Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Vladimir Mayakovsky - Καλώ σε απολογία

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.

Γιατί;

Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

Ελευθερία;
Θεός;
Δολάριο!

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!
Влади́мир Влади́мирович Маяко́вский

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Ζωή Καρέλλη - Στοργή

Roman Statue Affection
Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας.
Άρρωστος στην πλήρη ακμή του.
Οι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί.
Το αισθάνονται αυτό
κι όταν πέσουν στο στρώμα
έχουν την έκφραση του προσώπου περίλυπη.
Κάποτε το βλέμμα τους χάνεται.
Σα ν’ απορούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει.
Σα να μη μπορούν να καταλάβουν την αδυναμία τους,
θυμώνουν κι αγαναχτούν,
ύστερα όμως είναι πιο λυπημένοι.
Έχουν μιαν άλλη μελαγχολία στην αρρώστια τους.
Παραδίνονται σαν παιδιά.
Σαν εκείνα τα παιδιά που έχουν πρόωρη γνώση.
Σε κοιτάζουν στα μάτια,
περιμένουν να τους βεβαιώσεις...
Όχι μόνο πως θα γίνουν καλά,
όχι πως δεν έχουν τίποτα,
μα πως η δύναμή τους είναι ακέρια.
Πως εσύ το θέλεις και τους περιποιείσαι
κι αυτοί το δέχονται.
Δέχονται την περιποίηση για το χατίρι σου.
Είναι λυπητερό να βλέπεις έναν άντρα άρρωστο,
να βλέπεις να κείτεται ένας λεβέντης.
Σε σφάζει το βλέμμα του.
Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί.
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου.
Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του,
την υπομονή του.
Γι’ αυτό δε θα πιστέψεις
πως εκείνος δεν είναι ο πιο δυνατός κοντά σου.
Τούτο περιμένει να δει στο βλέμμα σου,
για να γιάνει.
Αυτό πρέπει να σου μαθαίνει η αγάπη σου.
Πως δεν του φτάνει μονάχα να τον αγαπάς.
Θέλει ακόμα πιο πολύ,
να πιστεύεις πάντα σ’ αυτόν.

(Ποιήματα, Ερμής 1996)
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α1. Να αναφέρετε τη σχέση, η οποία κατά τη γνώμη σας συνδέει τα δύο πρόσωπα της ιστορίας.

Η σχέση ανάμεσα στα δύο πρόσωπα είναι συζυγική. Η ποιήτρια μοιάζει να αναφέρεται επί της ουσίας στον σύζυγό της, γι’ αυτό και υπάρχουν σαφείς αναφορές στην έννοια της αγάπης, αλλά και της αφοσίωσης που τρέφει για εκείνον. Ο άρρωστος άντρας που βιώνει έκπληκτος την -πρόσκαιρη- παρακμή της δύναμής του και που εξαναγκάζεται να δεχτεί τη βοήθεια της γυναίκας του, δεν είναι άλλος από τον σύζυγο της ποιήτριας.
Παρατηρούμε, για παράδειγμα, σε στίχους όπως ο ακόλουθος: «Σε πειράζει να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του», ότι η γυναίκα – ποιήτρια νιώθει τον πόνο του άρρωστου άνδρα, νιώθει το πόσο πληγώνεται η περηφάνια του, εφόσον είναι αναγκασμένος να βασίζεται στις φροντίδες της γυναίκας του, και υποφέρει κι εκείνη για λογαριασμό του. Πρόκειται, φυσικά, για ένα επίπεδο αγάπης που δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει μια σχέση ετών, μια σχέσης ειλικρινούς αφοσίωσης, όπως είναι αυτή που δημιουργείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι συζύγων.

α2. Να επισημάνετε τα δύο (2) γραμματικά πρόσωπα, τα οποία κυριαρχούν στην αφήγηση γράφοντας ένα παράδειγμα για το κάθε ένα από αυτά.


Τα γραμματικά πρόσωπα που κυριαρχούν στην αφήγηση είναι το 3ο: «Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας» και το 2ο: «Σε σφάζει το βλέμμα του».

α3. Να παραθέσετε τρεις (3) στίχους στους οποίους αποκαλύπτεται το πρόσωπο που αφηγείται.
Σε σφάζει το βλέμμα του
Σε παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί
Σε πειράζει που δέχεται τη βοήθειά σου

β1. Είναι λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας. / Άρρωστος στην πλήρη ακμή του. / Οι άντρες είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί .: Να αναπτύξετε σε μία παράγραφο το θέμα των παραπάνω στίχων.

Οι άνδρες είχαν για χρόνια ταυτιστεί με τη σωματική δύναμη και την αντοχή τους απέναντι στις κακουχίες και τη σκληρή δουλειά∙ ποιότητες αναγκαίες για να εκπληρώσουν το ρόλο που τους είχε ανατεθεί από την κοινωνία∙ το ρόλο εκείνων που όφειλαν να συντηρούν οικονομικά, μα και να προστατεύουν την οικογένειά τους. Έτσι, υπ’ αυτή την έννοια, η ποιήτρια διαπιστώνει -και στην πορεία του ποιήματος επεξηγεί- πόσο λυπητερή κατάσταση είναι να αρρωσταίνει ένας άνδρας στην πλήρη ακμή της ηλικίας και της ρώμης του. Οι άνδρες, όπως σχολιάζει, είναι φτιαγμένοι για να μένουν δυνατοί. Άποψη που αφενός βασίζεται στο γεγονός ότι...
.............
η συνέχεια εδώ

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Σαββατόβραδο στη συνοικία τού φθινοπώρου


Απόψε νοιώθω πως οι κύκνοι κρυώνουν.

Ένα πλοίο παιδικό έφυγε.
Το νερό είναι παγωμένο. Ένας κρίνος νυστάζει.


Πού είσαι; Κλείσε το παράθυρο. Δίπλωσε τη σημαία
και φύλαξε τη στο μπαούλο της γιαγιάς με ναφθαλίνη.


Φωτιά ερημική στο βραδινό βουνό. Δεν είναι
βοσκοί να θυμηθούν. Δεν είναι τίποτα
να ζεσταθεί. Τίποτα εκτός απ' την ίδια τη φωνή σου
που ενθαρρύνει σιγά τον εαυτό της.


Κι όμως είναι πολύ απλό αυτό που σου λέω.
Σα να κατεβαίνεις πιασμένος απ' το χέρι του ίσκιου πολλά σκαλοπάτια.
Πολλά σκαλοπάτια. Τότε μάζευες τα πανιά του ανέμου σαν ένας εύθυμος ναύτης
κ' ήξερες πως κάθε Κυριακή
στο προαύλιο με τα' άσπρα και μαύρα πλακάκια
οι μικροί άγγελοι βάφαν τα σκολιανά παπούτσια τους
και τραγουδούσαν κείνο το παλιό ποιμενικό τραγούδι. Μήτε που το θυμάμαι.


Μη το θυμάσαι τάχα εσύ; Κάθε πρωί Κυριακής.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι


Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Δαυΐδ, Ψαλμὸς 138 — ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου
καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;

Thomas Cole - Voyage of Life: Manhood
Ψαλμὸς 138 
............
ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;
ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει·
ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης,
καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου.
καὶ εἶπα· ἄρα σκότος καταπατήσει με, καὶ νὺξ φωτισμὸς ἐν τῇ τρυφῇ μου·
ὅτι σκότος οὐ σκοτισθήσεται ἀπὸ σοῦ, καὶ νὺξ ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται· ὡς τὸ σκότος αὐτῆς, οὕτως καὶ τὸ φῶς αὐτῆς.
ὅτι σὺ ἐκτήσω τοὺς νεφρούς μου, Κύριε, ἀντελάβου μου ἐκ γαστρὸς μητρός μου.
ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθης· θαυμάσια τὰ ἔργα σου, καὶ ἡ ψυχή μου γινώσκει σφόδρα.
οὐκ ἐκρύβη τὸ ὀστοῦν μου ἀπὸ σοῦ, ὃ ἐποίησας ἐν κρυφῇ, καὶ ἡ ὑπόστασίς μου ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς·
τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου, καὶ ἐπὶ τὸ βιβλίον σου πάντες γραφήσονται· ἡμέρας πλασθήσονται καὶ οὐθεὶς ἐν αὐτοῖς.
ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός, λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν·
.............

ολόκληρος ο ψαλμός εδώ

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Τα δημόσια και τα ιδιωτικά


ΠΗΡΕ ΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΕΙ. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει.
Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ' τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου - παραλίγο να πω η ψυχή μου.
Μέσα σ' ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω - και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση - ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ' εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω. Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να 'χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν' ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ' αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να 'χει περάσει απ' όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο - κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι' αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί.
Σ' αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν' αρρωστήσουν, ή επειδή -το χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ' ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται ως η μόνη φυσιολογική.

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Κώστας Κρυστάλλης - Ξημέρωσαν Χριστούγεννα


Ξημέρωσαν Χριστούγεννα. Οι εκκλησιές σημαίνουν,
κουνιούνται τα καμπαναριά, κι οι φωνές που βγαίνουν
απ’ το βαθύ και δίπλα το κάθε καμπάνας στόμα,
μοιάζουν χερουβικούς ψαλμούς, σαν απ’ το ουράνιο δώμα.
Χιλιάδες τα Χριστούγεννα τα τραγουδούν οι άγγελοι,
και κάθε αχτίδα από ψηλά, που κάθε αστέρι στέλλει,
μοιάζει αγγελική ματιά. Θρησκεία! Γλυκιά μάνα,
τι όμορφη δίνεις εσύ λαλιά και στην καμπάνα,
και πόσο εκείνη η λαλιά σαλεύει την καρδιά μας!
Πόσες εκείνος ο σταυρός απ’ τα καμπαναριά μας
στην αντιλιάδα χύνοντας, τόσες χρυσές αχτίδες,
χύνει βαθιά μας στην ψυχή, γλυκές χρυσές ελπίδες!
Κ’ οι δυο εκείνες χαραυγές που οι άγγελοι κατεβαίνουν
μες’ απ’ τον ουρανό ψηλά κι έρχονται και σημαίνουν
Χριστούγεννα κι Ανάσταση, ω! τι μυστήριο χύνουν.
Τι χαραυγούλες είναι αυτές, πόση ζωή μας δίνουν!
Λάμπουνε τ’ ασυγνέφιαστα τα ουράνια σα ζαφείρια,
Σαν μάτια π’ αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια.
Χαρούμενες και σιγανές μιλιές σμίγονται γύρα,
και από κάθε θύραπου ανοίγεται,
βγάνουν μορφές γελούμενες, λουσμένες,
γλυκές, καλοντυμένες.
Κρατούν στα χέρια τους κεριά λαμπάδες. Στη ματιά τους
λάμπ’ η χαρά που νιώθουνε βαθιά μες στην καρδιά τους.
Ξημέρωσαν Χριστούγεννα! Θύρες ολούθε ανοίγουν
κι ολούθε τώρα οι Χριστιανοί στις εκκλησιές μας σμίγουν.

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2015

Καρέλλη Ζωή - Παραμονή Χριστουγέννων

1ο
Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή. Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε, τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό. τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά, τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.
«Εν ανθρώποις ευδοκία». Βγαίνουν οι άνθρωποι, λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα που λάμπει ιώδης και μαύρη, κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.
Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο, πηγαίνουν ν' ακούσουν και δεν ακούν τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους. Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι, στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν. Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.
Αύριο είναι γιορτή, αύριο είναι διασκέδαση, αύριο είναι ανάπαψη. Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται, πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.

2ο
Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.


Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ' τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ' το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν' ακουστεί,
για ν' ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ' τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.

3ο
Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαρειές αντρικές.
Ακούν όλοι∙ εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη


που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Παραμονή Χριστουγέννων

Prison Scene - Francisco de Goya
Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κ' εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ' τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας - ένας
ακούει τ' όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ' τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ' άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει -- αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.

Ξεκινάνε τα φορτηγά.

Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ' ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.

Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ' αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ' ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.

Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.

Μας ήρθε μ' ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ' το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ' άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.

Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.

Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.

Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα - όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.

Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
-- Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ' το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ' άλλο του χέρι είναι κομένο.

Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ' ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ' το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ' άστρα πίσω απ' την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
-- Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κ' η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.


Μακρόνησος 1950

Από τη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956)

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Ἐπιφάνια, 1937


Τ᾿ ἀνθισμένο πέλαγο καὶ τὰ βουνὰ στὴ χάση τοῦ φεγγαριοῦ
ἡ μεγάλη πέτρα κοντὰ στὶς ἀραποσυκιὲς καὶ τ᾿ ἀσφοδίλια
τὸ σταμνὶ ποὺ δὲν ἤθελε νὰ στερέψει στὸ τέλος τῆς μέρας
καὶ τὸ κλειστὸ κρεβάτι κοντὰ στὰ κυπαρίσσια καὶ τὰ μαλλιά σου
χρυσά· τ᾿ ἄστρα τοῦ Κύκνου κι ἐκεῖνο τ᾿ ἄστρο ὁ Ἀλδεβαράν.
Κράτησα τὴ ζωή μου κράτησα τὴ ζωή μου ταξιδεύοντας
ἀνάμεσα στὰ κίτρινα δέντρα κατὰ τὸ πλάγιασμα τῆς βροχῆς
σὲ σιωπηλὲς πλαγιὲς φορτωμένες μὲ τὰ φύλλα τῆς ὀξιᾶς,
καμιὰ φωτιὰ στὴν κορυφή τους· βραδιάζει.
Κράτησα τὴ ζωή μου· στ᾿ ἀριστερό σου χέρι μία γραμμὴ
μιὰ χαρακιὰ στὸ γόνατό σου, τάχα νὰ ὑπάρχουν
στὴν ἄμμο τοῦ περασμένου καλοκαιριοῦ τάχα
νὰ μένουν ἐκεῖ ποὺ φύσηξε ὁ βοριὰς καθὼς ἀκούω
γύρω στὴν παγωμένη λίμνη τὴν ξένη φωνή.
Τὰ πρόσωπα ποὺ βλέπω δὲ ρωτοῦν μήτε ἡ γυναίκα
περπατώντας σκυφτὴ βυζαίνοντας τὸ παιδί της.
Ἀνεβαίνω τὰ βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· ὁ χιονισμένος
κάμπος, ὡς πέρα ὁ χιονισμένος κάμπος, τίποτε δὲ ρωτοῦν
μήτε ὁ καιρὸς κλειστός σε βουβὰ ἐρμοκλήσια μήτε
τὰ χέρια ποὺ ἀπλώνουνται γιὰ νὰ γυρέψουν, κι οἱ δρόμοι.
Κράτησα τὴ ζωή μου ψιθυριστὰ μέσα στὴν ἀπέραντη σιωπὴ
δὲν ξέρω πιὰ νὰ μιλήσω μήτε νὰ συλλογισθῶ· ψίθυροι
σὰν τὴν ἀνάσα τοῦ κυπαρισσιοῦ τὴ νύχτα ἐκείνη
σὰν τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ τῆς νυχτερινῆς θάλασσας στὰ χαλίκια
σὰν τὴν ἀνάμνηση τῆς φωνῆς σου λέγοντας «εὐτυχία».
Κλείνω τὰ μάτια γυρεύοντας τὸ μυστικὸ συναπάντημα τῶν νερῶν
κάτω ἀπ᾿ τὸν πάγο τὸ χαμογέλιο τῆς θάλασσας τὰ κλειστὰ πηγάδια
ψηλαφώντας μὲ τὶς δικές μου φλέβες τὶς φλέβες ἐκεῖνες ποὺ μοῦ ξεφεύγουν
ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν τὰ νερολούλουδα κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος
ποὺ βηματίζει τυφλὸς πάνω στὸ χιόνι τῆς σιωπῆς.
Κράτησα τὴ ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας τὸ νερὸ ποὺ σ᾿ ἀγγίζει
στάλες βαρειὲς πάνω στὰ πράσινα φύλλα, στὸ πρόσωπό σου
μέσα στὸν ἄδειο κῆπο, στάλες στὴν ἀκίνητη δεξαμενὴ
βρίσκοντας ἕναν κύκνο νεκρὸ μέσα στὰ κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανὰ καὶ τὰ μάτια σου προσηλωμένα.



Ὁ δρόμος αὐτὸς δὲν τελειώνει δὲν ἔχει ἀλλαγή, ὅσο γυρεύεις
νὰ θυμηθεῖς τὰ παιδικά σου χρόνια, ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
ἐκείνους
ποὺ χάθηκαν μέσα στὸν ὕπνο τοὺς πελαγίσιους τάφους,
ὅσο ζητᾶς τὰ σώματα ποὺ ἀγάπησες νὰ σκύψουν
κάτω ἀπὸ τὰ σκληρὰ κλωνάρια τῶν πλατάνων ἐκεῖ
ποὺ στάθηκε μία ἀχτίδα τοῦ ἥλιου γυμνωμένη
καὶ σκίρτησε ἕνας σκύλος καὶ φτεροκόπησε ἡ καρδιά σου,
ὁ δρόμος δὲν ἔχει ἀλλαγή· κράτησα τὴ ζωή μου.
Τὸ χιόνι
καὶ τὸ νερὸ παγωμένο στὰ πατήματα τῶν ἀλόγων.


σχόλια
Ίσως οι δυνατότεροι στίχοι που έχουν μελοποιηθεί ποτέ. Συνδυασμό τελειότητας αποτελεί η ερμηνεία του σερ, Γρηγόρη Μπιθικώτση, η μουσική του κορυφαίου Έλληνα συνθέτη, Μίκη Θεοδωράκη και οι στίχοι του Νομπελίστα Έλληνα ποιητή, Γεωργίου Σεφέρη (οι στίχοι αυτοί δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι από το ποίημα Επιφάνια, 1937). 
 Λίγες γραμμές αρκούν στο μεγάλο μας ποιητή για να αποδώσει με τον καλύτερο τρόπο τις δυσκολίες που συναντάμε καθημερινά στη ζωή μας και το μεγαλείο εκείνων που καταφέρνουν να τις ξεπερνούν διατηρώντας ταυτόχρονα την αγνότητα τους. Το μήνυμα της αξίας της προσπάθειας που απορρέει μέσα από την πίστη στα ιδανικά του ανθρώπου βρήκε επιτέλους έκφραση και αρχικά γέμισε με ικανοποίηση και στη συνέχεια έδωσε τη δύναμη να συνεχίζουν, σε όσους μένουν πιστοί στις αξίες τους. 
 Κάθε φορά που αισθάνομαι άσχημα, κάθε φορά που έρχομαι αντιμέτωπος με κάποια δυσκολία, θυμάμαι αυτά τα λόγια και αμέσως ο δρόμος μου φωτίζεται και στο μονοπάτι μπροστά μου τα εμπόδια εξαφανίζονται. Πρόκειται για εμπόδια που εμείς οι ίδιοι τοποθετούμε εκεί, πρόκειται συνήθως για εμπόδια που δεν υπάρχουν παρά στο μυαλό μας, γιατί η ζωή έχει πολλά να σου προσφέρει στο ταξίδι της αρκεί να μείνεις στο φωτισμένο μονοπάτι που σου έχει ετοιμάσει σύμφωνα με αυτά που της έχεις ζητήσει. 
Πρέπει να ταξιδέψω κατά το πλάγιασμα της βροχής, να ξεπεράσω τις δυσκολίες που θαμπώνουν τον ουρανό μου... σε σκοτεινές πλαγιές με κρυμμένους κινδύνους, με άτομα που παραφυλάνε περιμένοντας τη στιγμή που θα κάνω το λάθος για να πέσουν επάνω μου και σα θηρία να με κατασπαράξουν, αφού δεν τους έχει απομείνει τίποτα πια που να αξίζει, έχουν απολέσει κάθε φύλλο αγνότητας... και δεν φαίνεται να υπάρχει καμία ελπίδα για αυτούς. Πρέπει να κρατήσω τη ζωή μου... 
 Η αξία του νικητή φαίνεται από την αξία του νικημένου. Όταν αυτό που έρχεσαι αντιμέτωπος είναι πολύ δυνατό, όταν για να το κερδίσεις χρειάζεται να υπερβείς τον εαυτό σου, τότε η νίκη σου έχει μεγαλύτερη σημασία. Οι δυσκολίες που συναντάμε στο ταξίδι που λέγεται ζωή είναι πολλές και είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες. Είναι αυτές οι δυσκολίες που διαχωρίζουν την ήρα από το στάρι, αυτούς που πραγματικά αξίζουν και ανταμείβονται για τους κόπους τους, από αυτούς που δεν τα καταφέρνουν, επιλέγοντας την εύκολη λύση, η οποία μπορεί μεν να τους δώσει μια πρόσκαιρη χαρά και ικανοποίηση όμως σε βάθος χρόνου θα τιμωρηθούν, γιατί η Νέμεσις θα έρθει να αποδώσει δικαιοσύνη. 
 Η ανθρώπινη ψυχή έχει φτιαχτεί για όμορφα πράγματα και εμείς συνεχώς την λερώνουμε και τη μικραίνουμε με τις πράξεις και τις σκέψεις μας αντί να την εξυψώνουμε τρέφοντάς την με τα πράγματα που έχουν αξία, όπως η τέχνη, όπως αυτό το τραγούδι... 

 Όμως εγώ συνεχίζω...

bestlyrics

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Bertolt Brecht - Οι επιχειρήσεις, ο πόλεμος, το πλεκτό, ο πόλεμος


«Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει, ο πατέρας του επιχειρήσεις, αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται, η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε, δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται, η ζωή με το πλεκτό, τον πόλεμο, τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις, ο πόλεμος, το πλεκτό, ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.»

Μπέρτολντ Μπρεχτ - «Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου»
(Ποιήματα του Σβέντμποργκ, 1939)

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Bertolt Brecht - Πλήρης ελευθερία... υπό έναν περιορισμό.


«Πλήρη ελευθερία του βιβλίου, υπό έναν περιορισμό.
Πλήρη ελευθερία του θεάτρου, υπό έναν περιορισμό.
Πλήρη ελευθερία των καλών τεχνών υπό έναν περιορισμό.
Πλήρη ελευθερία της μουσικής, υπό έναν περιορισμό.
Πλήρη ελευθερία του κινηματογράφου, υπό έναν περιορισμό.
Ο περιορισμός: καμιά ελευθερία για γραπτά και έργα τέχνης 

που εξυμνούν τον πόλεμο ή τον παρουσιάζουν ως αναπόφευκτο, 
και για εκείνους που υποστηρίζουν το μίσος μεταξύ των λαών.»

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Εκκλησιαστής 5, 9-19: ᾿Αγαπῶν ἀργύριον οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου·

Ο παθιασμένος με τα χρήματα ποτέ δε θα χορτάσει.
Απληστία - Greed - MTG by IzzyMedrano
Ο παθιασμένος με τα χρήματα

Ο παθιασμένος με τα χρήματα
ποτέ δε θα χορτάσει.
Και ποιο το κέρδος 
από τα πλούτη τα πολλά και τα γεννήματά τους;

Όλα, κέρδη και πλούτη, μάταια.

Όσο πληθαίνουν τ΄ αγαθά,
μαζεύονται και οι άχρηστοι
οπού τα κατατρώγουν.
Και ποιο είναι τάχα τ’ όφελος
του πλούσιου που τα ‘χει,
παρά να βλέπει,
έτσι μπροστά στα μάτια του,
τ’ αγαπημένο του το βιός

αυτοί να σπαταλούνε;

Ο τίμιος ο δουλευτής,
για λίγο φάει, για πολύ,
γλυκόν έχει τον ύπνο.
Από την άλλη ο πάμπλουτος,
από τις έγνοιες τις πολλές
και την αχορτασιά του,
δεν ημπορεί ποτέ γλυκά

τα μάτια του να κλείσει.

Μιαν άλλη αρρώστια, ολέθρια
είδα στη γη να υπάρχει.
Τον πλούτο, που σωρεύεται
και μόνο βλάβες φοβερές

στον κάτοχό του φέρνει.

Και έρχεται ώρα κακιά,
κι ο πλούτος πάει,
σαν τον καπνό σκορπίζεται,
και στο παιδί που γέννησε
από τα πλούτη τα πολλά
τίποτα δεν του έμεινε

κληρονομιά να δώσει.

Γυμνός γεννιέται ο άνθρωπος,
γυμνός στο χώμα μπαίνει.
Μένουν τα χέρια του αδειανά
και δεν τον συντροφεύουν
τα αγαθά των κόπων του

στο ύστερο ταξίδι.

Και τούτο είναι βέβαια
ακόμα λυπηρότερο,
αφού, έτσι, όπως ήρθε, φεύγει.
Και ποιο το κέρδος του λοιπόν,
που σ΄ όλη του τη ζήση
τον άπιαστο τον άνεμο

συνέχεια κυνηγούσε;

Και όλες οι μέρες βέβαια
του πλεονέκτη άνθρωπου
είναι σκοταδιασμένες,
μέσα σε πένθος και οργή,
σε βάσανα και πόνους.
Όλη τη ζήση την περνά

μ΄έγνοιες αρρωστημένες.

Και να ποιο είναι το καλό
που ευτυχία φέρνει.
Ο άνθρωπος να τρώει, να πίνει
και τα καλά που κέρδισε με μόχθο
και κοπιάζοντας, για όσες μέρες ο Θεός
έδωσε στη ζωή του,
ν' απολαμβάνει με χαρά.
Αυτό είναι το κέρδος του,

αυτό το μερτικό του.

Σε όποιον έδωσ' ο Θεός πλούτη πολλά
και υπάρχοντα,
του 'δωσε και την άδεια
να χαίρεται τα δώρα,
να παίρνει τη μερίδα του
και τους καρπούς του κόπου του
να τους απολαμβάνει.

Αυτά είναι δώρα απ' τον Θεό,

γιατί αυτόν τον άνθρωπο δεν τόνε βασανίζουν 
σκοτούρες και προβλήματα

στις μέρες της ζωής του,

αφού η καρδιά του ευφραίνεται

με τα καλά που έχει.

Ποιητική απόδοση: Βασιλική Π. Δεδούση

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Paul Eluard - Να κοιμάσαι

Dominique Amendola Nap time
This is an impressionist painting. A figure, in nature is napping in the sun.
Να κοιμάσαι
με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
μ' έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μες στα
μαλλιά
στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.

Να φεύγεις και να χάνεσαι
μέσ' απ' τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του
ανέμου
πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες

και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.

Μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης 
-------------------
Το ποίημα «Να κοιμάσαι», μέσα από έντονες λυρικές εικόνες αλλά και υπερρεαλιστικές εικόνες, παρουσιάζει μια αέρινη, φευγαλέα γυναικεία μορφή που θα μπορούσε να μας θυμίσει την ωραία κοιμωμένη του παραμυθιού. «Ο ποιητής ερωτεύεται μια απουσία, μια ομορφιά που κοιμάται», δεν ερωτεύεται με τον τρόπο των πολλών- αυτόν της κατοχής, της κτητικότητας αλλά μέσα από τη στέρηση.

Οι δύο στροφές του ποιήματος εικονοποιούν δύο διαμετρικά αντίθετα κόσμους:
στην α΄ στροφή ένας κόσμος γαλήνιος και φωτεινός που καθρεφτίζεται στο πρόσωπο μιας γυναίκας ( ή κάθε Γυναίκας; ). 
Το ερωτικό στοιχείο υφέρπει και δεν κατονομάζεται με σαφήνεια. Το πρόσωπο της γυναίκας περιγράφεται σε συμπλοκή με τα στοιχεία της φύσης: ήλιος, πουλί, κάμπος, δάση και ο κόσμος ολόκληρος· δεν πρόκειται για μια σάρκινη, ηδονικά ερωτική περιγραφή αλλά μια περιγραφή που απλά φωνάζει το ψυχικό δέσιμο του ποιητή με τη γυναίκα. 
Είναι μια μαγευτική και απόμακρη γυναικεία μορφή αποκαθαρμένη από την ανθρώπινη διάστασή της: κάθε μέρος του προσώπου της έχει υποκατασταθεί από στοιχεία της φύσης· τα μάτια έγιναν ήλιος και φεγγάρι, το στόμα ένας θεϊκός φτερωτός έρωτας, τα μαλλιά πουλί. 
Μέσα από μια ανιούσα κλιμάκωση η αναφορά στο υπόλοιπο σώμα «ακουμπάει» στο ευρύτερο φυσικό τοπίο, στους κάμπους, στα δάση, τη θάλασσα για να καταλήξει σε μια κορυφή συναισθηματικής έκφρασης: «στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου». 
Η όραση, η ματιά είναι ο μόνος δρόμος προσέγγισης του αντικειμένου του ερωτικού πόθου· ανταπόδοση δεν ζητά, παρά μόνο το κοίταγμα της ευτυχισμένης όψης της γυναίκας την ώρα του ύπνου, που είναι απαλλαγμένη από προβλήματα και έγνοιες της καθημερινότητας. Το γυναικείο πρόσωπο που κοιμάται υπερασπίζει με τον αμεσότερο τρόπο την αγνότητα και τον έρωτα που γίνεται εντονότερος με το σχήμα της απουσίας.
Πικρή, κοινή διαπίστωση πως ο Έρωτας συντηρείται από την απουσία, όχι από την παρουσία· είναι φτιαγμένος από την ύλη του άπιαστου και του φευγαλέου, της προσμονής και του ονείρου, όχι από τα υλικά της νίκης και της κατάκτησης.

Ο πρώτος στίχος της β΄ στροφής,
«να φεύγεις και να χάνεσαι», μας περνάει σ΄αυτή τη διάσταση της ολοκληρωτικής απουσίας.
Το ερωτικό αντικείμενο μπαίνει τώρα στη διάσταση της κίνησης, της ζωής, της πραγματικής ύπαρξης· αυτή όμως τη στιγμή, που όλα είναι πραγματικά και ζωντανά, εκείνη χάνεται, φεύγει. Όσο κοιμόταν ήταν εκεί, δική του κατά κάποιο τρόπο· κατακτημένη από το βλέμμα του και την ομορφιά που της προσέδιδε η σκέψη και το συναίσθημά του.
Ούτε και τότε συναντήθηκαν ούτε και τώρα. Τότε τους χώριζε η ακινησία, ο ύπνος σαν μερίδιο θανάτου και τώρα, 
στη β΄στροφή, η κίνηση οδηγεί στην απουσία, στη φυγή της γυναίκας.
Φυγή από πού; Από κοντά του, ή από το χώρο του φωτός και του καλού που αντιπροσώπευε ο χρόνος του ύπνου και του ονείρου;
Νομίζω και τα δύο, άλλωστε κοντά βρίσκονται πάντα ο Έρωτας και το Καλό. Οι κλώνοι του καπνού και του ανέμου αντιπροσωπεύουν το κακό , σε οποιαδήποτε μορφή του· ό, τι αντιστρατεύεται την ομορφιά και τον Άνθρωπο. Ο καπνός μάς παραπέμπει στη φωτιά, στην καταστροφή και ο άνεμος έρχεται έτοιμος να ανατρέψει τα πάντα στο πέρασμά του:
«να φεύγεις και να χάνεσαι
μες΄απ΄τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου»


Ακολουθεί μια καθαρά υπερρεαλιστική εικόνα:

«πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες»


Ο Ελυάρ μάς δίνει την εικόνα του για τη Γυναίκα, για την κάθε γυναίκα εννοώ:
ο συγκερασμός των αντιθέτων: η σταθερότητα, η ακινησία, η ενότητα ( «να κοιμάσαι» , «γερά πιασμένη» , « πόδια πέτρινα» ) απ΄τη μια το φευγαλέο, το άπιαστο, από την άλλη («να φεύγεις και να χάνεσαι», «καρπούς ανέμου», «κάλτσες άμμου», «πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες»)

Βέβαια αυτές οι αντιθέσεις αυτές θα μπορούσαν να μας παραπέμψουν και σε μια πιο φιλοσοφική διάσταση: την πάλη του καλού με το κακό στον κόσμο. Το Καλό, η Ομορφιά δεν αντέχει τις διαψεύσεις και τις ανατροπές του κόσμου τούτου και «φεύγει, χάνεται» παλεύοντας να κρατηθεί αλώβητη σ΄ένα κόσμο φθοράς και άρνησης : 
«πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες». 
Η πέτρα σταθερή , σκληρή, αδιάλλακτη, ενώ η άμμος ρευστή, ακατάκτητη.
Και πόσο δυνατοί μπορεί να είναι οι μυώνες ενός ποταμού; Ο ποταμός, έτσι κι αλλιώς μας πηγαίνει σε χώρους ρευστότητας, ορμητικότητας και αστάθειας.
Το ποίημα κλείνει με ένα στίχο ανατροπής, ανανέωσης, ωρίμανσης και συνειδητοποίησης,
«και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.»
Ο ποιητής βλέπει τη γυναίκα με άλλη όψη, αυτήν που ετοίμασε ο ίδιος για την αγαπημένη του.
Άλλαξε ο ίδιος μέσα από τη μεταμορφωτική δύναμη του έρωτα , άλλαξε και η εικόνα που έχει για την αγαπημένη του: την ξαναδίνει στον κόσμο καινούργια, μοναδική εν αρχή πάντα ευρισκόμενη , ως Αρχή του κόσμου η ίδια....


Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

Pablo Neruda - Μ' αρέσει άμα σωπαίνεις
Me Gustas Cuando Callas
I Like You When You Are Quiet

μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής*

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες στη δική σου σιωπή.


Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
 (Το αστέρι κι η ευχή - από στιγμή σε στιγμή)

Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ' τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.

Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο -- μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.

Me Gustas Cuando Callas


Me gustas cuando callas porque estas como ausente,
y me oyes desde lejos, y mi voz no te toca.
Parece que los ojos se te hubieran volado
y parece que un beso te cerrara la boca.
Como todas las cosas estan llenas de mi alma
emerges de las cosas, llena del alma mia.

Mariposa de sueno, te pareces a mi alma,
y te pareces a la palabra melancolia.
Me gustas cuando callas y estas como distante.
Y estas como quejandote, mariposa en arrullo.
Y me oyes desde lejos, y mi voz no te alcanza:
dejame que me calle con el silencio tuyo.

Dejame que te hable tambien con tu silencio
claro como una lampara, simple como un anillo.
Eres como la noche, callada y constelada.
Tu silencio es de estrella, tan lejano y sencillo.

Me gustas cuando callas porque estas como ausente.
Distante y dolorosa como si hubieras muerto.
Una palabra entonces, una sonrisa bastan.
Y estoy alegre, alegre de que no sea cierto.

I Like You When You Are Quiet

I like you when you are quiet because it is as though you are absent,
and you hear me from far away, and my voice does not touch you.
It looks as though your eyes had flown away
and it looks as if a kiss had sealed your mouth.

Like all things are full of my soul
You emerge from the things, full of my soul.
Dream butterfly, you look like my soul,
and you look like a melancoly word.

I like you when you are quiet and it is as though you are distant.
It is as though you are complaining, butterfly in lullaby.
And you hear me from far away, and my voice does not reach you:
let me fall quiet with your own silence.

Let me also speak to you with your silence
Clear like a lamp, simple like a ring.
You are like the night, quiet and constellated.
Your silence is of a star, so far away and solitary.

I like you when you are quiet because it is as though you are absent.
Distant and painful as if you had died.
A word then, a smile is enough.
And I am happy, happy that it is not true.


************
* Ο Γιώργος Κεντρωτής γεννήθηκε το 1958 στους Μολάους Λακωνίας. Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Είναι καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει εκδόσει βιβλία για τη μετάφραση και την Επτανησιακή Σχολή και έχει μεταφράσει στα ελληνικά έργα πολλών συγγραφέων.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Κωνσταντίνος Καβάφης - Η Πόλις
Cavafy - The City, the Spirit, and the Letter


Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.



Cavafy - The City, the Spirit, and the Letter

The City

You said: “I’ll go to another country, go to another shore,
find another city better than this one.
Whatever I try to do is fated to turn out wrong
and my heart lies buried as though it were something dead.
How long can I let my mind moulder in this place?
Wherever I turn, wherever I happen to look,
I see the black ruins of my life, here,
where I’ve spent so many years, wasted them, destroyed them totally.”

You won’t find a new country, won’t find another shore.
This city will always pursue you. You will walk
the same streets, grow old in the same neighborhoods,
will turn gray in these same houses.
You will always end up in this city. Don’t hope for things elsewhere:
there is no ship for you, there is no road.
As you’ve wasted your life here, in this small corner,
you’ve destroyed it everywhere else in the world.

-----------------------

Το ποίημα «Η Πόλις» του Καβάφη αποτελεί την πληρέστερη αποτύπωση του αισθήματος του εγκλωβισμού που βιώνει ένας άνθρωπος που θέλει να αλλάξει τη ζωή του, αλλά γνωρίζει ότι αυτό δεν είναι πια εφικτό. 
Στις δύο στροφές του σύντομου αυτού ποιήματος ο Καβάφης κατορθώνει να εκφράσει τη διάψευση όλων των προσδοκιών και την πλήρη αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από το παρελθόν και από τα λάθη του.
Στην πρώτη στροφή το ποιητικό υποκείμενο με τη χρήση του ρήματος «είπες» μεταφέρει τα λόγια ενός ανθρώπου που εκφράζει την επιθυμία να φύγει από την πόλη που τώρα κατοικεί και να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη. Τα λόγια αυτά μπορούν είτε να αποδοθούν σε κάποιο άλλο πρόσωπο είτε να ληφθούν ως σκέψεις που είχε εκφράσει στο παρελθόν το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο.
Οι σκέψεις που καταγράφονται στην πρώτη στροφή υποδεικνύουν πως το άτομο νιώθει ότι δεν μπορεί να φτιάξει τη ζωή του, όσο κι αν προσπαθεί, κι αυτό τον έχει εγκλωβίσει σε συναισθήματα απελπισίας και μαρασμού. Η παρομοίωση με την οποία παρουσιάζει την καρδιά του θαμμένη σαν να είναι νεκρός, εκφράζει με ιδιαίτερη ένταση την εδραίωση των αρνητικών συναισθημάτων που τον έχουν πλέον κατακλύσει.
Όπως η καρδιά του, έτσι και το μυαλό του, βρίσκεται σ’ ένα διαρκή μαρασμό, σε μια σταθερή απόγνωση, καθώς ενώ θέλει να αλλάξει τη ζωή του και θέλει να δημιουργήσει κάτι καλύτερο, βλέπει διαρκώς τις προσπάθειές του να αποτυγχάνουν. Γι’ αυτό θέλει να φύγει από την πόλη του, αφού όπου κι αν κοιτάξει γύρω του βλέπει συνεχώς υπενθυμίσεις των αποτυχιών του, αλλά και του γεγονότος ότι τα χρόνια του περνούν χωρίς να κατορθώνει τίποτε.
Η πρώτη στροφή αποτελεί μια κραυγή απελπισίας ενός ανθρώπου που θέλει να βελτιώσει τη ζωή του κι αποζητά μια ευκαιρία να ξεκινήσει από την αρχή, θέτοντας σε σωστή βάση τη ζωή του αυτή τη φορά.
Στη δεύτερη στροφή μας δίνεται η απάντηση του ποιητικού υποκειμένου στις ανησυχίες που εκφράστηκαν στην πρώτη στροφή είτε από κάποιο άλλο πρόσωπο είτε κι από το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο. Η στάση του, εδώ, είναι κατηγορηματικά αρνητική για τα σχέδια και τις ελπίδες ότι μπορεί να βρεθεί μια καλύτερη πόλη. Ο ποιητής είναι απόλυτος, δεν υπάρχουν νέοι τόποι, δεν υπάρχουν άλλες θάλασσες. Η άρνηση αυτή του ποιητή δεν αναφέρεται βέβαια κυριολεκτικά σε άλλες πόλεις, καθώς αυτό που επιχειρεί να αναδείξει εδώ ο Καβάφης είναι η πλήρης αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τον εαυτό του, τις επιλογές και τα λάθη του. Η πόλη, δηλαδή, από την οποία θέλουμε να ξεφύγουμε δεν είναι παρά ο ίδιος μας ο εαυτός κι αυτό φυσικά είναι αδύνατο. Εφόσον κάποιος έχει καταστρέψει τη ζωή του με λανθασμένες αποφάσεις κι εκτιμήσεις, με τον ίδιο τρόπο, ακόμη κι αν προσπαθήσει να φτιάξει τη ζωή του από την αρχή, είναι καταδικασμένος να κάνει τα ίδια ή παρόμοια λάθη. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αλλάξουν και φυσικά δεν μπορούν να ξεφύγουν από το παρελθόν τους.
Η πόλη θα σε ακολουθεί, μας λέει ο ποιητής, εννοώντας ότι το παρελθόν, οι επιλογές και τα λάθη μας δεν μπορούν να διαγραφούν ούτε και να ξεχαστούν. Όπου κι αν πάει κάποιος δεν μπορεί να ξεφύγει από τα στοιχεία της προσωπικότητάς του κι από το παρελθόν του, κι αν δεν έχει ήδη καταφέρει να φτιάξει μια καλή ζωή, τότε δεν υπάρχει ελπίδα να τα καταφέρει στο μέλλον, καθώς ως άνθρωπος απλά δεν έχει κάνει τις σωστές επιλογές και δε γνωρίζει πως να διαχειριστεί σωστά τη ζωή του. Οπότε πάντοτε θα γυρνά στους ίδιους δρόμους -θα κάνει τις ίδιες επιλογές- και θα γερνά στα ίδια σπίτια, θα δει τη ζωή του να χάνεται μέσα στο ίδιο κλίμα αποτυχίας, όπως έχει συμβεί μέχρι τώρα.
Ακόμη κι αν ξεκινήσει για κάπου αλλού, τελικά πάντα στην ίδια πόλη θα φτάνει, υπό την έννοια ότι ξανά και ξανά θα βρίσκεται αντιμέτωπος με τα λάθη του και με την αδυναμία του να δομήσει σωστά τη ζωή του. 

Για έναν άνθρωπο που δεν έχει κατορθώσει να κάνει τις σωστές επιλογές, δεν υπάρχει τελικά πλοίο, δεν υπάρχει δρόμος που να μπορεί να τον οδηγήσει μακριά από τη βασική πηγή αποτυχίας, από τον ίδιο του τον εαυτό. Όσο κι αν κάποτε μοιάζει δύσκολο για τους ανθρώπους να το συνειδητοποιήσουν, ο βασικός παράγοντας ευτυχίας ή δυστυχίας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός και ο τρόπος που έχουμε για να βλέπουμε τη ζωή μας.
Ο ποιητής γνωρίζει πολύ καλά ότι ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο εαυτός μας γι’ αυτό και κλείνοντας το ποίημά του σχολιάζει πως αν έχεις καταστρέψει τη ζωή σου σε μια πόλη, σε μια μικρή γωνιά του κόσμου, τότε την έχεις καταστρέψει σ’ όλη τη γη. Όπου κι αν πας, ό,τι κι αν κάνεις, αν δεν μπορείς να διαχειριστείς σωστά τη ζωή σου σ’ ένα τόπο, σημαίνει ότι δε θα μπορέσεις να τη διαχειριστείς καλύτερα ποτέ και πουθενά.
Η πόλις είναι ένα ποίημα ιδιαίτερα αυστηρό για τις προοπτικές των ανθρώπων, και βασίζεται στη διαπίστωση του ποιητή, ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τις ελλείψεις και τις αδυναμίες του εαυτού μας.


latistor

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτε
θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος- Ἔχω ζεσταμένο
στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο κι ἔχε τὸ νοῦ σου
στὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Το παιδί με τη σάλπιγγα

Emilio Longoni (1859-1932) — Boy with Trumpet and Pony
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.


Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι
ἢ ξύλα ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα
στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ. 

Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων.

Ἐγὼ 
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.



Μουσική: ''Τα μυστικά της σελήνης'' της Ευανθίας Ρεμπούτσικα

Στη Συλλογή του Νικηφόρου Βρεττάκου (1912 – 1991) «Διεθνής παιδούπολη Πεσταλότσι» ανήκει το υπέροχο ποίημα «Το παιδί με τη σάλπιγγα», το οποίο – όπως ακριβώς αναγράφεται ως υπότιτλος – αποτελεί ένα «Παιδικό χριστουγεννιάτικο σχέδιο τυπωμένο σε κάρτα» και εμπερικλείει το βαθύτερο νόημα των Χριστουγέννων, την Αγάπη.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης – Κείνοι που επράξαν το κακό



Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας