Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη (Επίλογος)
Ἔτσι πού ὅταν ἔλεγα «Ἥλιος» ἤ «Φῶς» ἤ «Θεός» νά ξέρω τί λέω.


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Ἐγώ, ὁ σέ λίγο ἀπερχόμενος, ὁ βαθιά εὐτυχής, ὁ τιμημένος ἐγώ
νά εἶμαι ἀπ’ τό χῶμα σου, δέν «ἐπέμφθην ἐιπεῖν οὐρανόθεν τό χαῖρε».
Ἀνεβαίνω ἀπ’ τά σπλάχνα σου κ’ ἐπιστρέφω στά σπλάχνα σου.
Στίς ρυτίδες μου ρέουν φῶς ἀπ’ τό φῶς σου καί θλίψη ἀπ’ τή θλί-
ψη σου.
Δέν γνωρίζω ἄν μέ ὅσα εἶπα τό χρέος ἐξοφλῶ τῆς φιλοξενίας σου.
Οὔτε μέ τόν ἥλιον ἔχω ἀνταποκριθεῖ στό ἥλιον πνεῦμα σου.
Γιατί εἶναι ἐδῶ πού ἀνάπνεα τόν ἀέρα σου κι ὅλο το σῶμα μου
ἔφεγγε. Ἄκουσα μέσα μου τήν ψυχή μου πού συνομιλοῦσε μαζί του
καί τήν ἀνακάλυψα.
Γιατί εἶναι ἐδῶ ὅπου πίνοντας τό νερό σου τό ἔκαμα αἰώνια πόσιμο.

Καί ὁ λόγος σου ὁ ἄφατος, μέ δίδαξε τό ἅπαντο.
Πληρωθῆκαν σοφίας ἡ ακοή καί σοφίας τό βλέμμα μου.

Ἔτσι πού ὅταν ἔλεγα «Ἥλιος» ἤ «Φῶς» ἤ «Θεός» νά ξέρω τί λέω.

Γιατί ἐσύ τήν ἁγία δωρεά τῆς ἀγάπης τοποθέτησες μέσα μου,
καμωμένη ἀπ’ ἀληθανθούς.
Κ’ εἶναι μ’ αὐτούς πού ἔχω πλέξει αὐτό τό σάν μικρό κύκλο
ἥλιου στεφάνι σου, σήμερα.


Καί τώρα, ἰδού· μέ τό ἴδιο αὐτό χέρι πού ἔγραφε τούς ὕμνους στό
φῶς, παίρνω χῶμα ἀπ’ τό χῶμα σου.
Σε φιλῶ καί σοῦ εὔχομαι, Ζωή ἐσαεί· Φῶς ἐσαεί· Λόγο ἐσαεί· ἐγώ


ὁ τρισχιλιομυριοστός σου μικρός υἱός
Νικηφόρος



Νικηφόρος Βρεττάκος - Λειτουργία κάτω από την Ακρόπολη
Επίλογος

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Κωστής Παλαμάς - Κάποτε κάπου...


Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό,
κάποτε, πρώτη καὶ στερνὴ φορά· καὶ δὲν τὸ βρίσκω
γιὰ νὰ τὸ ξαναπῶ.

Στ᾿ ἄδειο σεντούκι του γυρτὸς ὁ σφιχτοχέρης, ἴδιος,
πάθος, χαμός, ὢ λύπη!
Τοῦ τρέμουνε τὰ δάχτυλα σὰ νὰ μετρᾶν ἀκόμα
τὸ θησαυρὸ ποὺ λείπει.

Βαστῶ μιᾶς φλόγας τὸν καπνὸ κ᾿ ἑνὸς καπνοῦ τὸν ἴσκιο
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό.
Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανὰ δὲ θὰ τὸ πῶ.

Τὰ παθητικὰ κρυφομιλήματα, 1925
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 479

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

William Shakespeare - Όταν τα βλέφαρά μου κλείνουν (SONNET 43)


Όταν τα βλέφαρά μου κλείνουν, βλέπω καλύτερα
γιατί τα μάτια μου θωρούν αδιάφορα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ.
Μα όταν κοιμάμαι, στα όνειρα κοιτάζουν μόνο εσένα
και με το μυστικό φως τους φέγγουν μες το σκοτάδι.

Μα εσύ, που η σκιά σου κάνει τους ίσκιους φωτερούς,
τι χάρμα οφθαλμών θα ‘πλαθε η θωριά του ίσκιου σου
στην ηλιόλουστη μέρα με τους λαμπρούς σου φωτισμούς
αφού έτσι φέγγει ο ίσκιος σου σε όμματα τυφλά;


Τι ευλογία θα ‘ταν ο γλυκασμός των ματιών σου
αν σ’ έβλεπαν στο ζωντανό φως της μέρας
αφού ο αχνός ίσκιος σου είναι ωραίος στη νεκρή νύχτα,

σε βαθύ ύπνο, κλειστά μάτια και ζοφερή λάμψη;

Όλες οι μέρες είναι νύχτες ώσπου να σ’ αντικρίσω
κι οι νύχτες μου γίνονται λαμπρές άμα σ’ ονειρευτώ.

Ουίλιαμ Σαίξπηρ

William Shakespeare

SONNET 43

When most I wink, then do mine eyes best see,
For all the day they view things unrespected;
But when I sleep, in dreams they look on thee,
And darkly bright are bright in dark directed;
Then thou, whose shadow shadows doth make bright,
How would thy shadow's form form happy show
To the clear day with thy much clearer light,
When to unseeing eyes thy shade shines so?
How would, I say, mine eyes be blessed made
By looking on thee in the living day,
When in dead night thy fair imperfect shade
Through heavy sleep on sightless eyes doth stay?
All days are nights to see till I see thee,
And nights bright days when dreams do show thee me.

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Γιῶργος Σεφέρης — Το σπίτι κοντά στη θάλασσα


«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνονται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα·
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν
μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω· ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να ‘ρθει, πως τον στολίζουν
μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να ‘ρθει να μ’ αποχαιρετήσει·
ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.»

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης — Μονόγραμμα (The Monogram) III
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
      σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
      στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
      πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
      που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
      εξαργυρώνει:

Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Nα μιλώ για σένα και για μένα.


Για πολλούς το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη είναι ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.

Άμεσο, συγκινητικό, βαθιά τρυφερό και ερωτικό, το Μονόγραμμα είναι ένα από αυτά τα ποιήματα που κάθε φορά έχουν κάτι καινούριο να πούν, κάτι νέο να μας δείξουν. Αν το διαβάσετε σε διαφορετικές εποχές, ανάλογα με την ψυχική και συναισθηματική σας διάθεση θα σας αγγίξει διαφορετικά.

Το Μονόγραμμα έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης κατά τη διαμονή του στο Παρίσι (1969-1971). Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την Άνοιξη του 1971 στις Βρυξέλλες σε χειρόγραφη μορφή. Στην Ελλάδα τυπώθηκε το φθινόπωρο του 1972.

Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)


Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος - Ἡ βρύση τοῦ πουλιοῦ


Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πᾶρε μου ὅλες
τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,
τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,
νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν
οἱ γρῦλοι μία φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε
ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ βρύση
τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω
μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη
κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω
τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες
ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν
τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας
νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω
τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,
τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου
καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Αὐτὸ τὸ ἀστέρι εἶναι γιὰ ὅλους μας
Έτσι έζησα. Πάντοτε.


...........................
Σαν ήμουνα παιδί και μ' έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δεν μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ' τον ώμο της
ένα κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήτανε που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ' αστέρια ήτανε γιατί μου λείπανε
τα μάτια σου
κι όταν κτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα
δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήτανε
η καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Και όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά-θυμάσαι;- μου
άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου

...........................

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Γιώργος Σαρρής - Κι ύστερα άναψε τσιγάρο και νοιώσε ήσυχος



Mην τους αφήνεις σε ησυχία
Ξεφτίλισέ τους
Κουρέλιασε τα ρούχα τους
κι ας τους γυμνούς μεσα στο κρύο
να δουν τι σούκαναν
Χτύπα αλύπητα και σύντριψε
τα επιχειρήματά τους
Πέτα στα μούτρα τους
τις  απειλές και τα σκοτάδια τους
Πες τους πως δεν τρομάζεις πια
Βούτηξέ τους
στον ίδιο τους το βούρκο
και πνίξ' τους στα βρωμόνερα
Μαστίγωσέ τους πετροβόλησέ τους
μην τους ανέχεσαι λεπτό,
Τσάκισέ τους,
μην τους ακούς κλείσ' τους το στόμα
όπως στο κλείσανε κι αυτοί

Για τους φόβους σου μιλάω
Έχουν πολλά κορμιά και πρόσωπα οι φόβοι
Χειρότεροι κι από Λερναίες Ύδρες
Γυμνωσέ τους, αποκάλυψέ τους
κι ύστερα άναψε τσιγάρο

και νοιώσε ήσυχος
πως κάνεις επιτέλους
ό,τι πρέπει.

Γιώργος Σαρρής