Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ποιήματα γιὰ τὸ ἴδιο βουνό

A blue image of New Hampshire's famous 'Old Man of the Mountain'
Ι
Ὄχι ἀκόμη, δὲν ἦρθα νὰ σὲ ἀπο-
χαιρετήσω ἀδελφέ, ποὺ σὲ ἀνέβηκα
πρώτη φορὰ ὅταν ἤμουν φῶς
σ᾿ ἕνα μίσχο. Οἱ περσότεροι
στίχοι μου εἶναι κτίσματα
πάνω σου. Κι ἂν ὁ λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θὰ μέναμε ὄρθιοι
τότε κ᾿ οἱ δυὸ σὰν πέτρες
παράλληλες. Ὅμως μέσα
στὸ ἀνάστατο δάσος τοῦ κόσμου
σήμερα ὁ Λόγος δύσκολα
ἀκούγεται. Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ
τὸ ξέρω πὼς μέσ᾿ ἀπὸ τὰ
βιβλία μου αὔριο θὰ μαζεύουν
λουλούδια καὶ πὼς θὰ μιλοῦν
γιὰ τὸ θαῦμα - ζωή, κοιτώντας
τὸν κόσμο μέσ᾿ ἀπ᾿ τοὺς στίχους μου.

ΙΙ
Σὲ ἀνέβαινα, σὲ κατέβαινα, οὐρανὸ
φορτωμένος γιὰ τὶς ἀνάγκες μου.
Οἱ λέξεις μου, κάλυκες, ἔπρεπε
νὰ γιομίζουν μὲ φῶς. Οἱ στίχοι μου
γλάστρες στοῦ Θεοῦ τὸ παράθυρο.

ΙΙΙ
Ὅταν ἦρθα στὸν κόσμο κ᾿ εἶδα
τὸν ἥλιο, εἶπα: Θὰ πρέπει κάτι
ν᾿ ἀφήσω πίσω μου φεύγοντας.
Καὶ τὸ βρῆκα ἀρκετό. Ν᾿ ἀνεβῶ
στὴν κορφή σου, νὰ πετάξω
στὴ γῆς ἕνα λουλοῦδι.

IV
Εἶδα τὸν κεραυνό, τὸ φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
ἀπὸ κάτω ὡς ἀπάνω τὴν κορφή σου,
μετέωρος. Κ᾿ ἡ σκέψη μου ἔπαιξε
μὲς τὸ κρανίο μου σὰν ἀστραπή:
Πηδώντας στὸ πρῶτο του, ν᾿ ἀνεβῶ
ἕνα - ἕνα, ἀπὸ κάτω ὡς ἀπάνω
τὰ λοξὰ σκαλοπάτια του.

V
Ἡ οὐράνια δαντέλα,
ἡ σχεδὸν κυματίζουσα,
τῶν γραμμῶν σου, θαρρεῖς
ὅταν δύει ὁ ἥλιος
καὶ γιομίζει ἀγγέλους.

Προχωροῦν, ἀνεβαίνουν
ἀπ᾿ τὶς δυὸ παρυφὲς
στὴ μεγάλη κορφή σου.

Συγκεντρώνονται πάνω της
σὰν μιὰ χορωδία.

Ὅσο ποὺ τέλος,
κάποιος ἀπ᾿ ὅλους
ἁπλώνει τὸ χέρι
κι ἀνάβει τὸν ἕσπερο.

VI
Ἐδῶ πάνω εἶναι ὁ θάνατος ἄγνωστος
ἔλεγα κ᾿ ἔγραφα κάποτε. Κ᾿ ἦταν
ἀλήθεια. Γινόταν συχνά.
Τὰ περάσματα ἔκλειναν.
Ὁ κρύος ἀέρας κ᾿ οἱ σκιὲς
τῆς νυχτὸς δὲν ἔβρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
τὸ ἔξω καὶ τὸ μέσα μου φῶς
κι ἁπλωνόταν δίχως ὅρια γύρω μου.

VII
Ἤμουν δέκα χρονῶν ὅταν χάραξα
μ᾿ ἕνα σουγιᾶ σὲ μιὰ πλάκα σου
τ᾿ ὄνομά μου, μόλις βγαίνει νὰ τὸ
συλλαβίζει ὁ ἥλιος. Ἦταν τότε
ποὺ ἀκόμη εἶχα «ἐγώ» μὰ ποὺ
ἀργότερα τό ῾σβησα, καθὼς
ἡ βροχὴ ἀπ᾿ τὴν πλάκα σου
τ᾿ ὄνομά μου.
………………Τ᾿ ὄνομά μου
ἡ φωνὴ ἑνὸς ἀηδονιοῦ
ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὸ δάσος
χωρὶς τ᾿ ὄνομά μου.
Μοῦ ἀρκεῖ νὰ γνωρίζω ὅτι
στάζει Θεὸ στὶς ψυχὲς
τῶν παιδιῶν ἡ λάμψη τῶν λέξεων.

VIII
Ὑποσχόμουν στὸ ἕνα ποὺ ἦταν ὅλα.
Χαμογελοῦσα στὸ ἕνα ποὺ ἦταν ὅλα.
Δὲν ἤσουν τὸ ἕνα, καλό μου βουνό.
Σὲ ἔκαμα πρόσωπο, σὲ εἶδα λαὸ
καὶ σὲ εἶδα πλανήτη. Κ᾿ ἔκαμα
ἕνα ὄμορφο ὄνειρο: Νὰ μεταβάλω
μ᾿ αὐτὸ τὸ χαμόγελο πάνω σου
σὲ κρόσια ἥλιου ὅλα τὰ σύννεφα,
σὲ φώσφορο εἰρήνης μιὰ καταιγίδα.

IX
Εἶχα ἀνάγκη νὰ ὑπάρχεις. Νὰ βρῶ
ν᾿ ἀκουμπήσω κάπου τὴ λύπη μου.
Σὲ καιροὺς ὅπου ὅλα, πρόσωπα,
αἰσθήματα, ἰδέες, ἦταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιὰ πέτρα στερεὴ
ν᾿ ἀκουμπῶ τὸ χαρτί μου.
Μὴν ἀποσύρεις τὴν πέτρα σου,
Κύριε, καὶ μείνουν τὰ χέρια μου
στὸ κενό. Ἔχω ἀκόμη νὰ γράψω.

X
Παλεύοντας διάσχισα ἀνέμους
πολλούς, ποὺ βρίσκαν τὸ στῆθος μου
ἀνοιχτὸ καὶ μὲ πάγωναν. Ὑδρορροὲς
κεραυνῶν τὸ μέτωπό μου, φαγώθηκε,
ἔτσι ποὺ τώρα νὰ στεκόμαστε
ὁ ἕνας μας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο,
σὰν δυὸ ἀδελφὰ γκρίζα
πετρώματα.
……………..Ἡ γαλήνη σου
ὅμως καὶ ἡ γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στὰ πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
τὴν ὕπαρξη.
…………….Ἡ μοῖρα
μοῦ ἐπέτρεψε ἀπ᾿ ὅλον τὸν μέγα
πλοῦτο ποὺ ὑμνῶ, νὰ ἔχω
κ᾿ ἐγὼ στὸ σύμπαν μιὰ πέτρα.

XI
Πολὺ τὸ προσπάθησαν οἱ ἄσχημοι
τοῦτοι καιροί, ἀλλὰ τέλος
δὲν μοῦ ρήμαξαν τὴν ψυχὴ
γιὰ νὰ μείνει ἐδῶ, νὰ στέκεται
δίπλα σου, νὰ σὲ ντύνει,
σὲ ὧρες χαρμόσυνων ἡμερῶν,
ἀγγελμάτων.
………………Θά ῾ναι τὸ γιορ-
τινό σου πουκάμισο.

XII
Θέλω νὰ ὑφάνω, ν᾿ ἀποδώσω μὲ λέξεις
τὸ ρυθμὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ χτυπάει
στὰ χαλίκια κάτω ἀπ᾿ τὶς φτέρες σου.
Ν᾿ ἀκούγεται ὅμοια κ᾿ ἡ ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τὴ λέξη, μέσα
στοὺς στίχους μου, νὰ ρέει
συνεχῶς, καθαρά, τρυφερά,
(ἀπὸ δῶ οὐρανὸς κι ἀπὸ κεῖ οὐρανός)
μουσικὴ δωματίου μέσα στὸ χρόνο.

XIII
Μὲ τὶς λέξεις σου μίλησα τῶν τσοπάνηδων
ποὺ τὶς φύλαξα στὸ αἷμα μου. Ἦταν
γυμνὲς καὶ τοὺς φόρεσε ἔνδυμα
νὰ ταιριάζουν στὴν ὁμιλία μου
μὲ τὸν κόσμο - μὲ τὰ ζῶντα καὶ μή,
ποὺ ὅλα μαζὶ σχηματίζουνε ἕναν
ποταμὸ ὀμορφιᾶς, ποὺ ἐδῶ ἀκριβῶς,
στοὺς δυό μας ἀνάμεσα καὶ γύρω ἀπὸ μᾶς,
στὸ χῶρο τῆς γῆς, τέμνει τὴν ἄβυσσο.

XIV
Τὸ ξέρω ὅτι ἤσουν καὶ πρὶν
γεννηθῶ. Τὸ ὕψος σου
πάντως βγῆκε ἀπὸ μέσα μου.
Δημοσίευση σχολίου