ δίκιο τους.

Δυὸ κουπιὰ καρφωμένα στὸν ἄμμο τὰ χαράματα μὲ τὴ φουρτοῦνα. Πούναι ἡ βάρκα;
Ἕνα ἀλέτρι μπηγμένο στὸ χῶμα, κι ὁ ἀγέρας νὰ φυσάει. Καμένο τὸ χῶμα. Πούναι ὁ ζευγολάτης;
Στάχτη ἡ ἐλιά, τ᾿ ἀμπέλι καὶ τὸ σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη μὲ τ᾿ ἀστέρια της μὲς στὸ τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ καὶ ρίγανη στὸ μεσοντούλαπο τοῦ τοίχου. Δὲν τ᾿ ἄγγιξε ἡ φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στὸ τζάκι - καὶ νὰ κοχλάζει μόνο τὸ νερὸ στὸ κλειδωμένο σπίτι. Δὲν πρόφτασαν νὰ φᾶνε.

Ἀπάνω στὸ καμένο τους πορτόφυλλο οἱ φλέβες τοῦ δάσους - τρέχει τὸ αἷμα μὲς στὶς φλέβες.
Καὶ νὰ τὸ βῆμα γνώριμο. Ποιὸς εἶναι;
Γνώριμο βῆμα μὲ τὶς πρόκες στὸν ἀνήφορο.
Τὸ σύρσιμο τῆς ρίζας μὲς στὴν πέτρα. Κάποιος ἔρχεται.
Τὸ σύνθημα, τὸ παρασύνθημα. Ἀδελφός. Καλησπέρα.
Θὰ βρεῖ λοιπὸν τὸ φῶς τὰ δέντρα του, θὰ βρεῖ μία μέρα καὶ τὸ δέντρο τὸν καρπό του.
Τοῦ σκοτωμένου τὸ παγοῦρι ἔχει νερὸ καὶ φῶς ἀκόμα.
Καλησπέρα, ἀδερφέ μου. Τὸ ξέρεις. Καλησπέρα.

Στὴν ξύλινη παράγκα τῆς πουλάει μπαχαρικὰ καὶ ντεμισέδες ἡ γριὰ δύση.
Κανεὶς δὲν ἀγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πιὰ νὰ χαμηλώσουν.
Δύσκολο καὶ νὰ ποῦν τὸ μπόι τους.

Μέσα στ᾿ ἁλῶνι ὅπου δειπνῆσαν μία νυχτιὰ τὰ παλληκάρια
μένουνε τὰ λιοκούκουτσα καὶ τὸ αἷμα τὸ ξερό του φεγγαριοῦ
κι ὁ δεκαπεντασύλλαβος ἀπ᾿ τ᾿ ἅρματά τους.
Τὴν ἄλλη μέρα τὰ σπουργίτια φάγανε τὰ ψίχουλα τῆς κουραμάνας τους,
τὰ παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια μὲ τὰ σπίρτα τους ποὺ ἀνάψαν τὰ τσιγάρα τους καὶ τ᾿ ἀγκάθια τῶν ἄστρων.

Κ᾿ ἡ πέτρα ὅπου καθῆσαν κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο ἀντικρὺ στὴ θάλασσα
αὔριο θὰ γίνει ἀσβέστης στὸ καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ἀσβεστώσουμε τὰ σπίτια μας καὶ τὸ πεζοῦλι τῆς Ἁγιὰ-Σωτῆρας
ἀντιμεθαύριο θὰ φυτέψουμε τὸ σπόρο ἐκεῖ ποὺ ἀποκοιμήθηκαν
κ᾿ ἕνα μπουμποῦκι τῆς ροδιᾶς θὰ σκάσει πρῶτο γέλιο τοῦ μωροῦ στὸν κόρφο τῆς λιακάδας.
Κ᾿ ὕστερα πιὰ θὰ κάτσουμε στὴν πέτρα νὰ διαβάσουμε ὅλη τὴν καρδιά τους
σὰ νὰ διαβάζουμε πρώτη φορὰ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Ρωμιοσύνη IV - Τράβηξαν ὁλόισια στὴν αὐγὴ
μὲ τὴν ἀκαταδεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πεινάει

This 1915 painting of the Ivan the Great Bell Tower expresses the power
of a great peal of bells. By Aristarkh Lentulov.
Τράβηξαν ὁλόισια στὴν αὐγὴ μὲ τὴν ἀκαταδεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πεινάει,
μέσα στ᾿ ἀσάλευτα μάτια τους εἶχε πήξει ἕνα ἄστρο
στὸν ὦμο τους κουβάλαγαν τὸ λαβωμένο καλοκαῖρι.

Ἀπὸ δῶ πέρασε ὁ στρατὸς μὲ τὰ φλάμπουρα κατάσαρκα
μὲ τὸ πεῖσμα δαγκωμένο στὰ δόντια τους σὰν ἄγουρο γκόρτσι
μὲ τὸν ἄμμο τοῦ φεγγαριοῦ μὲς στὶς ἀρβύλες τους
καὶ μὲ τὴν καρβουνόσκονη τῆς νύχτας κολλημένη μέσα στὰ ρουθούνια καὶ στ᾿ αὐτιά τους.

Δέντρο τὸ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τὸν κόσμο,
μ᾿ ἀγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τὸν ὕπνο.
Φέρναν τὴ ζωὴ στὰ δυὸ στεγνά τους χέρια σὰν ποτάμι.

Σὲ κάθε βῆμα κέρδιζαν μία ὀργιὰ οὐρανὸ - γιὰ νὰ τὸν δώσουν.
Πάνου στὰ καραούλια πέτρωναν σὰν τὰ καψαλιασμένα δέντρα,
κι ὅταν χορεῦαν στὴν πλατεῖα,
μέσα στὰ σπίτια τρέμαν τὰ ταβάνια καὶ κουδούνιζαν τὰ γυαλικὰ στὰ ράφια.

Ἄ, τί τραγούδι τράνταξε τὰ κορφοβούνια -
ἀνάμεσα στὰ γόνατά τους κράταγαν τὸ σκουτέλι τοῦ φεγγαριοῦ καὶ δειπνοῦσαν,
καὶ σπάγαν τὸ ἂχ μέσα στὰ φυλλοκάρδια τους
σὰ νάσπαγαν μία ψείρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θὰ σοῦ φέρει τώρα τὸ ζεστὸ καρβέλι μὲς στὴ νύχτα νὰ ταΐσεις τὰ ὄνειρα;
Ποιὸς θὰ σταθεῖ στὸν ἴσκιο τῆς ἐλιᾶς παρέα μὲ τὸ τζιτζίκι μὴ σωπάσει τὸ τζιτζίκι,
τώρα ποὺ ἀσβέστης τοῦ μεσημεριοῦ βάφει τὴ μάντρα ὁλόγυρα τοῦ ὁρίζοντα
σβήνοντας τὰ μεγάλα ἀντρίκια ὀνόματά τους;

Τὸ χῶμα τοῦτο ποὺ μοσκοβολοῦσε τὰ χαράματα
τὸ χῶμα ποὺ εἴτανε δικό τους καὶ δικό μας - αἷμα τους - πὼς μύριζε τὸ χῶμα -
καὶ τώρα πὼς κλειδώσανε τὴν πόρτα τους τ᾿ ἀμπέλια μας
πῶς λίγνεψε τὸ φῶς στὶς στέγες καὶ στὰ δέντρα
ποιὸς νὰ τὸ πεῖ πὼς βρίσκονται οἱ μισοὶ κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα
κ᾿ οἱ ἄλλοι μισοὶ στὰ σίδερα;

Μὲ τόσα φύλλα νὰ σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα.


Σώπα, ὅπου νἄναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες.
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.
Κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ - περμένουνε τὴν ὥρα, δὲν κοιμοῦνται,
περμένουν νὰ σημάνουν τὴν ἀνάσταση. Τοῦτο τὸ χῶμα
εἶναι δικό τους καὶ δικό μας - δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Ρωμιοσύνη II - Κάθε ποὺ βραδιάζει μὲ τὸ θυμάρι τσουρουφλισμένο στὸν κόρφο τῆς πέτρας ...

Sunday Night
Κάθε ποὺ βραδιάζει μὲ τὸ θυμάρι τσουρουφλισμένο στὸν κόρφο τῆς πέτρας
εἶναι μία σταγόνα νερὸ ποὺ σκάβει ἀπὸ παλιὰ τὴ σιωπὴ ὡς τὸ μεδούλι
εἶναι μία καμπάνα κρεμασμένη στὸ γέρο-πλάτανο ποὺ φωνάζει τὰ χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμοῦνται στὴ χόβολη τῆς ἐρημιᾶς
κ᾿ οἱ στέγες συλλογιοῦνται τὸ μαλαματένιο χνούδι στὸ πάνω χείλι τοῦ Ἁλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σὰν τὴ φούντα τοῦ καλαμποκιοῦ καπνισμένο ἀπ᾿ τὸν καημὸ τῆς δύσης.

Ἡ Παναγία πλαγιάζει στὶς μυρτιὲς μὲ τὴ φαρδειά της φοῦστα λεκιασμένη ἀπ᾿ τὰ σταφύλια.
Στὸ δρόμο κλαίει ἕνα παιδὶ καὶ τοῦ ἀποκρίνεται ἀπ᾿ τὸν κάμπο ἡ προβατίνα ποὔχει χάσει τὰ παιδιά της.

Ἴσκιος στὴ βρύση. Παγωμένο τὸ βαρέλι.
Ἡ κόρη τοῦ πεταλωτῆ μὲ μουσκεμένα πόδια.
Ἀπάνου στὸ τραπέζι τὸ ψωμὶ κ᾿ ἡ ἐλιά,
μὲς στὴν κληματαριὰ ὁ λύχνος τοῦ ἀποσπερίτη
καὶ κεῖ ψηλά, γυρίζοντας στὴ σοῦβλα του, εὐωδάει ὁ γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο καὶ πιπέρι.

Ἅ, τί μπρισίμι ἀστέρι ἀκόμα θὰ χρειαστεῖ
γιὰ νὰ κεντήσουν οἱ πευκοβελόνες στὴν καψαλισμένη μάντρα τοῦ καλοκαιριοῦ «κι αὐτὸ θὰ περάσει»
πόσο θὰ στίψει ἀκόμα ἡ μάνα τὴν καρδιὰ τῆς πάνου ἀπ᾿ τὰ ἑφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ὥσπου νὰ βρεῖ τὸ φῶς τὸ δρόμο του στὴν ἀνηφόρα τῆς ψυχῆς της.

Τοῦτο τὸ κόκκαλο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆς
μετράει ὀργιὰ-ὀργιὰ τὴ γῆς καὶ τὶς κόρδες τοῦ λαγούτου
καὶ τὸ λαγοῦτο ἀποσπερὶς μὲ τὸ βιολὶ ὡς τὸ χάραμα
καημό-καημὸ τὸ λὲν στὰ δυοσμαρίνια καὶ στοὺς πεύκους
καὶ ντιντινίζουν στὰ καράβια τὰ σκοινιὰ σὰν κόρδες
κι ὁ ναύτης πίνει πικροθάλασσα στὴν κοῦπα τοῦ Ὀδυσσέα.

Ἅ, ποιὸς θὰ φράξει τότες τὴ μπασιὰ καὶ ποιὸ σπαθὶ θὰ κόψει τὸ κουράγιο
καὶ ποιὸ κλειδὶ θὰ σοῦ κλειδώσει τὴν καρδιὰ ποὺ μὲ τὰ δυὸ θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει τοῦ Θεοῦ τ᾿ ἀστροπερίχυτα περβόλια;

Ὥρα μεγάλη σὰν τὰ Σαββατόβραδα τοῦ Μάη στὴ ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σὰν ταψὶ στοῦ γανωτζῆ τὸν τοῖχο
μεγάλο τὸ τραγούδι σὰν ψωμὶ στοῦ σφουγγαρᾶ τὸ δεῖπνο.
Καὶ νὰ ποὺ ροβολάει τὰ τρόχαλα τὸ κρητικὸ φεγγάρι
γκάπ, γκάπ, μὲ εἴκοσι ἀράδες προκαδούρα στὰ στιβάλια του,
καὶ νάτοι αὐτοὶ ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουνε τὴ σκάλα τοῦ Ἀναπλιοῦ
γεμίζοντας τὴν πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα ἀπὸ σκοτάδι,
μὲ τὸ μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο ἀστέρι
καὶ μὲ τὸ δόντι τους πευκόρριζα στοῦ Αἰγαίου τὸ βράχο καὶ τὸ ἁλάτι.
Μπῆκαν στὰ σίδερα καὶ στὴ φωτιά, κουβέντιασαν μὲ τὰ λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ τὸ θάνατο στὸ καύκαλο τοῦ παππουλῆ τους,
στ᾿ Ἁλώνια τὰ ἴδια ἀντάμωσαν τὸ Διγενῆ καὶ στρώθηκαν στὸ δεῖπνο
κόβοντας τὸν καημὸ στὰ δυὸ ἔτσι ποὺ κόβανε στὸ γόνατο τὸ κριθαρένιο τους καρβέλι.

Ἔλα κυρὰ μὲ τ᾿ ἁρμυρὰ ματόκλαδα, μὲ φλωροκαπνισμένο χέρι
ἀπὸ τὴν ἔγνοια τοῦ φτωχοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ χρόνια -
ἡ ἀγάπη σὲ περμένει μὲς στὰ σκοῖνα,
μὲς στὴ σπηλιά του ὁ γλάρος σου κρεμάει τὸ μαῦρο κόνισμά σου
κι ὁ πικραμένος ἀχινιός σου ἀσπάζεται τὸ νύχι τοῦ ποδιοῦ σου.
Μέσα στὴ μαύρη ρῶγα τοῦ ἀμπελιοῦ κοχλάζει ὁ μοῦστος κατακόκκινος,
κοχλάζει τὸ ροδάμι στὸν καμένο πρῖνο,
στὸ χῶμα ἡ ρίζα τοῦ νεκροῦ ζητάει νερὸ γιὰ νὰ τινάξει ἐλάτι
κ᾿ ἡ μάνα κάτου ἀπ᾿ τὴ ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαῖρι.
Ἔλα κυρὰ ποὺ τὰ χρυσὰ κλωσσᾶς αὐγὰ τοῦ κεραυνοῦ -
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θὰ βγάλεις τὸ τσεμπέρι καὶ θὰ πάρεις πάλι τ᾿ ἄρματα
νὰ σὲ χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
νὰ σπάσει ρόιδι ὁ ἥλιος στὴν ἀλατζαδένια σου ποδιὰ
νὰ τὸν μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στὰ δώδεκα ὀρφανά σου,
νὰ λάμψει ὁλόγυρα ὁ γιαλὸς ὡς λάμπει ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ καὶ τ᾿ Ἀπριλιοῦ τὸ χιόνι
καὶ νάβγει στὰ χαλίκια ὁ κάβουρας γιὰ νὰ λιαστεῖ καὶ νὰ σταυρώσει τὶς δαγκάνες του.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Ρωμιοσύνη III - Δῶ πέρα ὁ οὐρανὸς δὲ λιγοστεύει οὔτε στιγμὴ τὸ λάδι τοῦ ματιοῦ μας

A Coming Storm Sanford Robinson Gifford - 1863
painted during the Civil War
Δῶ πέρα ὁ οὐρανὸς δὲ λιγοστεύει οὔτε στιγμὴ τὸ λάδι τοῦ ματιοῦ μας
δῶ πέρα ὁ ἥλιος παίρνει πάνω του τὸ μισὸ βάρος τῆς πέτρας ποὺ σηκώνουμε πάντα στὴ ράχη μας
σπᾶνε τὰ κεραμίδια δίχως ἂχ κάτου ἀπ᾿ τὸ γόνα τοῦ μεσημεριοῦ
οἱ ἄνθρωποι πᾶν μπροστὰ ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τους σὰν τὰ δελφίνια μπρὸς ἀπ᾿ τὰ σκιαθίτικα καΐκια
ὕστερα ὁ ἴσκιος τους γίνεται ἕνας ἀϊτὸς ποὺ βάφει τὰ φτερά του στὸ λιόγερμα
καὶ πιὸ ὕστερα κουρνιάζει στὸ κεφάλι τους καὶ συλλογιέται τ᾿ ἄστρα
ὅταν αὐτοὶ πλαγιάζουνε στὸ λιακωτὸ μὲ τὴ μαύρη σταφίδα.

Δῶ πέρα ἡ κάθε πόρτα ἔχει πελεκημένο ἕνα ὄνομα κάπου ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι ἔχει ζωγραφισμένον ἕναν ἅγιο μ᾿ ἄγρια μάτια καὶ μαλλιὰ σκοινένια
κάθε ἄντρας ἔχει στὸ ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιὰ τὴ βελονιὰ μία κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα ἔχει μία φοῦχτα ἁλατισμένο φῶς κάτου ἀπ᾿ τὴ φοῦστα της
καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν πέντε-ἕξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στὴν καρδιά τους
σὰν τὰ χνάρια ἀπ᾿ τὸ βῆμα τῶν γλάρων στὴν ἀμμουδιὰ τὸ ἀπόγευμα.

Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Τὸ ξέρουμε.
Ὅλα τὰ μονοπάτια βγάζουνε στὰ Ψηλαλώνια. O ἀγέρας εἶναι ἁψὺς κεῖ πάνου.

Ὅταν ξεφτάει ἀπόμακρα ἡ μινωικὴ τοιχογραφία τῆς δύσης
καὶ σβήνει ἡ πυρκαϊὰ στὸν ἀχερῶνα τῆς ἀκρογιαλιᾶς
ἀνηφορίζουν ὡς ἐδῶ οἱ γριὲς ἀπ᾿ τὰ σκαμμένα στὸ βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στὴ Μεγάλη Πέτρα γνέθοντας μὲ τὰ μάτια τὴ θάλασσα
κάθουνται καὶ μετρᾶν τ᾿ ἀστέρια ὡς νὰ μετρᾶνε τὰ προγονικὰ ἀσημένια τους κουταλοπήρουνα
κι ἀργὰ κατηφορᾶνε νὰ ταΐσουνε τὰ ἐγγόνια τους μὲ τὸ μεσολογγίτικο μπαροῦτι.

Ναί, ἀλήθεια, ὁ Ἑλκόμενος ἔχει δυὸ χέρια τόσο λυπημένα μέσα στὴ θηλειά τους
ὅμως τὸ φρύδι του σαλεύει σὰν τὸ βράχο ποὺ ὅλο πάει νὰ ξεκολλήσει πάνου ἀπ᾿ τὸ πικρό του μάτι.
Ἀπὸ βαθιὰ ἀνεβαίνει αὐτὸ τὸ κῦμα ποὺ δὲν ξέρει παρακάλια
ἀπὸ ψηλὰ κυλάει αὐτὸς ὁ ἀγέρας μὲ ρετσίνι φλέβα καὶ πλεμόνι ἀλισφακιά.

Ἄχ, θὰ φυσήξει μία νὰ πάρει σβάρνα τὶς πορτοκαλιές της θύμησης
Ἄχ, θὰ φυσήξει δυὸ νὰ βγάλει σπίθα ἡ σιδερένια πέτρα σὰν καψοῦλι
Ἄχ, θὰ φυσήξει τρεῖς καὶ θὰ τρελλάνει τὰ ἐλατόδασα στὴ Λιάκουρα
θὰ δώσει μία μὲ τὴ γροθιά του νὰ τινάξει τὴν τυράγνια στὸν ἀγέρα
καὶ θὰ τραβήξει τῆς ἀρκούδας νύχτας τὸ χαλκὰ νὰ μᾶς χορέψει τσάμικο καταμεσὶς στὴν τάπια
καὶ ντέφι τὸ φεγγάρι θὰ χτυπάει ποὺ νὰ γεμίσουν τὰ νησιώτικα μπαλκόνια
ἀγουροξυπνημένο παιδολόι καὶ σουλιώτισσες μανάδες.

Ἕνας μαντατοφόρος φτάνει ἀπ᾿ τὴ Μεγάλη Λαγκαδιὰ κάθε πρωινὸ
στὸ πρόσωπό του λάμπει ὁ ἱδρωμένος ἥλιος
κάτου ἀπὸ τὴ μασκάλη του κρατεῖ σφιχτὰ τὴ ρωμιοσύνη
ὅπως κρατάει ὁ ἐργάτης τὴν τραγιάσκα του μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἦρθε ἡ ὥρα, λέει. Νάμαστε ἕτοιμοι.
Κάθε ὥρα εἶναι ἡ δικιά μας ὥρα.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Βασιλική Δεδούση — Εκκρεμότητες

Birgit Huttemann-Holz "Silent Poetry"
Στα λιγοστά ιντερμέδια κοιτάζω τούς κλώνους.
Όμφακες, ακόμα όμφακες
κι αγουρίδες
πουθενά καρπός ώριμος

Και οι ώρες της μέρας κυλούν,
κυλούν των βδομάδων οι μέρες 

και οι μήνες του χρόνου

Στη γη την άνυδρη στηρίζω τα πέλματα
-μην κι απ’ το νου δραπετέψει το φριχτό μοιρολόι -
στο χώμα που γυάλινο γίνηκε
το βλέμμα καρφώνω
για να θωρώ μανάδες στα μαύρα
στα μαύρα και κόρες
-τις σκηνές να μη χάσω, να μην ξεχαστώ-

Και οι ώρες της μέρας κυλούν
των βδομάδων οι μέρες …

Παιδιά στυλώνουν την ψυχή
δέονται βουβά
για παραμύθια ανάκουστα
που μέση, αρχή και τελειωμό δεν έχουνε.

Και οι ώρες της μέρας κυλούν…

Λέξεις πανάρχαιες περιμένουν,
γυρεύουνε να βγουν στο φως
στο σήμερα να πουν το όνομά τους

Και οι ώρες της μέρας …

Νύχια από σίδερο
σκαλίζουν αδιάκοπα χώμα σκληρό
καμωμένο από πάγο και δάκρυ και αίμα
να θάψουν βαθιά καρδιά κι αγάπες
και τραγούδια-ταχταρίσματα
και παραμύθια να ξεθάψουν
προτού να ΄ν αργά
προτού τα παιδιά μεγαλώσουν
και τους είναι αχρείαστα

Και οι ώρες της μέρας κυλούν
των βδομάδων οι μέρες και οι μήνες του χρόνου

Ένα βαθυγάλαζο πέλαγο να βαφτιστεί
περιμένει, εις μάτην…

Τόσα πολλά …
Πότε; Πότε;
Σε μια ζωή κοντόμερη
………. οριοθετημένη

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Charles Bukowski - Η τραγωδία των φύλλων
The Tragedy of the Leaves

sunflowers bouquet over a dark gray brown background.
Δίψασα κι οι φτέρες είχαν ξεραθεί
κίτρινα τα φυτά στις γλάστρες, σαν καλαμποκιές,
η γυναίκα μου είχε φύγει
και τ’ αδειανά μπουκάλια: πτώματα κουτσουρεμένα 

με κύκλωναν ανήμπορα.
Μονάχα ο ήλιος μού έμεινε' και τότε
να ο λογαριασμός για το νοίκι:
άψογα, επαρμένα κίτρινος. Αν χρειαζόταν κάτι
κείνη την ώρα, ήτανε ένας ωραίος κωμικός, απ’ τους παλιούς,
κάνας καραγκιόζης, να σπάει πλάκα με τον παραλογισμό
του πόνου: ο πόνος είναι παράλογος μόνο και μόνο
επειδή υπάρχει.

Ξυρίστηκα προσεκτικά μ’ ένα παλιό ξυράφι.
Ανήκε σε κάποιον που κάποτε υπήρξε νέος 

και τον πέρασαν για ιδιοφυία 
όμως εδώ έγκειται η τραγωδία των φύλλων: 
οι ξεραμένες φτέρες, τα ξεραμένα φυτά.

Τελικά βγήκα στο σκοτεινό διάδρομο.
Η σπιτονοικοκυρά μου στεκόταν ορθή, αγριεμένη, 
αποφασισμένη.
Με διαολόστειλε
κουνώντας τα παχιά, κάθιδρα μπράτσα της.
«Το νοίκι!» ούρλιαξε.


Ούρλιαξε,
γιατί η ζωή είχε πια τσακίσει

και τους δυο μας.

The Tragedy of the Leaves

I awakened to dryness and the ferns were dead,
the potted plants yellow as corn;
my woman was gone
and the empty bottles like bled corpses
surrounded me with their uselessness;
the sun was still good, though,
and my landlady’s note cracked in fine and
undemanding yellowness; what was needed now
was a good comedian, ancient style, a jester
with jokes upon absurd pain; pain is absurd
because it exists, nothing more;
I shaved carefully with an old razor
the man who had once been young and
said to have genius; but
that’s the tragedy of the leaves,
the dead ferns, the dead plants;
and I walked into a dark hall
where the landlady stood
execrating and final,
sending me to hell,
waving her fat, sweaty arms
and screaming
screaming for rent
because the world has failed us
both

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

Alexander Pushkin — Αγκάθι

The Rose Among the Thorns. It is because of His blood...

Η ψυχή μου είναι τριαντάφυλλο
κι είμαι πάνω της αγκάθι...
Μην το πείτε και τ` ακούσουνε
η καλή μου μην το μάθει...


Θε ναρθεί γλυκιά κι υπέροχη
την αυγούλα κάποιου Απρίλη
με χαμόγελο στα μάτια της,
μ` ομορφιά πάνω στα χείλη.

Θαμπωμένη από την κόκκινη
καταματωμένη μου όψη
με τ` αργό της το βημάτισμα,
θα σιμώσει να με κόψει.

Μα το κάτασπρο χεράκι της
που αγαπώ και τρέμω τόσο
θα χαρώ -χαρά περήφανη-
με κακία να τ` αγκυλώσω.

Και μια στάλα απ` το αίμα πέφτοντας
πέταλά μου ματωμένα
θα χαθεί μέσα στο χρώμα σας
θα γενεί μαζί σας ένα...
.
Το ποίημα αρχίζει με μία δήλωση δύο στίχων που συνοψίζει όλο το νόημα του ποιήματος και εμπεριέχει όλη την έμπνευση που πυροδότησε την ιστορία που ακολουθεί: 
«Η ψυχή μου είναι τριαντάφυλλο 
κι είμαι πάνω της αγκάθι...» 
Ποιος μιλάει; Το αγκάθι. 
Η ψυχή είναι ένα τριαντάφυλλο, αλλά ο ερωτικός πόθος είναι ένα αγκάθι που τη χρησιμοποιεί σαν δόλωμα για να προσελκύσει το «αντικείμενο του πόθου» του και, κρυμμένο μέσα στο ελκυστικό ρόδο, να καταφέρει το πλήγμα που επιθυμεί. 
Για να πετύχει το στόχο του δεν πρέπει να αποκαλυφθεί: 
«Μην το πείτε και τ` ακούσουνε 
η καλή μου μην το μάθει...». 
Η παράκληση αυτή, φαινομενικά τόσο αθώα, στην πραγματικότητα κάνει τον αναγνώστη συνένοχο του μυστικού και της παγίδας που στήνει το πονηρό αγκάθι στην «καλή» του.
Αφού λοιπόν έχει στηθεί το (θεωρητικό) πλαίσιο του ποιήματος, αρχίζει η εξιστόρηση της ιστορίας που θα κάνει κατανοητό το πλαίσιο αυτό:

Θε ναρθεί γλυκιά κι υπέροχη
την αυγούλα κάποιου Απρίλη
με χαμόγελο στα μάτια της,
μ' ομορφιά πάνω στα χείλη.

Εμφανίζεται η «εκλεκτή» του πόθου σαν ζωγραφιά. 

Δεν πρόκειται για μια πραγματική εικόνα, μια αναπόληση, αλλά για μια φαντασίωση, μια ιστορία που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο αόριστο μέλλον, «την αυγούλα κάποιου Απρίλη», όταν δηλαδή θα έρθει το πλήρωμα του ερωτικού χρόνου. 
Τα χαρακτηριστικά της μορφής αυτής είναι δύο: το χαμόγελο στα μάτια της, που δείχνει ότι έχει γοητευθεί από το τριαντάφυλλο, που με τη θέα του την τραβάει προς το μέρος του, και η ομορφιά πάνω στα χείλη της, που δηλώνει την ερωτική επιθυμία του ποιητή.

Θαμπωμένη από την κόκκινη
καταματωμένη μου όψη
με τ` αργό της το βημάτισμα,
θα σιμώσει να με κόψει.

Στη στροφή αυτή κυριαρχεί η έλξη που ασκεί η ψυχή του ποιητή στην «καλή του», η οποία όλο και πλησιάζει για να κόψει το τριαντάφυλλο, νομίζοντας ότι θα το οικειοποιηθεί, με το αργό της βημάτισμα να επιμηκύνει το χρόνο της αναμονής, ενώ κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα χωρίς να υπάρχει η λέξη. 
Θα μπορούσε αν κινηματογραφούσε κανείς το ποίημα να αποδώσει τη σκηνή αυτή με αργή κίνηση.

Μα το κάτασπρο χεράκι της
που αγαπώ και τρέμω τόσο
θα χαρώ -χαρά περήφανη-
με κακία να τ` αγκυλώσω.

Στη στροφή αυτή έχει πλησιάσει πια τόσο πολύ, ώστε μέσα στο πλάνο φαίνεται μόνο το κάτασπρο χεράκι της (με φόντο το καταματωμένο κόκκινο του τριαντάφυλλου που πάει να κόψει), ενώ εμείς ακούμε τρομερά καθαρά τη φωνή του αγκαθιού που εκείνη αγνοεί, σχεδόν δίπλα στο αυτί μας να μας εξομολογείται με πυρετώδη ειλικρίνεια την κορύφωση του πάθους του, την επιθετικότητα της κατάκτησης που ονομάζει «κακία».

Και μια στάλα απ` το αίμα πέφτοντας
πέταλά μου ματωμένα
θα χαθεί μέσα στο χρώμα σας
θα γενεί μαζί σας ένα...

Σε αυτό το φαινομενικά απλό ρομαντικό ποίημα, θα μπορούσε κανείς να εφαρμόσει τόσο μια φροϋδική, όσο και μια χριστιανική ανάλυση. 
Στη φροϋδική ανάλυση το αγκάθι είναι ένα τόσο φανερά φαλλικό σύμβολο, που κυριαρχεί στην εφηβική φαντασίωση, καθώς ο ακόμα άπειρος νέος συνειδητοποιεί τη φυσιολογία και τη λειτουργία του πόθου και ονειρεύεται την πραγματοποίησή του. 
Στη χριστιανική ανάλυση η ψυχή είναι ματωμένη γιατί ζει το Γολγοθά της που την εξαγνίζει και της δίνει την ευγενική ομορφιά της, την οποία όμως το πονηρό αγκάθι του πάθους χρησιμοποιεί σαν δόλωμα, για να παγιδέψει την άλλη ψυχή, που ούτε κι αυτή είναι τόσο αθώα αφού έχει κι αυτή το δικό της πόθο να κόψει το τριαντάφυλλο, για να ενωθούν τελικά τα δύο καταματωμένα κόκκινα σε ένα, ο πόθος να συναντήσει τον πόνο σε μία ουσιαστική επικοινωνία αγάπης.

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Ἀπροσάρμοστοι

Frederick Fenetty Oil Painting Still Life Violets
Τέτοια ζωὴ μᾶς μέλλονταν, νὰ γράφουμεν ἐπιστολὲς
ποὺ νὰ μὴ στέλνουμε ἀπὸ μίαν ἀξήγητη δειλία
μονάχα νὰ τὶς δένουμε σὲ κορδελίτσες παρδαλὲς
καὶ νὰ τὸ βρίσκουμε καὶ τοῦτο ἀσήμαντη ἀσχολία.

Νὰ πάλλεται βαθιὰ ἡ καρδιά, ποὺ ἄξια εἴτανε γιὰ τὰ καλά,
κι ὅμως νὰ ζοῦμε πάντοτε στὴ σκοτισμένη ἀφάνεια·
οἱ ταπεινοὶ πατώντας μας νὰ δείχνουν μέτωπο ψηλὰ
καὶ τὰ δικά μας ἄπρεπα νὰ φέρουνε στεφάνια.

Τὸ πρόσωπό μας νὰ φορεῖ φρίκης γκριμάτσα τραγική,
φιλάρεσκα ν᾿ ἀφήνουμε νὰ λὲν πὼς μᾶς πηγαίνει
νὰ βλέπουμε νὰ φεύγει ἡ ζωὴ μακριά μας ξένη, βιαστικὴ
καὶ νὰ περνᾶμε, ἀθόρυβα μισώντας, μισημένοι.

Τὸ κάθε τί, καὶ πιὸ πολὺ τ᾿ ὄνειρο, νὰ μᾶς τυραγνᾷ
τὰ βλέμματα τῶν διαβατῶν στὰ μάτια μας λεκέδες.
Περήφανοι νὰ δείχνουμε κι ὅμως τὰ χέρια μας τ᾿ ἁγνὰ
νὰ κράτησαν καὶ νὰ κρατοῦν ἀκόμα μενεξέδες.

Νὰ λαχταροῦμε σὰν παιδάκια εὐαίσθητα κι ἀσθενικὰ
-δικαίωση καὶ παρηγοριὰ τῆς ζωῆς μας- τὴν ἀγάπη
κι ἂν κάποτε τὴ βρήκαμε νὰ μᾶς προσμένει μυστικὰ
ὅμως τὸ χέρι ν᾿ ἁπλωθεῖ ζητώντας την ἐντράπη.

Τὰ μέτρια ν᾿ ἀποφεύγουμε μ᾿ ἀδιάλλαχτην ἀποστροφή,
(ἀμετανόητοι κυνηγοὶ τοῦ Ὡραίου καὶ τοῦ Ἀπολύτου)
νἆναι μας ἔπαθλο ἡ πληγή, τί μάταιο γνώση μας σοφὴ
- ἡ χρυσὴ σμίλη δημιουργοῦ, κασμᾶς τοῦ καταλύτου.

Νὰ ξεκινᾶμε τὶς αὐγὲς καὶ πάνω μας μαῦροι οἰωνοὶ
οἱ ἀμφιβολίες νὰ μᾶς κρατοῦν στὴν ἴδια πάλι θέση
κ᾿ ἐμεῖς μ᾿ ἀηδία νὰ φτύνουμε τὸν ἑαυτό μας ποὺ θρηνεῖ
καὶ νὰ φορᾶμε κόκκινο τῆς ἀνταρσίας τὸ φέσι.


Τότε νὰ ὀνειρευόμαστε μίαν ἀλλαγὴ κ᾿ εὐθὺς ξανὰ
νὰ σκύβουμε, σκλάβοι χλωμοί, σὲ ἱερὴ λατρεία τοῦ πόνου,
τὶς ἧττες ν᾿ ἀνεμίζουμε φλάμπουρα νίκης φωτεινὰ
κι ἀξιοπρεπῶς νὰ παίρνουμε τὸ λάχτισμα καὶ τοῦ ὄνου.

Καχύποπτοι καὶ μίζεροι μέσα στὰ φρούρια τῆς σιωπῆς
νὰ κλειδωνόμαστε ἄβουλοι, νὰ κάνουμ᾿ ἔτσι χάζι
τὸν κόσμον ἐξετάζοντας πίσω ἀπ᾿ τὸν κύκλο μιᾶς ὀπῆς
καί, θαρραλέοι, σκιὰ μικροῦ πουλιοῦ νὰ μᾶς τρομάζει.

Δειλοὶ καὶ στὴν ἀγάπη μας μὰ καὶ στὸ μῖσος πιὸ δειλοὶ
κι ἀνίσχυροι κι ἀσάλευτοι νὰ ζοῦμε ἀνάμεσά τους,
νὰ μᾶς πληγώνουν καὶ τὰ δυὸ καὶ νὰ μετρᾶμε σιωπηλοὶ
στὰ παγωμένα δάχτυλα τοὺς ἴδιους μας θανάτους.

Ἐχθροὺς νὰ ὑποψιαζόμαστε παντοῦ κ᾿ οἱ ὁλόφωτοι οὐρανοὶ
νὰ ἰσκιώνονται ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο μας καί, φεύγοντας κινδύνους,
νὰ ζοῦμε μόνοι πλέκοντας γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δημίου σκοινὶ
καὶ νὰ κρεμᾶμε ἐμεῖς ἐμᾶς ἀθῴους ἀντὶ γιὰ κείνους.

Τρακτέρ, Ποιήματα 1930-1960

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Το Βάθος του Κόσμου
Τα υπάρχοντά μου, είν΄όλος ο κόσμος...

man pulling moon by hand inspirational oil paintings collection
Τα υπάρχοντά μου, είν' όλος ο κόσμος,
τα μαζεύω σ΄αυτό το βιβλίο,
καθώς ο τσοπάνος τ΄αρνιά του,
μόλις πέφτει το σούρουπο στο λιβάδι
Όχι πως βράδιασε,
αλλά είναι θείες οι μέρες μας, οι ώρες τους,
θεία τα λεπτά, οι στιγμές τους.
Κι εγώ δε θυμάμαι καλά.
όμως έχω - δεν ξέρω- την εντύπωση πάντοτε,
πως κάποιος μου ζήτησε να ομορφύνω τον κόσμο


Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Το βάθος της σταγόνας

Οι αριθμοί μου εξαντλήθηκαν μετρώντας το βάθος
της σταγόνας που στάλαξε πάνω απ’ το φύλλο
του δέντρου στο χέρι μου. Ξανάρχισα πάλι
και πάλι εξαντλήθηκαν.
Κύριε,
Πού τελειώνει το φως;
Πού τελειώνει η αγάπη;
Πού τελειώνουν τα χρώματα;

Νικηφόρος Βρεττάκος, από τη συλλογή 

«Το βάθος του κόσμου» (1961)

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Μεταρσίωση*

Sunset Reflections on the Sea
Τὸ πνεῦμα μου, σὰν οὐρανός, σὰν ὠκεανός, σὰν θάλασσα,
λύνεται ἀπόψε στὸ ἄπειρο χωρὶς νὰ βρίσκει ἀναπαμό.
Τὶς ζῶνες γύρω του ἔσπασε καὶ ἀνατινάζεται θερμὸ
τὸ πνεῦμα μου σὰν οὐρανός, σὰν ὠκεανός, σὰν θάλασσα.

Σὰν γαλαξίας ἀπέραντος τὸ σύμπαν σέρνω στὸ χορό.

Ἥλιο τὸν ἥλιο γκρέμισα, θόλο τὸ θόλο χάλασα,
κι εἶμαι σὰν μίαν ἀπέραντη, πλατιὰ γαλάζια θάλασσα,
ποὺ οἱ στενοὶ πάνω μου οὐρανοὶ δὲ μοῦ σκεπάζουν τὸ νερό
.

Από τη συλλογή "Η εκλογή μου: Ποιήματα 1933-1991"

* Μεταρσίωση είναι η ανύψωση (μεταφορικά), η πνευματική εξύψωση 

Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Ὁ μικρὸς Ναυτίλος

Monika Luniak, BOY WITH KITE
Ὅτι μπόρεσα ν΄ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ΄ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.
Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια.
Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια.
Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.
Μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.