Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Οδυσσέας Ελύτης - Μονόγραμμα ΙΙ
Odysseas Elytis - The Monogram II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται

Lovers in a new world dream
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

Ανάλυση

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια


Ο ποιητής έχοντας πια χάσει την αγαπημένη του πενθεί τον ήλιο, πενθεί τη ζωή, που δεν έχει πια νόημα χωρίς εκείνη, πενθεί τα χρόνια που έρχονται χωρίς οι δυο τους να είναι μαζί.
Το μόνο που του απομένει είναι η ανάμνηση των χρόνων που πέρασαν μαζί, όσα έζησε κοντά της, αν βέβαια κι αυτά είναι αλήθεια, αν συνέβησαν πράγματι, μιας κι ο πόνος του χαμού της τον κάνει ν’ αμφιβάλει ακόμη και για τις στιγμές που είχε την ευτυχία να είναι κοντά της.

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική


Σαν παιχνίδι του μυαλού μοιάζουν τώρα οι στιγμές της ευτυχίας τους, οι στιγμές που μιλημένα τα σώματά τους -σε πλήρη συμφωνία και αρμονία μεταξύ τους- μιλημένες κι οι βάρκες που μελωδικά έκρουαν μεταξύ τους στο νερό, δημιουργούσαν τη μουσική του έρωτα.
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω απ’ τα νερά -ο ήχος της κιθάρας που χανόταν με κάθε νέα κατάδυση στο νερό. Τα λόγια των ερωτευμένων, τόσο οικεία και τόσο τρυφερά, τα «πίστεψέ με» και τα ερωτικά «μη», που άλλοτε ακούγονταν στον αέρα απ’ τους ίδιους, κι άλλοτε καθρεφτίζονταν στη μουσική μες στα ερωτικά τραγούδια.

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες


Τα χέρια τους, που σα δυο μικρά ζώα προσπαθούσαν να ανέβουν κρυφά το ένα στο άλλο, η λαχτάρα του ερωτικού αγγίγματος, όπου οι ερωτευμένοι αναζητούν ο ένας τα χέρια του άλλου με κάθε ευκαιρία και κάθε στιγμή.
Η γλάστρα με τη δροσιά, με τις σταγόνες δροσιάς, στις ανοιχτές αυλόπορτες απ’ όπου περνούσαν οι δυο ερωτευμένοι.
Τα κομμάτια από τη θάλασσα που τους ακολουθούσαν όπου κι αν πήγαιναν οι δυο τους είτε πάνω στις ξερολιθιές είτε πίσω από φράχτες. Η συνεχής παρουσία της θάλασσας, τονίζει την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα των εμπειριών και μπορεί να νοείται ακόμη κι ως η αλμύρα πάνω στα σώματά τους.
Κι ακόμη η ανεμώνα, το λουλούδι που βρέθηκε πάνω της, τρέμοντας τρεις φορές το μωβ -συνεκδοχή για την ανεμώνη- όπως τρεις ήταν κι οι μέρες που είχε περάσει το μικρό λουλούδι πάνω από τους καταρράχτες.
Μέσα σε λίγους στίχους ο ποιητής συμπυκνώνει εδώ τις εμπειρίες ενός καλοκαιριού, δίνοντας στιγμιότυπα απ’ τις μεταξύ τους τρυφερές συναντήσεις κι επιτρέποντας με την ελλειπτικότητα των διατυπώσεων ποικίλες προεκτάσεις στη σκέψη του αναγνώστη, που επιχειρεί να συμπληρώσει τις διάφορες εικόνες.

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά


Κι αν όλες αυτές οι εμπειρίες είναι αληθινές, αν όντως τις έζησε και δεν είναι αποκυήματα του πόνου του, τότε συνεχίζει να τραγουδά, συνεχίζει να υμνεί κι άλλες εικόνες που πλαισίωσαν τον έρωτά τους. Το ξύλινο δοκάρι του σπιτιού, το τετράγωνο υφαντό που κοσμούσε τον τοίχο, τη μορφή της Γοργόνας με τα ξέπλεκα μαλλιά, αλλά και τη γάτα που τους κοίταξε μες στο σκοτάδι με τα μάτια της να λάμπουν.
Πληθώρα εικόνων που ο ποιητής είχε την ευκαιρία ν’ αντικρίσει, όταν ακόμη ήταν με την αγαπημένη του. Εικόνες που τώρα αποκτούν μια διαφορετική αξία, μιας και λειτουργούν ως μέσα υπενθύμισης της μορφής και του αγγίγματός της.

Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.


Ο πόνος της απώλειας που ταλανίζει την ψυχή του, τον επιστρέφει σε μια πρότερη στιγμή αγνότητας, τον κάνει να αισθάνεται σαν παιδί που με λιβάνι κι ένα κόκκινο, ματωμένο, σταυρό στα χέρια -σύμβολα ικεσίας-, την ώρα που πέφτει η νύχτα στα απλησίαστα σημεία των βράχων, πενθεί για το ρούχο που άγγιξε και του ήρθε ο κόσμος, πενθεί για το πρώτο πρώτο άγγιγμα του ρούχου της, που έφερε στη ζωή του έναν ολόκληρο κόσμο.



Odysseas Elytis - The Monogram 
II

I mourn the sun and I mourn the years that are coming
Without us and I sing the others that passed by
If they're true

Spoken the bodies and the boats that were knocking sweetly
The guitars that blinked under the waters
The "believe me" and the "don't"
Once in the air once in the music

The two small animals,our hands
That seek to get up secretly to each other
The flowerpot with the dew in the open yard gates
And the pieces of the seas that were coming together
Over the stones,behind the fences
The windflower that sat in your hand
And you were shaking three times the purple three times over the falls

If these are true I sing
The wooden girder and the square illusion
In the wall with the Mermaid with the disevelled hair
The cat that looked at us in the dark

Child with the incense and with the red cross
The time that it's getting dark in the approachable of the rocks
I mourn the cloth that I touched and the world came to me

Anastasia Ferreri
Δημοσίευση σχολίου