Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Λάμπρος Πορφύρας - Το θέατρο

crowcries

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή του Πορφύρα Σκιές (1920) 
και εντάσσεται στο κλίμα του συμβολισμού.

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ,
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει.
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.

Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα,
κι εκείνοι έβγαιναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτο τους δράμα,
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.

Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία.
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε, Θε μου, κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.

Ανάλυση
Το ποίημα κινείται στο πλαίσιο του συμβολισμού, γεγονός που σημαίνει πως χαρακτηρίζεται για το υπαινικτικό του ύφος, το θολό και ασαφές κλίμα, την υποβλητική λειτουργία, τον περιορισμό του νοηματικού περιεχομένου και κυρίως από τη μελαγχολική του διάθεση που οδηγεί στην απελπισία.

Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ. Μα ο δρόμος, χθες το βράδυ, 
μες στη σταχτιά τη συννεφιά σα θέατρο είχε γίνει. 
Μόλις φαινόταν η σκηνή στ’ ανάριο το σκοτάδι 
και σα σκιές φαινόντανε μακριά μου οι θεατρίνοι.
Το ποιητικό υποκείμενο καθιστά εμφανή την παρουσία του ήδη από τον πρώτο στίχο, εφόσον δηλώνει την αδυναμία του να εκφράσει με σαφήνεια αυτό που βίωσε χθες το βράδυ. Έχουμε, έτσι, έναν συγκεκριμένο χρονικό προσδιορισμό (χθες το βράδυ), αλλά ήδη μια δυσκολία σύνδεσης με την πραγματική διάσταση των γεγονότων∙ μια αδυναμία κατανόησης της πραγματικότητας (Δεν ξέρω πώς να σου το ειπώ). 
Ο ποιητής απευθύνει τα λόγια αυτά σ’ έναν υποτιθέμενο ακροατή, ο οποίος ωστόσο δεν αποκτά υπόσταση στο ποίημα. Γίνεται, ωστόσο, αισθητή η θεατρικότητα του κειμένου, αφού αποκτά τη μορφή ενός δραματικού μονολόγου.
Η θεατρικότητα έχει κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτό το ποίημα, καθώς γενικότερη πρόθεση του Πορφύρα είναι να αναδείξει την ομοιότητα του κόσμου με μια θεατρική σκηνή. Σκέψη που φανερώνει συνειδητή απομάκρυνση από την πραγματικότητα και φέρνει τον ποιητή πλησιέστερα στην τραγική αίσθηση πως η ζωή δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια θεατρική παράσταση, χωρίς τίποτε το γνήσιο και το αληθινό. 
Άνθρωποι που υποκρίνονται ο ένας απέναντι στον άλλον∙ άνθρωποι που υποκρίνονται ακόμη και στον εαυτό τους, και το πιο επώδυνο, άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν έλεγχο στην ίδια τους τη ζωή, αφού μοιάζουν σαν ηθοποιοί που παίζουν ένα έργο που έχει γράψει άλλος γι’ αυτούς. Παίζουν σ’ ένα έργο, την πορεία του οποίου δεν μπορούν ν’ αλλάξουν, μέχρι να πέσει αιφνίδια η αυλαία και να τερματιστεί η παράσταση που αποκαλούν ζωή.
Ο ποιητής, λοιπόν, σχολιάζει πως ο δρόμος, χθες το βράδυ, μέσα στη σταχτιά, μουντή, συννεφιά, είχε γίνει σαν θέατρο, η σκηνή του οποίου μόλις και διακρινόταν στο αραιό σκοτάδι κι οι άνθρωποι, οι θεατρίνοι, φαινόντουσαν από μακριά σαν σκιές. Παρατηρούμε, άρα, πως μια εικόνα του πραγματικού κόσμου, ένας δρόμος και οι άνθρωποι που κινούνται σε αυτήν, μεταλλάσσονται στη σκέψη του ποιητή, ο οποίος επηρεασμένος βαθιά από τη μελαγχολική του διάθεση, αντικρίζει το δρόμο και τους ανθρώπους σαν μια δυσδιάκριτη θεατρική σκηνή.
Το θολό και ασαφές του σκηνικού εξυπηρετεί την πρόθεση του ποιητή να δημιουργήσει ένα ρευστό κλίμα, όπου τα όρια της πραγματικότητας δεν είναι σαφώς προσδιορισμένα, ώστε να είναι ευκολότερη η μετάβαση στον κόσμο του συναισθήματος και των ιδεών. Ο δρόμος χάνει σημαντικό μέρος της πραγματικής του υπόστασης και λαμβάνει συμβολικές διαστάσεις μέσα από μια εικόνα με έντονα συγκινησιακή ατμόσφαιρα.
Τα σπίτια πέρα κι οι αυλές και τα κλωνάρια αντάμα 
έλεγες κι ήταν σκηνικά παλιά και ξεβαμμένα, 
κι εκείνοι έβγαιναν κι έπαιζαν τ’ αλλόκοτο τους δράμα, 
κι άκουγες βόγκους κι άκουγες και γέλια ευτυχισμένα.
Ο ποιητής δίνει ακόμη περισσότερα στοιχεία του πραγματικού κόσμου που συνιστούν το θεατρικό σκηνικό: τα σπίτια που βρίσκονται κάπως μακριά, οι αυλές τους και μαζί τα κλωνάρια, δηλαδή τα δέντρα που βρίσκονται στις αυλές (σχήμα συνεκδοχής: τα κλωνάρια αντί για τα δέντρα), δίνουν την εντύπωση σκηνικών παλιών και ξεβαμμένων. 
Μια έντονη αίσθηση φθοράς που φανερώνει την απελπισία του ποιητή, αφού τίποτε γύρω του δεν μοιάζει ικανό να του ξυπνήσει την ελπίδα και την προσδοκία για κάτι καλύτερο. 
Φανερώνεται, επίσης, η αίσθηση της διαρκούς επανάληψης, εφόσον το ίδιο αυτό σκηνικό έχει υποδεχθεί ξανά και ξανά νέους ανθρώπους και τους έχει συνοδεύσει μέχρι το τέλος της ζωής τους, μόνο και μόνο για να έρθουν άλλοι νέοι άνθρωποι να περάσουν κι εκείνοι μια μουντή και άχαρη ζωή υποκρισίας και συμβιβασμών.
Οι θεατρίνοι της μάταιης αυτής παράστασης -οι άνθρωποι της καθημερινότητας- βγαίνουν και παίζουν το αλλόκοτο δράμα τους∙ κι είναι αλλόκοτο, διότι χωρίς να έχει στην πραγματικότητα καμία ουσία και καμία προοπτική να οδηγήσει σε κάτι το ιδιαίτερο ή κάτι το ουσιαστικό, οι ίδιοι οι άνθρωποι το αντιμετωπίζουν σαν να είναι κάτι πολύ σπουδαίο και εγκλωβίζονται στους ρόλους τους και κάποτε παθιάζονται, σαν να έχουν την εντύπωση πως ό,τι ζουν έχει καθοριστική σημασία. 
Ο ποιητής, εντούτοις, αντιλαμβάνεται την απόλυτη ματαιότητα αυτής της κωμικοτραγικής παράστασης, αυτής της δίχως πραγματικό νόημα ζωής, γι’ αυτό και παραθέτει κατά τρόπο εξισωτικό τόσο τους βόγκους, τους καημούς δηλαδή των ανθρώπων, όσο και τα γέλια της ευτυχίας τους.
Εγώ δεν ξέρω. Εβγαίνανε κι εσμίγαν κι επαγαίναν 
κι ήτανε μια παράσταση και θλιβερή κι ωραία. 
Κι έβγαινε, Θε μου! κι η νυχτιά, καθώς επαρασταίναν,
έβγαινε, Θε μου, κι έριχνε τη μαύρη της αυλαία.
Ο ποιητής μπροστά στο θέαμα αυτής της παράδοξης θεατρικής παράστασης, δηλώνει την αδυναμία του να κατανοήσει ποια δύναμη ωθεί τους ανθρώπους στο να συνεχίζουν να συμμετέχουν σε αυτή. Εγώ δεν ξέρω, μονολογεί, καθώς παρακολουθεί τους ανθρώπους-θεατρίνους να βγαίνουν από τα σπίτια τους, να συναντιούνται με άλλους ανθρώπους και να προχωρούν μαζί∙ δεν ξέρει ποιο το νόημα, μεταφέροντας στους συλλογισμούς του κάτι από το συγκεχυμένο και ασαφές του σκηνικού που αντικρίζει γύρω του.
Η παράσταση χαρακτηρίζεται από τον ποιητή, εύλογα, θλιβερή, εφόσον μοιάζει να μην έχει κανένα ουσιαστικό νόημα∙ χαρακτηρίζεται, όμως, και ωραία, γεγονός που προφανώς αναφέρεται στην αισθητική της πτυχή. Η ομορφιά της έγκειται στο σκηνικό της πλαίσιο κι όχι στο περιεχόμενό της, το οποίο είναι εμφανώς μάταιο σε ό,τι αφορά το ποιητικό υποκείμενο.
Η παράσταση αυτή έχει, βέβαια, πάντοτε περιορισμένη διάρκεια, το τέλος της, ωστόσο, προκαλεί κάθε φορά έκπληξη, αφού έρχεται τελείως απροσδόκητα, διακόπτοντας την παράσταση σε κάθε πιθανό σημείο, χωρίς να της δίνει απαραίτητα τον αναγκαίο χρόνο προκειμένου να φτάσει σε κάποια ολοκλήρωση. Η αυλαία μπορεί να πέσει ακόμη και ελάχιστα μετά την αρχή της.
Εδώ, το τέλος αυτής της παράστασης δίνεται συμβολικά με την έλευση της νύχτας, η οποία ρίχνει τη μαύρη της αυλαία και διακόπτει τις κινήσεις και τη δράση των ανθρώπων. Διακοπή που γίνεται αποδεκτή από τον ποιητή με την αίσθηση έκπληξης που συνοδεύει πάντοτε το άκαιρο τέλος∙ έκπληξη που αισθητοποιείται με τις δύο αναφωνήσεις (Θε μου) και τη χρήση θαυμαστικού.
Το αιφνίδιο τέλος είναι ακόμη ένα στοιχείο που ενισχύει τη ματαιότητα της παράστασης, αφού κανείς επί της ουσίας δεν γνωρίζει πότε θα τερματιστεί η δική του προσωπική παράσταση, κι αν θα του δοθεί ο χρόνος να υλοποιήσει όσα επιθυμεί ή έστω κάποια από αυτά.

Ερωτήσεις - Απαντήσεις
.................
εδώ: latistor
Δημοσίευση σχολίου